Αρχική Καρτέλα 1 Καρτέλα 2 Καρτέλα 3 Καρτέλα 4 Καρτέλα 5
Τελευταία νέα
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λειτουργικά Κείμενα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λειτουργικά Κείμενα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 30 Μαρτίου 2013

Μνήμη τού Οσίου Πατρός ημών Ιωάννου τού Συγγραφέως τής Κλίμακος.

 


ΕΙΣ ΤΟΝ ΕΣΠΕΡΙΝΟΝ

 

Εις τό, Κύριε εκέκραξα, Στιχηρά Προσόμοια.

 

Ήχος πλ. δ'

Ώ τού παραδόξου θαύματος

 

Πάτερ Ιωάννη Όσιε, διά παντός αληθώς, τού Θεού εν τώ λάρυγγι, τάς υψώσεις έφερες, μελετών πρακτικώτατα, τά θεόπνευστα λόγια πάνσοφε, καί τήν εκείθεν αναπηγάζουσαν, χάριν επλούτησας, γεγονώς μακάριος, τών ασεβών, πάντων τά βουλεύματα, Καταστρεψάμενος.

 

Πάτερ Ιωάννη ένδοξε, ταίς τών δακρύων πηγαίς, τήν ψυχήν καθαιρόμενος, καί παννύχοις στάσεσι, τόν Θεόν ιλασκόμενος, ανεπτερώθης πρός τήν αγάπησιν, τήν τούτου μάκαρ καί ωραιότητα, ής επαξίως νύν, απολαύεις άληκτα, χαρμονικώς, μετά τών συνάθλων σου, θεόφρον Όσιε.

 

Πάτερ, Ιωάννη ένδοξε, αναπτερώσας τόν νούν, πρός Θεόν διά πίστεως, κοσμικής συγχύσεως, εβδελύξω τό άστατον, καί τόν Σταυρόν σου αναλαβόμενος, τώ παντεπόπτη κατηκολούθησας, σώμα δυσήνιον, αγωγαίς ασκήσεως τώ λογισμώ, σθένει δουλωσάμενος, τού θείου Πνεύματος.

 

Δόξα... Καί νύν... Θεοτοκίον

Δεύρο ψυχή μου στενάζουσα, καί τών δακρύων πηγάς, εκ καρδίας προσφέρουσα, τή Παρθένω βόησον, καί Μητρί τού Θεού ημών, διά τό πλήθος τών οικτιρμών σου Αγνή, τής φοβεράς με ρύσαι κολασεως, καί κατασκήνωσον, ένθα η ανάπαυσις, καί η χαρά, η διαιωνίζουσα, καί η απόλαυσις.

 

Η Σταυροθεοτοκίον

Σέ καθηλούμενον βλέπουσαν, εν τώ Σταυρώ Ιησού, καί τά πάθη δεχόμενον, εκουσίως Δέσποτα, η Παρθένος καί Μήτηρ σου, Τέκνον εβόα, Τέκνον γλυκύτατον, πληγάς αδίκως, πώς φέρεις ο ιατρός, ο ιασάμενος, τήν βροτών ασθένειαν καί τής φθοράς, άπαντας ρυσάμενος, τή ευσπλαγχνία σου.

 

Απολυτίκιον

Ήχος πλ. δ'

Ταίς τών δακρύων σου ροαίς, τής ερήμου τό άγονον εγεώργησας, καί τοίς εκ βάθους στεναγμοίς, εις εκατόν τούς πόνους εκαρποφόρησας, καί γέγονας φωστήρ τή οικουμένη, λάμπων τοίς θαύμασιν, Ιωάννη, πατήρ ημών Όσιε, πρέσβευε Χριστώ τώ Θεώ, σωθήναι τάς ψυχάς ηιμών.

 

ΕΙΣ ΤΟΝ ΟΡΘΡΟΝ

 

Οι Κανόνες τού Αγίου καί τού Τριωδίου.

 

Ο Κανών τού Αγίου, ού η Ακροστιχίς.

 

Κλίμαξ πέφηνας τών αρετών παμμάκαρ.

 

Εν δέ τοίς Θεοτοκίοις Κλήμεντος

 

Ωδή α' Ήχος α'

Ο Ειρμός

«Ωδήν επινίκιον άσωμεν πάντες, Θεώ τώ ποιήσαντι θαυμαστά τέρατα, βραχίονι υψηλώ, καί σώσαντι τόν Ισραήλ, ότι δεδόξασται».

 

Καλώς βδελυξάμενος τόν κάτω κόσμον, τόν άνω απείληφας, Ιωάννη πάνσοφε, διό διδάσκεις ημάς, τού κόσμου είναι τήν φυγήν, Θεού οικείωσιν.

 

Λιμού πρoσπαθεία σου λύσας τήν νόσον, τόν άρχοντα έδησας τών παθών μακάριε, σειραίς αγώνων σου, καί απαθείας έπαθλα, εστέφθης παρά Χριστού τού Θεού.

 

Ισάγγελον φρόνημα λαβων θεόφρον, τού κόσμου απέρρηξας, σεαυτόν πανόλβιε, τού γεηρού καί φθαρτού, διό αυλίζη προφανώς, εις τάς αϋλους μονάς.

 

Μακρόν συγγραψάμενος τοίς υπηκόοις, τόν λόγον μακάριε, Ιωάννη πάνσοφε, ταίς διδαχαίς σου αυτούς, πρός μακαρίαν εκ τής γής, αναβιβάζεις ζωήν.

 

Θεοτοκίον

Κηρύττει τόν τόκον σου η Εκκλησία, Παρθένε Θεόνυμφε, ορθοδόξω στόματι, καί δόγμασι θεϊκοίς, τά σύμβολα δέ τής σαρκός, τού σού Υιού Προσκυνεί.

 

Ωδή γ' Ο Ειρμός

«Λίθον όν απεδοκίμασαν οι οικοδομούντες, ούτος εγενήθη εις κεφαλήν γωνίας, αυτός εστιν η πέτρα, εν ή εστερέωσε τήν Εκκλησίαν ο Χριστός, ήν εξ εθνών εξηγοράσατο».

 

Εύρες ως τερπνόν θυμίαμα, τήν αοργησίαν, πάσαν εκδιώξας θυμού τήν δυσωδίαν, εκ βάθους τής ψυχής σου, διό νύν θεσπέσιε, υπέρ ημών τώ Λυτρωτή, αμαρτιών τήν λύσιν αίτησαι.

 

Φλέξας τώ πυρί μακάριε, τής Χριστού αγάπης, νούν μνησικακίας έλαμψας ακτίσι, πιστώς φιλαδελφίας, καί ράστην υπέδειξας Οδόν Μακάριε, πρός σωτηρίαν πάσι, τρανών τό αμνησίκακον.

