Πολλές φορές έχουμε πει ότι άλλο είναι η ουσία και άλλο η υπόσταση· η ουσία δηλώνει την κοινή και περιεκτική έννοια των ομοίων υποστάσεων, όπως, για παράδειγμα, (η λέξη) Θεός, (η λέξη) άνθρωπος. Ο όρος υπόσταση δηλώνει το άτομο, δηλαδή τον Πατέρα, τον Υιό, το Άγιο Πνεύμα, τον Πέτρο, τον Παύλο. Πρέπει επίσης να γνωρίζουμε ότι το όνομα «θεία» και «ανθρώπινη φύση» δηλώνει τις ουσίες, δηλαδή τις φύσεις, ενώ το όνομα «Θεός» ή «άνθρωπος» χρησιμοποιείται και για να δηλώσει τη φύση, όπως όταν λέμε, ο Θεός είναι ακατάληπτη ουσία ή ο Θεός είναι ένας· αλλά λέγεται και για να δηλώσει την υπόσταση, διότι το μερικό λαμβάνει την ονομασία του γενικού, όπως όταν λέει η Αγία Γραφή: «Γι’ αυτό το λόγο σε έχρισε Θεό ο Θεός σου» (εδώ δηλώνει και την υπόσταση του Πατέρα και του Υιού), ή όπως όταν λέει: «Ζούσε κάποιος άνθρωπος στην Αυσίτιδα χώρα» ( και δηλώνει μόνο τον Ιώβ).
Για τον Κύριο μας, λοιπόν, Ιησού Χριστό, επειδή γνωρίζουμε ότι έχει δύο φύσεις, αλλά η υπόστασή του είναι μία, σύνθετη και από τις δύο, όταν βέβαια εξετάζουμε τις φύσεις, τις ονομάζουμε θεία και ανθρώπινη· όταν όμως εξετάζουμε την υπόσταση που συντέθηκε από τις δύο φύσεις, άλλοτε τον ονομάζουμε Χριστό που προήλθε και από τις δύο, το ίδιο Θεό και άνθρωπο, και Θεό που σαρκώθηκε, και άλλοτε του δίνουμε όνομα από ένα από τα δύο μέρη, ή Θεό μόνο και Υιό του Θεού ή μόνον άνθρωπο και Υιό του ανθρώπου.
Άλλοτε πάλι τον καλούμε με ονόματα που προέρχονται μόνον από τα υψηλά (θεία) και άλλοτε μόνον από τα ταπεινά (ανθρώπινα)· διότι ένας είναι εκείνος που είναι εξίσου και το ένα και το άλλο· το ένα, επειδή υπάρχει αιώνια χωρίς αιτία από τον Πατέρα, και το άλλο επειδή έγινε κατόπιν από αγάπη για τους ανθρώπους. Όταν, λοιπόν, μιλάμε για τη θεία φύση, δεν αποδίδουμε σ’ αυτήν τα χαρακτηριστικά της ανθρωπίνης φύσεως· δεν λέμε δηλαδή ότι η θεία φύση είναι παθητή ή κτιστή· ούτε πάλι αποδίδουμε στη σάρκα, δηλαδή στην ανθρώπινη φύση, τα χαρακτηριστικά της θείας· δεν λέμε ότι η σάρκα, δηλαδή η ανθρώπινη φύση, είναι άκτιστη.
Για την υπόσταση όμως, είτε της δώσουμε όνομα και από τις δύο φύσεις είτε από τη μία, της αποδίδουμε τα γνωρίσματα και των δύο φύσεων. Και μάλιστα ο Χριστός, ο οποίος είναι και οι δύο φύσεις μαζί, λέγεται και Θεός και άνθρωπος, και είναι και κτιστός και άκτιστος και παθητός και απαθής. Και όταν τον καλούμε με το όνομα της μιας φύσεως και τον λέμε Υιό του Θεού ή Θεό, τότε δέχεται και τα γνωρίσματα της φύσεως που συνυπάρχει, της ανθρώπινης δηλαδή· λέγεται παθητός Θεός και Κύριος της δόξης που σταυρώθηκε, όχι βέβαια σαν Θεός αλλά και σαν άνθρωπος ο ίδιος.