 

Ήρας πρακτικής ασκήσεως, ουρανόθεν χάριν, όθεν αποφράττεις χείλη καταλάλων, σοφαίς διδασκαλίαις, εν αίς ποδηγούμεθα, πρός αρετών πορείαν, ής καί τυχείν αξιωθείημεν.

Θεοτοκίον

Ήσε παρθενία τίκτειν σε ο Προφήτης πάλαι, άχρονον εν χρόνω, καί υπέρ νούν καί λόγον, τόν ένα τής Τριάδος, Χριστόν Θεόν ημών, όν εξιλέωσας Αγνή, υπέρ ημών τών ευφημούντων σε.

 

Κάθισμα Ήχος δ'

ο υψωθείς

Τάς αρετάς πρός ουρανόν αναβάσεις, καταπηξάμενος σαφώς επανήλθες, πρός θεωρίας άπλετον βυθόν ευσεβώς, πάσας στηλιτεύσας μέν, τών δαιμόνων ενέδρας, σκέπεις αλωβήτους δέ, τούς ανθρώπους εκ τούτων, ώ Ιωάννη κλίμαξ αρετών, πάντας σωθήναι ικέτευε Όσιε.

 

Δόξα... Καί νύν... Θεοτοκίον

Ου σιωπήσομεν ποτέ Θεοτόκε, τάς δυναστείας σου λαλείν οι ανάξιοι, ειμή γάρ σύ προϊστατο πρεσβεύουσα, τίς ημάς ερρύσατο, εκ τοσούτων κινδύνων, τίς δέ διεφύλαξεν, έως νύν ελευθέρους; Ουκ αποστώμεν Δέσποινα εκ σού, σούς γάρ δούλους σώζεις αεί εκ παντοίων δεινών.

 

Η Σταυροθεοτοκίον

Τόν εξ ανάρχου τού Πατρός γεννηθέντα, η επ' εσχάτων σε σαρκί τετοκυία, επί Σταυρού κρεμάμενον ορώσά σε Χριστέ, Οίμοι ποθεινότατε, Ιησού, άνεβόα, πώς ο δοξαζόμενος, ως Θεός υπ', Αγγέλων, υπό ανόμων νύν βροτών Υιέ, θέλων σταυρούσαι; Υμνώ σε μακρόθυμε.

 

Ωδή δ' Ο Ειρμός

«Εν πνεύματι προβλέπων Προφήτα Αββακούμ, τήν τού Λόγου σάρκωσιν εκήρυττες βοών, Εν τώ εγγίζειν τά έτη επιγνωσθήση, εν τώ παρείναι τόν καιρόν αναδειχθήση, Δόξα τή δυνάμει σου Κύριε».

 

Νηστεία χαλινώσας τής γλώττης τάς ορμάς, ησυχία ίθυνας τόν βίον σου Σοφέ, ως οσμήν δέ πυρός γευσάμενος χάριν Υψίστου, πολυέπειαν ως αχλύν τής αμαρτίας έφυγες, αμέμπτως λατρεύων Θεώ.

 

Αφθόνως αληθεία γλυκάνας τήν ψυχήν, τήν πικράν εξέφυγες τού ψεύδους μετοχήν, διό ασκήσει ενθέω καταδουλώσας, δαιμόνων δούλους θεορρήμον Ιωάννη, ώφθης Mοναστών οδηγός απλανής.

 

Στενούμενος τώ τόνω ασκήσεως στερρώς, ακηδίας λέλυκας τήν πάρεσιν Σοφέ, καί προθυμίας τώ δόρατι θανατώσας, τής αθυμίας τήν ισχύν, Θεώ πρεσβεύεις, πάσιν ιλασμόν δωρηθήναι ημίν.

Θεοτοκίον

Μακάριον τό έθνος πανύμνητε Αγνή, ο τιμάν ηξίωται τόν τόκον σου πιστώς, ορθοδοξία καί δόγμασι καί τοίς έργοις, τής αληθείας εν συμβόλοις εμφανίζον, πάσαν τού Υιού σου τήν σάρκωσιν.

 

Ωδή ε' Ο Ειρμός

«Νύξ περιέσχε με Σωτήρ, αμαρτίας καί αχλύς, διό μοι ανάτειλον, τής μετανοίας Κύριε, τόν όρθρον ως εύσπλαγχνος, πρό τού με φθάσαι τό πέρας τό άδηλoν, τό τής ζωής μου Χριστέ, η ζωή καί τό φώς».

 

Τής εγκρατείας τή τρυφή, πιαινόμενος τόν νούν, ουκ έδωκας χείλη σου, τής ηδονής τοίς βρώμασι, διό απηγχόνισας λιμώ τά πάθη, καί δαίμονας ήσχυνας, καί γάρ ο θλίβων λοιμόν, θανατοί ηδονάς.

 

Ώφθης αγνείας εραστής, καί λαγνείας μισητής, τώ φωτί εξέφυγες, πιστής εξαγορεύσεως, παθών τήν σκοτόμαιναν, καί γάρ ο θέλων καθάραι σώμα καί νούν, θριαμβεύσει θερμώς τά τού σκότους κρυπτά.

 

Νώ καί ψυχή καί τή σαρκί, τή Τριάδι λειτουργών, ειδώλων προσκύνησιν, σαφώς απεσκοράκισας, ελέω φιλόπτωχε, καί αναγκαίων τή σπάνει, καί γέγονας φιλόθεος αληθώς, ή φιλάργυρος.

 

Άχθος τής ύλης ευσεβώς, απορρίψας επί γής, ανέπτης πρός άϋλα, πτεροίς ακτημοσύνης σου, διό παριστάμενος, αϋλως Πάτερ Χριστώ σύν Αϋλοις πιστώς, αίτησαι ιλασμόν, ταίς ψυχαίς ημών.

 

Θεοτοκίον

Έχθιστοι ώφθησαν ημίν, καί επάρατοι ομού, τής σής Αειπάρθενε, οι προσκυνείν μή θέλοντες, μορφής τό Εικόνισμα, καί τού Υιού σου, διότι ού πείθονται, τοίς άνωθεν πατρικοίς θείοις δόγμασι.

 

Ωδή ς' Ο Ειρμός

«Τόν Προφήτην Ιωνάν, εκμιμούμενος βοώ, Τήν ζωήν μου Αγαθέ, ελευθέρωσον φθοράς, καί σώ σόν με, Σωτήρ τού κόσμου, κράζοντα, Δόξα σοι».

 

Ρώμη νήψεως αγνής, καί αγώσι προσευχής, τό αναίσθητον παθών, εξεδίωξας στερρώς, τής σής ψυχής, καί όλος ώφθης, Πάτερ νηφάλιος.

 

Εν αϋπνω προσευχή, τόν φιλόϋπνον εχθρόν, υποτάξας ανδρικώς, ώφθης γρήγορος ποιμήν, θεόληπτε, Χριστού τής ποίμνης, καί διδασκάλων φωστήρ.

 

Τού νοός τόν οφθαλμόν, καθαγνίσας ευσεβώς, ανυστάκτως τώ Χριστώ, λειτουργών διά παντός, προέβλεψας, τά θεία κάλλη, τής μακαρίας τρυφής.

 

Θεοτοκίον

Ναυτιώσι σάλω νύν, απιστίας τής Πικράς, Καθορώντες ευλαβώς, Ορθοδόξων τούς χορούς, οι άνομοι, ασπαζομένους, τήν σήν Παρθένε μορφήν.

 

Τό Μαρτυρικόν τού Ηχου

 

Κοντάκιον τού Αγίου

Χορός αγγελικός

Καρπούς αειθαλείς, εκ σής βίβλου προσφέρων, διδάγματα Σοφέ, καθηδύνεις καρδίας, τών τουτοις μετά νήψεως, προσεχόντων μακάριε, κλίμαξ γάρ εστι, ψυχάς ανάγουσα γήθεν, πρός ουράνιον, καί διαμένουσαν δόξαν, τών πίστει τιμώντων σε.

 

Συναξάριον

Τή Λ' τού αυτού μηνός, μνήμη τού Οσίου Πατρός ημών Ιωάννου τού Συγγραφέως τής Κλίμακος.

 

Στίχοι

·                · Επί κλίμαξι κλίμακας πυκνώς, Πάτερ,

·                · Τάς σάς αρετάς θείς, έφθασας πόλου μέχρι.

·                · Χαίρεν Ιωάννης τριακοστή εξαναλύων.

 

Τή αυτή ημέρα, Mνήμη τού Αγίου Προφήτου Ιωάδ.

 

Τή αυτή ημέρα, Μνήμη τού Οσίου Πατρός ημών Ιωάννου τού εν τώ Φρέατι.

 

Τή αυτή ημέρα, η Αγία Ευβούλη, η μήτηρ τού Αγίου Παντελεήμονος, εν ειρήνη τελειούται.

 

Στίχοι

·                · Εν ουρανοίς σύνεστιν αθλητή Τέκνω,

·                · Αθλητομήτωρ καλλίτεκνος Ευβούλη.

 

Τή αυτή ημέρα ο Άγιος, Ιωάννης, Πατριάρχης Ιεροσολύμων, εν ειρήνη τελειούται.

 

Ταίς αυτών αγίαις πρεσβείαις, ο Θεός, ελέησον ημάς. Αμήν.

 

Ωδή ζ' Ο Ειρμός

«Τούς εν καμίνω Παίδάς σου Σωτήρ, ουχ ήψατο, ουδέ παρηνώχλησε τό πύρ, τότε οι Τρείς ως εξ ενός στόματος, ύμνουν καί ευλόγουν λέγοντες, Ευλογητός ο Θεός, ο τών Πατέρων ημών».

 

Ως τής ανδρείας ξίφει καθελών, Πανεύφημε, θράσους νηπιώδους δειλίας, ώφθης στερρός καί φοβερός, πνεύμασιν όντως ακαθάρτοις άπασιν, Ευλογητός ο Θεός, ο θαυμαστώσας σε.

 

Νόμω Χριστού ενθέως πειθαρχών, επάτησας δόξαν φερωνύμως τήν κενήν, μόνω Θεώ τώ εν κρυπτώ, φέρων τούς κόπους τής στερράς ασκήσεως, ός αποδίδωσιν εις φανερόν τούς μισθούς.

 

Πρός αοράτους φάλαγγας παθών, αράμενος πόλεμον, εδείχθης νικητής, ως ταπεινός τώ λογισμώ καί τή καρδία, τόν γάρ υπερήφανον καί αλαζόνα εχθρόν, τούτοις κατέτρωσας.

 

Θεοτοκίον

Τής σής Χριστέ σαρκώσεως τιμών, τήν ένωσιν ταύτης καί τό είδος προσκυνώ, θεοπρεπώς, ότι Θεός ών πρό αιώνων, εκ Παρθένου γέγονας, βροτός αφύρτως αυτός, κατ' άμφω τέλειος.

 

Ωδή η' Ο Ειρμός

«Ον φρίττουσιν Άγγελοι, καί πάσαι στρατιαί, ώς Kτίστην καί Κύριον, υμνείτε Ιερείς, δοξάσατε Παίδες, ευλογείτε λαοί, καί υπερυψούτε, είς πάντας τούς αιώνας».

 

Απλάστοις σου ήθεσι μειώσας ακραιφνώς, τόν τρόπον τόν ύπουλον, ως δύσχρηστον φυγών, πραέων τοίς τόποις επαυλίζη σαφώς, ως πράως βιώσας, θεόφρον Ιωάννη.

 

Μητέρα καί φύλακα πασών τών αρετών, τήν θείαν ταπείνωσιν, υπέγραψας ημίν, καί γάρ ως υπάρχων, αρχιτέκτων σοφός, τής θείας ανόδου, τήν βάσιν κατεπήξω.

 

Μετέσχες τής χάριτος τού Πνεύματος σαφώς, καί πάντας επλήρωσας, τού θείου φωτισμού, διάκρισιν όντως ημίν ευδιάκριτον, τή πράξει διδάξας, καί παιδεύσας τοίς λόγοις.

 

Θεοτοκίον

Ου γράφω θεότητα, μή ψεύδεσθε τυφλοί, απλή γάρ αόρατος, ανείδεός εστι, σαρκός δέ τόν τύπον ιστορών προσκυνώ, καί πίστει δοξάζω, τήν τεκούσαν Παρθένον.

 

Ωδή θ' Ο Ειρμός

«Τήν ζωοδόχον πηγήν τήν αέναον, τήν φωτοφόρον λυχνίαν τής χάριτος, τόν ναόν τόν έμψυχον, Τήν σκηνήν τήν άχραντον, τού ουρανού καί τής γής τήν πλατυτέραν, τήν Θεοτόκον οι πιστοί μεγαλύνομεν».

 

Αϋλω νώ αναπτάς πρός τά άϋλα, θεωρημάτων βυθόν σύ κατείληφας, καί τυχών τής χάριτος τού Αγίου Πνεύματος, δι' εκτενούς προσευχής κατηξιώθης, τού προοράν τών μελλόντων τήν ήλωσιν.