Όταν πάλι λέγεται άνθρωπος και Υιός του ανθρώπου, δέχεται τα γνωρίσματα και τη δόξα της θείας φύσεως και καλείται προαιώνιο παιδί και άναρχος άνθρωπος, όχι βέβαια επειδή ήταν παιδί και άνθρωπος, αλλά επειδή, ενώ είναι προαιώνιος Θεός, έγινε τελευταία παιδί. Και ο τρόπος της αντιδόσεως είναι ο ακόλουθος: καθεμία από τις φύσεις ανταποδίδει στην άλλη τα ιδιαίτερα γνωρίσματά της, επειδή έχουν την ίδια υπόσταση και αλληλοπεριχωρούνται. Σύμφωνα μ’ αυτά μπορούμενα πούμε για το Χριστό: «Ο ίδιος ο Θεός μας φανερώθηκε στη γη και συναναστράφηκε με τους ανθρώπους»· και αλλού: «Ο άνθρωπος αυτός είναι άκτιστος, απαθής και απερίγραπτος».
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 48. Περὶ τοῦ τρόπου τῆς ἀντιδόσεως.
Ὅτι μὲν οὖν ἕτερόν ἐστιν οὐσία καὶ ἕτερον ὑπόστασις, πλειστάκις εἰρήκαμεν, καὶ ὅτι ἡ μὲν οὐσία τὸ κοινὸν καὶ περιεκτικὸν εἶδος τῶν ὁμοειδῶν ὑποστάσεων σημαίνει, οἷον Θεός, ἄνθρωπος, ἡ δὲ ὑπόστασις ἄτομον δηλοῖ, ἤτοι Πατέρα, Υἱόν, Πνεῦμα Ἅγιον, Πέτρον, Παῦλον. Ἰστέον τοίνυν, ὅτι τὸ μὲν τῆς θεότητος καὶ τῆς ἀνθρωπότητος ὄνομα τῶν οὐσιῶν, ἤτοι φύσεών ἐστι παραστατικόν, τὸ δὲ Θεὸς καὶ ἄνθρωπος καὶ ἐπὶ τῆς φύσεως τάττεται, ὥσπερ ὅταν λέγωμεν· Θεός ἐστιν ἀκατάληπτος οὐσία, καὶ ὅτι εἷς ἐστι Θεός· λαμβάνεται δὲ καὶ ἐπὶ τῶν ὑποστάσεων, ὡς τοῦ μερικωτέρου δεχομένου τὸ τοῦ καθολικωτέρου ὄνομα, ὡς ὅταν φησὶν ἡ Γραφή· «Διὰ τοῦτο ἔχρισέ σε ὁ Θεὸς ὁ Θεός σου» (ἰδοὺ γὰρ τὸν Πατέρα καὶ τὸν Υἱὸν ἐδήλωσε), καὶ ὡς ὅταν λέγῃ· «Ἄνθρωπός τις ἦν ἐν χώρᾳ τῇ Αὐσίτιδι» (τὸν γὰρ Ἰὼβ μόνον ἐδήλωσεν).