 

Καταναλώσας τό ένυλον φρόνημα, τής προσευχής τή φλογί Οσιώτατε, Όλος πύρ ενέφηνας, Ιωάννη πάνσοφε θεόφρον, διό εκστάς ευσεβώς ταίς θεωρίαις, τήν αγαθήν ηλλοιώθης αλλοίωσιν.

 

Απονεκρώσας τά πάθη ασκήσει σου, πρός τελειότητα Πάτερ ανέδραμες, απαθείας Όσιε, διό νύν δεήθητι Θεού, υπέρ ειρήνης παντός τού κόσμου, καί σωτηρίας ημών τών τιμώντων σε.

 

Ρώμην λαβών εν τή πίστει Πατήρ ημών, καί πτερωθείς τή αγάπη ανέδραμες, αρετών πρός κλίμακα, ευσθενώς καί βέβηκας, εν τή Αγάπη Χριστού, καί γάρ εν ταύτη, τών ορεκτών εστι πάντων τό πλήρωμα.

 

Θεοτοκίον

Σού τής λοχείας Αγνή τό παράδοξον, καί επί τοίχων γραφαίς ασπαζόμεθα, ού τό έργον σέβομεν, καί τό είδος τιμώμεν, τό αληθές εξ αμφοίν ομολογούντες, ορθοδοξίας εικότως πληρούμεθα.

 

Τό Φωταγωγικόν τού Ηχου.

 

Καί η λοιπή, Ακολουθία, κατά τήν τάξιν, η α' Ώρα, καί Απόλυσις.

Κυριακή 24 Μαρτίου 2013

Παρακλητικός κανόνας εις τον Άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή


Ευλογήσαντος του Ιερέως, το Κύριε εισάκουσον, μεθ' ο το Θεός Κύριος και τα εξής:

 

 

 

Ήχος δ'. Ο υψωθείς εν τω Σταυρώ.
Των φιλεόρτων η πληθύς ευφροσύνως, εγκωμιάσωμεν προθύμως τους άθλους, και αρετών τα τρόπαια Μαξίμου σοφού· ούτος γαρ τρανώς διέλαμψε, θεηγόρων σεπτοίς χοροίς, φύσεις του Χριστού διττός, ακριβώς δογματίσας· και υπέρ Τούτου γλώσσαν συν χειρί, δώσας εμφρόνως, το στέφος εδέξατο.

 
Δόξα. Το αυτό. Και νυν. Θεοτόκιον.
Ου σιωπήσωμεν ποτέ Θεοτόκε, τας δυναστείας σου λαλείν οι ανάξιοι· ειμή γαρ συ προΐστασο πρεσβεύουσα, τις ημάς ερρύσατο εκ τοσούτων κινδύνων; τις δε διεφύλαξεν έως νυν ελευθέρους; ουκ αποστώμεν Δέσποινα εκ σου· σους γαρ δούλους σώζεις αεί εκ παντοίων δεινών.

Ο Ν΄ Ψαλμός.


Και αρχόμεθα του Κανόνος ου η ακροστιχίς: «Τον μέγαν Ομολογητήν Μάξιμον γεραίρω, (Ισιδώρας)».

Ωδή α'. Ήχος πλ. δ'. Υγράν διοδεύσας.
Το όμμα επαίρω μου της ψυχής, προς σε εκζητούσα, την βεβαίαν σου αρωγήν, του στέψαι εν ύμνοις εγκωμίων, την σην πανήγυριν μέγιστε Μάξιμε.

Ο χείραν και γλώτταν δια Χριστόν, τμηθείς Θεομάκαρ, ικεσίαις σου ιεραίς, την χείραν συν γλώττη τράνωσόν μου, του εν γραφαίς μελωδείν τους αγώνας σου.

Νοός μου το σκότος και της ψυχής, απέλασον πάτερ, ως αν βλέψω τρανώς το φως, το πάντα τον κόσμον καταυγάζων, ταις φωτοφόροις πρεσβείαις σου Μάξιμε.

Θεοτόκιον

Μερίδος τυχείν με της δεξιάς, αξίωσον Κόρη, Θεονύμφευτε Μαριάμ, ταις σαις ευπρόσδεκτοις μεσιτείαις, προς τον Υιόν και Θεόν σου και Κύριον.

Ωδή γ'. Ουρανίας αψίδος.
Εγκρατείας τοις τρόποις, πολιτευθείς όσιε, τη συντονωτάτω ασκήσει, ψυχήν ελάμπρυνας, και πολιτεία σεμνή, Θεόν κατηύφρανας πάτερ, ον αεί ικέτευε, πάντιμε Μάξιμε.

Γαληνόν εις λιμένα, και ασφαλή Μάξιμε, τας των πιστευόντων καρδίας, συ εγκαθώρμισας, και διδαχαίς σου σοφαίς, Χριστώ συνήρμοσας Μάκαρ, ον Θεόν και άνθρωπον, εθεολόγησας.

Αγαπήσας εκ πόθου, τον του παντός Κύριον, κόσμον απηρνήσω προθύμως, και δόξαν ρέουσαν, και Μοναζόντων σεπτόν, κατηκολούθησας βίον, ένθα ενδιέλαμψας, πάμφωτε Μάξιμε.

Θεοτόκιον

Νοερών στρατευμάτων, συναγωγαί άπασαι, Σε την τετοκυίαν αφράστως, Χριστόν τον Κύριον, ταις ασιγήτοις φωναίς, υμνολογούσι Παρθένε, και πιστών συστήματα, σε μεγαλύνουσι.

Ανάγαγε, συν παρρησία προς Κύριον την σην χείρα, ην εξέτεμες δι' Αυτόν πταισμάτων αιτούμενος, την άφεσιν πάσι και σωτηρίαν.

Επίβλεψον εν ευμένεια, Πανύμνητε Θεοτόκε, επί την εμήν χαλεπήν του σώματος κάκωσιν, και ίασαι της ψυχής μου το άλγος.


Ο Ιερεύς την αίτησιν, μεθ' ο και μνημονεύει.

Κάθισμα Ήχος β'. Πρεσβεία θερμή.
Χριστόν τον Θεόν, τοις πάσι διετράνωσας, και θλίψεις πολλάς, και πόνους εκαρτέρησας, προς Αυτόν την δέησιν Θεοφόρε Μάξιμε ποίησον, του δωρηθήναι πάσιν ιλασμόν, και χάριν τηρείν Αυτού προστάγματα

Ωδή δ'. Εισακήκοα Κύριε.
Ουρανίω φρονήματι, επί γης ω Μάξιμε πεπολίτευσαι, εν νηστείαις και δεήσεσι, συν Αγγέλοις όθεν συναγάλλεσαι.

Μαστιγώσεις υπέμεινας, του Χριστού τω φίλτρω ενδυναμούμενος, Τούτον Μάξιμε ικέτευε, ιλασμόν δοθήναι τοις τιμώσι σε.

Ορθοδόξοις σου δόγμασι, πίστιν την αμώμητον επεστήριξας, και σοφαίς διδασκαλίαις σου, πάσι πλούτον Μάξιμε μετέδωκας.

Θεοτόκιον

Λυτρωθέντες τω τόκω σου, καταδίκης Πάναγνε του προπάτορος, την φωνήν του Αρχαγγέλου σοι, χαίρε πόθω πάντες ανακράζομεν.

Ωδή ε'. Φώτισον ημάς.
Όργανον τερπνόν, του Αγίου πάτερ Πνεύματος, υπηχούμενον ουράνιον ωδήν, Μάξιμε θείε, και φωστήρ λαμπρός γεγένησαι.

Γήρας εις βαθύ, τας βασάνους εκαρτέρησας, και πικρίαν εξορίας χαλεπής, συν τη δυάδι, μαθητών σου παναοίδιμε.

Ήσχυνας εχθρόν, τη καλή ομολογία σου, και διέλυσας αυτού τας μηχανάς, Χριστού δυνάμει, του κρατύναντός σε Μάξιμε.

Θεοτοκίον

Τείχος των πιστών, το στερρόν τε και απόρθητον, και πανεύδιον λιμένα εν δεινοίς, Παρθενομήτορ, Μαριάμ σε επεγνώκαμεν.

Ωδή στ'. Την δέησιν.
Η γλώσσα σου, γραμματέως κάλαμος, οξυγράφου αληθώς ανεδείχθη, καλλιγραφούσα διδάγματα θεία, και τον Χριστόν ως Θεόν καταγγέλουσα, ικέτευε Τούτον αεί, υπέρ πάντων παμμέγιστε Μάξιμε.

Νεούργησας, Μοναστών συστήματα, τη σοφή και θεορρύτω σου γνώσει, καθοδηγών προς νομάς αιωνίους, επισφραγίζων τη πράξει τους λόγους σου· ω Μάξιμε καθηγητά της ερήμου και θείον αγλάισμα.

Μαρτύριον, ευσθενώς υπήνεγκας, κραταιούμενος Σταυρού τη δυνάμει, και Μαθητάς εδραιώσας τη πίστει, προς τους αγώνας υπήλθον γηθόμενοι· συμμέτοχοι και της χαράς, της αλήκτου γενόμενοι Μάξιμε.

Θεοτόκιον

Αγκάλαις σου, τον Θεόν εβάστασας, ον φρικτώς εναπεκύησας Κόρη, Τούτω Αγνή, τας αχράντους σου χείρας, υπέρ ημών εκτενώς αναπέτασον την χάριν και τον ιλασμόν αιτουμένη τοις πόθω υμνούσι Σε.

Ανάγαγε, συν παρρησία προς Κύριον την σην χείρα, ην εξέτεμες δι' Αυτόν πταισμάτων αιτούμενος, την άφεσιν πάσι και σωτηρίαν.


Άχραντε, η δια λόγου τον Λόγον ανερμηνεύτως, επ' εσχάτων των ημερών τεκούσα, δυσώπησον, ως έχουσα μητρικήν παρρησίαν.


Και πάλιν δέησις υπό του Ιερέως.

Κοντάκιον. Ήχος β'. Προστασία των χριστιανών.
Ορθοδόξων φαεινός φωστήρ αναδέδειξαι, και το σκότος των αιρετικών απεμείωσας, διδαχαίς σου φωτιστικαίς στηρίζων τους πιστούς· διό στήριξον ημάς σοφέ, εις το λατρεύειν αληθώς, τον Θεάνθρωπον Κύριον Μάξιμε Θεοφόρε, το κλέος θεολογούντων και των Μαρτύρων του Χριστού το γενναίον ακροθίνιον.

 

Προκείμενον. Ήχος δ'.
Δίκαιος ως φοίνιξ ανθήσει και ωσεί κέδρος η εν τω Λιβάνω πληθυνθήσεται.

Στίχος: Πεφυτευμένος εν τω οίκφ Κυρίου, εν ταις αυλαίς του Θεού ημών, εξανθήσει.


ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ.

Εκ του κατά Λουκάν (ιβ', 8 -12).

 

Είπεν ο Κύριος· πας ος αν ομολογήση εν εμοί έμπροσθεν των ανθρώπων, και ο Υιός του ανθρώπου ομολογήσει εν αυτώ έμπροσθεν των αγγέλων του Θεού· ο δε αρνησάμενός με ενώπιον των ανθρώπων απαρνηθήσεται ενώπιον των αγγέλων του Θεού· και πας ος ερεί λόγον εις τον Υιόν του ανθρώπου, αφεθήσεται αυτώ· τω δε εις το Άγιον Πνεύμα βλασφημήσαντι ουκ αφεθήσεται· όταν δε προσφέρωσιν υμάς επί τας συναγωγάς και τας αρχάς και τας εξουσίας, μη μεριμνάτε πώς ή τί απολογήσησθε, ή τι είπητε· το γαρ Άγιον Πνεύμα διδάξει υμάς εν αυτή τη ώρα α δει ειπείν.

Δόξα Πατρί.

Ταις του σου Οσίου πρεσβείαις, Ελεήμον, εξάλειψον τα πλήθη των εμών εγκλημάτων.


Και νυν.

Ταις της Θεοτόκου πρεσβείαις, Ελεήμον, εξάλειψον τα πλήθη των εμών εγκλημάτων.

Στίχος: Ελέησόν με, ο Θεός, κατά το μέγα έλεός σου, και κατά το πλήθος των οικτιρμών σου εξάλειψον το ανόμημά μου.

Προσόμοιον. Ήχος πλ.β'. Όλην αποθεμένοι.
Θλίψεις εκαρτέρησας, και χαλεπάς εξορίας, της ειρκτής την στένωσιν, απτοήτω Μάξιμε τω φρονήματι· της σαρκός κάκωσιν και μαστιγών πόνους, και της γλώσσης την αφαίρεσιν χειρός την έκπτωσιν, της καλλιγραφούσης τα κρείττονα Χριστόν Θεόν και άνθρωπον, σάλπιγγι τρανή ωμολόγησας· Τούτον εκδυσώπει, την χάριν ημίν δούναι δαψιλώς, διαφυλάττειν προστάγματα Αυτού τα σωτήρια

 

Ο Ιερεύς· Σώσον ο Θεός τον λαόν σου..., και η εκφώνησις: Ελέει και οικτιρμοίς...