Ἐπὶ οὖν τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἐπειδὴ δύο μὲν τὰς φύσεις γινώσκομεν, μίαν δὲ τὴν ὑπόστασιν ἐξ ἀμφοτέρων σύνθετον, ὅτε μὲν τὰς φύσεις ἀναθεωροῦμεν, θεότητα καὶ ἀνθρωπότητα καλοῦμεν, ὅτε δὲ τὴν ἐκ τῶν φύσεων συντεθεῖσαν ὑπόστασιν, ποτὲ μὲν ἐκ τοῦ συναμφοτέρου Χριστὸν ὀνομάζομεν καὶ Θεὸν καὶ ἄνθρωπον κατά ταὐτὸ καὶ Θεὸν σεσαρκωμένον, ποτὲ δὲ ἐξ ἑνὸς τῶν μερῶν, Θεὸν μόνον καὶ Υἱὸν Θεοῦ καὶ ἄνθρωπον μόνον καὶ Υἱὸν ἀνθρώπου· καὶ ποτὲ μὲν ἐκ τῶν ὑψηλῶν μόνον, ποτὲ δὲ ἐκ τῶν ταπεινῶν μόνον· εἷς γάρ ἐστιν ὁ κἀκεῖνο καὶ τοῦτο ὁμοίως ὑπάρχων, τὸ μὲν ὢν ἀεὶ ἀναιτίως ἐκ Πατρός, τὸ δὲ γενόμενος ὕστερον διὰ φιλανθρωπίαν. Θεότητα μὲν οὖν λέγοντες οὐ κατονομάζομεν αὐτῆς τὰ τῆς ἀνθρωπότητος ἰδιώματα· οὐ γάρ φαμεν θεότητα παθητὴν ἢ κτιστήν· οὔτε δὲ τῆς σαρκὸς, ἤτοι τῆς ἀνθρωπότητος κατηγοροῦμεν τὰ τῆς θεότητος ἰδιώματα· οὐ γάρ φαμεν σάρκα ἤτοι ἀνθρωπότητα ἄκτιστον.
Ἐπὶ δὲ τῆς ὑποστάσεως, κἂν ἐκ τοῦ συναμφοτέρου, κἂν ἐξ ἑνὸς τῶν μερῶν ταύτην ὀνομάσωμεν, ἀμφοτέρων τῶν φύσεων τὰ ἰδιώματα αὐτῇ ἐπιτίθεμεν. Καὶ γὰρ ὁ Χριστός, ὅπερ ἐστὶ τὸ συναμφότερον, καὶ Θεὸς καὶ ἄνθρωπος λέγεται, καὶ κτιστὸς καὶ ἄκτιστος καὶ παθητὸς καὶ ἀπαθής. Καὶ ὅταν ἐξ ἑνὸς τῶν μερῶν καὶ Υἱὸς Θεοῦ καὶ Θεὸς ὀνομάζηται, δέχεται τὰ τῆς συνυφεστηκυίας φύσεως ἰδιώματα, ἤτοι τῆς σαρκός, Θεὸς παθητὸς ὀνομαζόμενος καὶ Κύριος τῆς δόξης ἐσταυρωμένος, οὐ καθὸ Θεὸς ἀλλὰ καθὸ καὶ ἄνθρωπος ὁ αὐτός· καὶ ὅταν ἄνθρωπος καὶ Υἱὸς ἀνθρώπου ὀνομάζηται, δέχεται τὰ τῆς θείας οὐσίας ἰδιώματα καὶ αὐχήματα, παιδίον προαιώνιον καὶ ἄνθρωπος ἄναρχος, οὐ καθὸ παιδίον καὶ ἄνθρωπος, ἀλλὰ καθὸ Θεὸς ὢν προαιώνιος γέγονεν ἐπ᾿ ἐσχάτων παιδίον.
Καὶ οὗτός ἐστιν ὁ τρόπος τῆς ἀντιδόσεως· ἑκατέρας φύσεως ἀντιδιδούσης τῇ ἑτέρᾳ τὰ ἴδια διὰ τὴν τῆς ὑποστάσεως ταυτότητα καὶ τὴν εἰς ἄλληλα αὐτῶν περιχώρησιν. Κατὰ τοῦτο δυνάμεθα εἰπεῖν περὶ Χριστοῦ· «Οὗτος ὁ Θεὸς ἡμῶν ἐπὶ τῆς γῆς ὤφθη καί τοῖς ἀνθρώποις συνανεστράφη», καί· «Ὁ ἄνθρωπος οὗτος ἄκτιστός ἐστι καὶ ἀπαθὴς καὶ ἀπερίγραπτος».