Είτα αι λοιπαί ωδαί του Κανόνος.

Ωδή ζ'. Oι εκ της Ιουδαίας.
Ξηράνας τοις σοις λόγοις, την της πλάνης φυτείαν, Μάξιμε πάντιμε, Χριστού τον θείον σπόρον, πιστών εν ταις καρδίαις, αληθώς ενεφύτευσας· ομολογούντων Αυτόν, Θεόν εις τους αιώνας.

Ιεράς πολιτείας, τους αγώνας τιμώντες κατασπαζώμεθα, καμάτων σου τους άθλους, τας θλίψεις και τους πόνους, μαρτυρίου τε στίγματα· δι' ων δοξάζεις Θεόν, Μάξιμε εις αιώνας.

Μελετών ουκ επαύσω, εν νυκτί και ημέρα Χριστού προστάγματα, ως φως Μάξιμε φαίνον, και, πόλις επί όρους, τοις πιστοίς απαστράπτουσα· του ανεσπέρου φωτός, την αίγλην εις αιώνας.

Θεοτόκιον

Ουρανών Πλατυτέρα, Χερουβίμ υπερτέρα και πάσης κτίσεως, υπερενδοξοτέρα, ως ούσα Θεοτόκε, την φωνήν σοι προσάδομεν του Αρχαγγέλου Αγνή, το χαίρε εις αιώνας.

Ωδή η'. Τον Βασιλέα

Νέκταρ το θείον, εκ διδαχών σου αντλούμεν, των ψυχών καταπαύον την δίψαν, Μάξιμε η κρήνη, ναμάτων ζωηρύτων.


Γλώσσαν σου θείαν, δια Χριστόν απετμήθης, αλλ' Αυτόν ουκ επαύσω κηρύττειν, Μάξιμε παμμάκαρ, του Πνεύματος η λύρα.

Επάρας όμμα της διανοίας σου Πάτερ, τα ουράνια κάλλη εώρας, ένθα των Αγγέλων, χοροί Θεόν υμνούσιν.

Θεοτοκίον

Ρήσεις απάντων, προφητευόντων Παρθένε, επί σοι αληθώς εκπληρούνται, τίκτεις γαρ τον πάντων, Θεόν και Βασιλέα.

 

Ωδή θ'. Κυρίως Θεοτόκον.
Απάρας εκ των τήδε, Μάξιμε θεόφορον, νυν συναγάλλει Οσίοις εις θείας σκηνάς, ένθα τρισήλιον φάος, χαρά τε άληκτος.

Ιδόντες τω σω τάφω, λάμψιν τριφεγγούσαν, σην προς Θεόν παρρησίαν επέγνων σοφέ, όθεν Αυτόν επευλόγουν, Μάξιμε ένδοξε.

Ρεόντων τα εστώτα Μάξιμε ηλλάξω, ως ουρανόφρων και μέγας και θείος ανήρ, όθεν ημάς εκδιδάσκεις, ζητείν τα μένοντα.

Θεοτοκίον.
Ωράθης ω Παρθένε, γέφυρα και κλίμαξ, και αχώρητου χωρίον και πύλη Θεού, δι' ης διήλθε ο Λόγος και σάρκα είληφε.

Άξιον εστίν ως αληθώς, μακαρίζειν σε την Θεοτόκον, την Αειμακάριστον, και Παναμώμητον, και Μητέρα του Θεού ημών.

Την Τιμιωτέραν των Χερουβείμ, και Ενδοξοτέραν ασυγκρίτως των Σεραφείμ, την αδιαφθόρως Θεόν Λόγον τεκούσαν, την όντως Θεοτόκον σε μεγαλύνομεν.

 

Και τα παρόντα Μεγαλυνάρια:

 

Μάξιμε Πατέρων η καλλονή, κάλλους απροσίτου καταξίωσον σαις λιταίς, πάντας τους τιμώντας εκ πόθου την σην μνήμην, και χάριν σου αιτούντας την αδαπάνητον.

Θησαυρόν πολύτιμον και σεπτόν, έχομεν παμμάκαρ τους σους λόγους τους ιερούς, καύχημα δε μέγα σαρκός σου τας αικίσεις, δι' ων Θεόν δοξάζεις τον σε δοξάσαντα

Πρέσβυν σε προβάλλομαι προς Θεόν, Μάξιμε θεόφρον ίνα τύχω του ιλασμού, σθένος δε αιτούμαι Αυτού ακολουθήσαι, τρίβους τας οδηγούσας εις φως της γνώσεως.

Μάστιγας υπέμεινας καρτερώς, γλώσσης θεολόγου και χειρός την αποκοπήν, θλίψεις εξορίας πικρίαν τε βασάνων, φίλτρω τω του Κυρίου, ον ωμολόγησας.

Ίθυνον ευχαις σου πάντας ημάς, ο ιθύνας Πάτερ Μοναζόντων σεπτούς χορούς, ένθα των Αγγέλων λαμπραί χοροστασίαι, και πάντων σωζομένων σκηναί αι πάμφωτοι.

Άγγελος καθάπερ επί της γης, έζησας μαράνας τα σκιρτήματα της σαρκός, Μάξιμε λαμπρύνας, στολήν ψυχής σου θείας, ην εις σκηνάς αΰλους Χριστός εδέξατο.

Λόγοις σου πανσόφοις και ιεροίς, έθρεψας καρδίας πιστευόντων και προς οδόν, Πάτερ αληθείας, οδήγησας διδάξας, Χριστόν πιστώς λατρεύειν, Θεόν και άνθρωπον.

Πόθω ανυμνούμεν σε αθλητά, Μάξιμε στερρόφρον, τον βαδίσαντα ακλινώς, τρίβον στενοτάτην, ενδόξου μαρτυρίου, Χριστού τω θείω σθένει ενδυναμούμενος.

Στέφανον αμάραντον και λαμπρόν, της ομολογίας, εστεφάνωσαι θαυμαστώς, εκ χειρός Κυρίου, ον Μάξιμε δυσώπει, στέφανον θείας δόξης ημίν δωρήσασθαι.

Κάλλη τα αθέατα καθορών, και Θεώ προσόδων αεννάως τερπνήν ωδήν, δέχου υμνωδίαν, πτωχών μου εκ χειλέων, Μάξιμε και Κυρίω, ταύτην προσάγαγε.

Μέγιστος τω όντι και ιερός, ανεδείχθης πάτερ, μεγαλύνας βίω τω σω, τον κοινόν Δεσπότην, Αυτώ ταις σαις πρεσβείαις, Μάξιμε Θεομάκαρ, πάντας οικείωσον.

Πάσαι των Αγγέλων αι στρατιαί, Πρόδρομε Κυρίου, Αποστόλων η δωδεκάς, οι Άγιοι Πάντες, μετά της Θεοτόκου, ποιήσατε πρεσβείαν εις το σωθήναι ημάς.

 

Τρισάγιον· Παναγία Τριάς· Πάτερ ημών· Ότι Σου εστίν,

 

και το Απολυτίκιον:

 

Ήχος πλ. α'. Τον συνάναρχον Λόγον.
Μοναζόντων χορείας ηγήσω Μάξιμε, και του Κυρίου τας φύσεις διατρανών τοις πιστοίς, ωμολόγησας Αυτόν Θεόν και άνθρωπον σάρκα λαβόντα δι' ημάς, δι' αγάπην δε Αυτού, την χείραν εναπετμήθης, και την γλώτταν θεολογούσαν, της σωτηρίας τας ευθείας οδούς.

 

 

 

Είτα υπό του Ιερέως· Εκτενής και απόλυσις.

 

Προ του δι' ευχών, ψάλλομεν το εξής:

 

 

 

Ήχος β'. Ότε εκ του ξύλου.
Χαίροις των Οσίων καλλονή, Ομολογητών η λαμπρότης, των Θεολόγων κρηπίς, Μάξιμε παμμέγιστε βροτούς Αγγέλους τε· τοις σοις άθλοις εξέπληξας, Χριστού γαρ, τω πόθω, πόνους εκαρτέρησας, εν γενναιότητι· ταύτα εις πρεσβείαν προσάγου, πάσιν εξαιτούμενος χάριν, και πλημμελημάτων την συγχώρησιν.

 

Παρασκευή 15 Μαρτίου 2013

ΨΑΛΜΟΣ 50


ΨΑΛΜΟΣ  50

 

Εἰς τὸ τέλος· ψαλμὸς τῷ Δαυΐδ

ἐν τῷ ἐλθεῖν πρὸς αὐτὸν Νάθαν τὸν προφήτην, ἡνίκα εἰσῆλθε πρὸς Βηρσαβεέ.

 

 

 

 

Ψαλ. 50,3                    Ἐλέησόν με, ὁ Θεός, κατὰ τὸ μέγα ἔλεός σου καὶ κατὰ τὸ πλῆθος τῶν οἰκτιρμῶν σου ἐξάλειψον τὸ ἀνόμημά μου·

 

Ψαλ. 50,3                    Ελέησέ με, ω Θεέ μου, σύμφωνα προς το άπειρον έλεός σου· και σύμφωνα με το απέραντον πλήθος των οικτιρμών σου σβήσε εντελώς την παρανομίαν μου.

 

Ψαλ. 50,4                    ἐπὶ πλεῖον πλῦνόν με ἀπὸ τῆς ἀνομίας μου καὶ ἀπὸ τῆς ἁμαρτίας μου καθάρισόν με.

 

Ψαλ. 50,4                    Πλύνε με και ξαναπλύνε με από την παρανομίαν μου, και από τον ρύπον της αμαρτίας μου καθάρισέ με.

 

 

Ψαλ. 50,5                    ὅτι τὴν ἀνομίαν μου ἐγὼ γινώσκω, καὶ ἡ ἁμαρτία μου ἐνώπιόν μού ἐστι διαπαντός.

 

Ψαλ. 50,5                    Το έλεός σου ζητώ, διότι και εγώ αναγνωρίζω και ομολογώ την παρανομίαν μου. Αυτή δε η αμαρτία μου είναι πάντοτε ενώπιόν μου, εις την καρδίαν μου και εις την σκέψιν, δια να με ελέγχη και να με τυραννή.

 

Ψαλ. 50,6                    σοὶ μόνῳ ἥμαρτον καὶ τὸ πονηρὸν ἐνώπιόν σου ἐποίησα, ὅπως ἂν δικαιωθῇς ἐν τοῖς λόγοις σου, καὶ νικήσῃς ἐν τῷ κρίνεσθαί σε.

 

Ψαλ. 50,6                    Ζητώ από σε την συγχώρησιν, διότι αι αμαρτίαι, τας οποίας διέπραξα, είναι παράβασις του ιδικού σου Νομου. Ενώπιόν σου εγώ διέπραξα τυ πονηρόν. Ομολογώ ότι είμαι άξιος τιμωρίας δια τας αμαρτίας μου, δια να φανή έτσι πόσον δίκαιον είχες εις τας εναντίον μου καταδικαστικάς αποφάσεις και να εξέλθης έτσι νικητής, όταν ασεβείς και μωροί θελήσουν να σε επικρίνουν.

 

Ψαλ. 50,7                    ἰδοὺ γὰρ ἐν ἀνομίαις συνελήφθην, καὶ ἐν ἁμαρτίαις ἐκίσσησέ με ἡ μήτηρ μου.

 

Ψαλ. 50,7                    Ελέησέ με, διότι από γονείς αμαρτωλούς συνελήφθην και εν μέσω αμαρτιών με εκυοφόρησεν η μητέρα μου.

 

Ψαλ. 50,8                    ἰδοὺ γὰρ ἀλήθειαν ἠγάπησας, τὰ ἄδηλα καὶ τὰ κρύφια τῆς σοφίας σου ἐδήλωσάς μοι.

 

Ψαλ. 50,8                    Θεός της αληθείας συ ηγάπησες και αγαπάς πάντοτε την αλήθειαν και την ευθύτητα. Εφανέρωσες εις εμέ τα άδηλα και τα κρύφια της σοφίας σου, δια να έχω έτσι την δυνατάτητα να προφυλαχθώ από την αμαρτίαν.

 

Ψαλ. 50,9                    ῥαντιεῖς με ὑσσώπῳ, καὶ καθαρισθήσομαι, πλυνεῖς με, καὶ ὑπὲρ χιόνα λευκανθήσομαι.

 

Ψαλ. 50,9                    Σαν με συμβολικά κλωνάρια υσσώπου θα με ραντίσης με το έλεός σου, και έτσι εγώ θα καθαρισθώ από την αμαρτίαν μου. Θα με πλύνης με την χάριν σου και θα γίνω τόσον καθαρός, ώστε να είμαι λευκώτερος από το χιόνι.

 

Ψαλ. 50,10                  ἀκουτιεῖς μοι ἀγαλλίασιν καὶ εὐφροσύνην, ἀγαλλιάσονται ὀστέα τεταπεινωμένα.

 

Ψαλ. 50,10                  Τοτε θα με κάμης να αισθανθώ αγαλλίασιν και ευφροσύνην, ώστε και αυτά τα συντετριμμένα και παράλυτα οστά μου να σκιρτήσουν από χαράν.

 

Ψαλ. 50,11                  ἀπόστρεψον τὸ πρόσωπόν σου ἀπὸ τῶν ἁμαρτιῶν μου καὶ πάσας τὰς ἀνομίας μου ἐξάλειψον.

 

Ψαλ. 50,11                  Γυρισε το πρόσωπόν σου μακρυά από τας αμαρτίας μου, ώστε να μη τας βλέπης, και σβήσε ολες τις παρανομίες μου.

 

Ψαλ. 50,12                  καρδίαν καθαρὰν κτίσον ἐν ἐμοί, ὁ Θεός, καὶ πνεῦμα εὐθὲς ἐγκαίνισον ἐν τοῖς ἐγκάτοις μου.

 

Ψαλ. 50,12                  Πλάσε μέσα μου και κτίσε νέαν καρδίαν καθαράν, Θεέ μου, δια να ενθρονίσης και εγκαινιάσης εις τα βάθη της ψυχής μου πνεύμα αληθείας, πνεύμα ορθοφροσύνης.

 

Ψαλ. 50,13                  μὴ ἀποῤῥίψῃς με ἀπὸ τοῦ προσώπου σου καὶ τὸ πνεῦμά σου τὸ ἅγιον μὴ ἀντανέλῃς ἀπ᾿ ἐμοῦ.

 

Ψαλ. 50,13                  Μη με απομακρύνης και μη με απορρίψης από το γεμάτον καλωσύνην πρόσωπόν σου και το Αγιόν σου Πνεύμα μη το αφαιρέσης από εμέ.

 

Ψαλ. 50,14                  ἀπόδος μοι τὴν ἀγαλλίασιν τοῦ σωτηρίου σου καὶ πνεύματι ἡγεμονικῷ στήριξόν με.

 

Ψαλ. 50,14                  Ξαναδός μου την χαράν και αγαλλίασιν της σωτηρίας μου, που προέρχεται από σέ, και στήριξέ με με σταθεράν και άκαμπτον θέλησιν στο αγαθόν, στον άγιον Νομον σου.

 

Ψαλ. 50,15                  διδάξω ἀνόμους τὰς ὁδούς σου, καὶ ἀσεβεῖς ἐπὶ σὲ ἐπιστρέψουσι.

 

Ψαλ. 50,15                  Ετσι δε εξηγνισμένος και φωτισμένος εγώ θα διδάξω εις πολλούς παρανομούντας τους ιδικούς σου δρόμους, τον Νομον σου. Με το παράδειγμά μου δε και με τα λόγια μου θα συντελέσω, ώστε πολλοί ασεβείς να επιστρέψουν εν μετάνοια προς σέ, όπως επέστρεψα και εγώ.

 

Ψαλ. 50,16                  ῥῦσαί με ἐξ αἱμάτων, ὁ Θεὸς ὁ Θεὸς τῆς σωτηρίας μου· ἀγαλλιάσεται ἡ γλῶσσά μου τὴν δικαιοσύνην σου.

 

Ψαλ. 50,16                  Απάλλαξέ με, Κυριε, από την ενοχήν των αθώων αιμάτων, που εχύθησαν εξ αιτίας μου, Θεέ και Κυριε της σωτηρίας μου. Η γλώσσα γεμάτη χαράν θα διαλαλή την δικαιοσύνην και την αγαθότητά σου.

 

Ψαλ. 50,17                  Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου.

 

Ψαλ. 50,17                  Ναι, Κυριε, θα ανοίξης συ τα χείλη μου και το στόμα μου με παρρησίαν και θάρρος και θα αναπέμπη αίνους και δοξολογίας προς σέ.

 

Ψαλ. 50,18                  ὅτι εἰ ἠθέλησας θυσίαν, ἔδωκα ἄν· ὁλοκαυτώματα οὐκ εὐδοκήσεις.

 

Ψαλ. 50,18                  Δοξολογίας ολοθέρμους θα σου αναπέμπω, Κυριε, διότι εάν ήθελες και κάποιαν θυσίαν δια την άφεσιν των αμαρτιών μου, θα σου την προσέφερα. Συ όμως δεν ευαρεστείσαι τόσον εις τα ολοκαυτώματα των θυσιών.

 

Ψαλ. 50,19                  θυσία τῷ Θεῷ πνεῦμα συντετριμμένον, καρδίαν συντετριμμένην καὶ τεταπεινωμένην ὁ Θεὸς οὐκ ἐξουδενώσει.

 

Ψαλ. 50,19                  Η ευάρεστος θυσία δια σε τον Θεόν είναι ψυχή συντετριμμένη από τον πόνον και την συναίσθησιν της αμαρτίας. Καρδίαν δε ανθρώπου, η οποία έχει συντριβή από την μετάνοιαν και έχει ταπεινωθή, συ ο πανάγαθος και πολυέλεος Θεός ουδέποτε θα την εξουθενώσης.

 

Ψαλ. 50,20                  ἀγάθυνον, Κύριε, ἐν τῇ εὐδοκίᾳ σου τὴν Σιών, καὶ οἰκοδομηθήτω τὰ τείχη Ἱερουσαλήμ·

 

Ψαλ. 50,20                  Ευδόκησον, λοιπόν, Κυριε, να φανής αγαθός και ευεργετικός εις την Ιερουσαλήμ. Δείξε την καλωσύνην σου, ώστε να ανοικοδομηθούν και πάλιν τα τείχη της Ιερουσαλήμ.

 

Ψαλ. 50,21                  τότε εὐδοκήσεις θυσίαν δικαιοσύνης, ἀναφορὰν καὶ ὁλοκαυτώματα· τότε ἀνοίσουσιν ἐπὶ τὸ θυσιαστήριόν σου μόσχους.

 
Ψαλ. 50,21                  Τοτε θα ευδοκήσης να δεχθής κάθε θυσίαν, η οποία θα σου προσφέρεται σύμφωνα με όσα έχεις διατάξει στον Νομον σου, θυσίας αναφερομένας εις σέ, θυσίας ολοκαυτωμάτων. Τοτε θα ανεβάσουν στο θυσιαστήριον των ολοκαυτωμάτων σου μόσχους προς θυσίαν εις έκφρασιν ευγνωμοσύνης και δοξολογίας προς σέ.

Disqus

Days Remaining:
Hours Remaining:
Minutes Remaining:
Seconds Remaining:
Blogger Wordpress Gadgets