Αρχική Καρτέλα 1 Καρτέλα 2 Καρτέλα 3 Καρτέλα 4 Καρτέλα 5
Τελευταία νέα
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιερές Ακολουθίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιερές Ακολουθίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 19 Ιουλίου 2013

Η Αγία Προσκομιδή.

Ο χώρος στον οποίο προετοιμάζονται τα Τίμια Δώρα και μνημονεύονται οι ψυχές ονομάζεται Αγία Προσκομιδή. Αφού λοιπόν ενδυθούν τα άμφια τους ο διάκονος και ο ιερέας έτσι λαμπεροί σαν ουράνιοι άνθρωποι ξεκινούν την προσκομιδή. 


Όλο αυτό το μέρος της Ακολουθίας σκοπό έχει την προετοιμασία των αναγκαίων για την Θεία Ευχαριστία. Καθώς η τελετή της προσκομιδής δεν είναι τίποτα άλλο παρά η προετοιμασία της Λειτουργίας, η Εκκλησία τη συνέδεσε με την ανάμνηση των πρώτων χρόνων της ζωής του Χριστού, τότε που Εκείνος προετοιμαζόταν για το έργο Του, για τα πάθη και τον θάνατό Του. Η προετοιμασία αυτή γίνεται μέσα στο ιερό με τα βημόθυρα και τα βήλα κλειστά, μακριά από τα μάτια των πιστών, όπως μυστικά ετοιμαζόταν ο Χριστός τα πρώτα χρόνια της επίγειας ζωής Του για τη δημόσια δράση Του.



Κατόπιν και οι δύο πλένουν τα χέρια τους και αφού κάνουν τρεις μετάνοιες ο καθένας λέγουν «ο Θεός ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλω και ελέησόν με» τρεις φορές και κατόπιν ο ιερέας βάζει «ευλογητός» και πλησιάζουν στην Αγία Πρόθεση που βρίσκεται από αριστερά της Αγίας Τραπέζης και πήρε το όνομά της γιατί σε αυτό το σημείο του Ιερού τα πρώτα χρόνια του Χριστιανισμού συγκεντρώνονταν, δηλαδή προτίθενται όλες οι προσφορές των χριστιανών για την κοινή τράπεζα. Ο ιερέας παίρνει ένα από τα πρόσφορα τα οποία προσφέρονται, το σφραγίζει με την Αγία λόγχη σταυροειδώς, εικονίζοντας έτσι το σωτήριο πάθος του Χριστού, ως ανάμνηση των παθημάτων Του και λέγει τρεις φορές «εις ανάμνηση του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού». Έπειτα με την λόγχη, η οποία εικονίζει εκείνη με την οποία έτρωσαν την πλευρά του Κυρίου, κόβει στης 4 πλευρές το κεντρικό σημείο της προσφοράς που έχει την σφραγίδα με το όνομα ΙΣ ΧΣ (Ιησούς Χριστός) ΝΙ ΚΑ. Με την αποκοπή αυτή θα δείξει τον σωματικό χωρισμό του Κυρίου από την Παρθένο Μαρία καθώς Τον γέννησε, ο άρτος είναι ο αμνός που προσφέρεται ως θυσία για τη σωτηρία του κόσμου και εν γένει η Προσκομιδή είναι το ρεαλιστικό δράμα συνεπτυγμένο που αναπαριστάνει την θυσία του αμνού και θα ολοκληρωθεί στην Θεία Λειτουργία. Ο ιερέας σαν τον Προφήτη Ησαΐα διαβλέπει αυτά που θα γίνουν μελλοντικά καθώς τελεί την Προσκομιδή κι έτσι κάθε πράξη του την συνοδεύει με τα ανάλογα προφητικά λόγια. Βυθίζοντας την λόγχη στη δεξιά πλευρά της σφραγίδας προφέρει τις λέξεις «ως πρόβατον επί σφαγή ήχθη» (δηλαδή σαν πρόβατο οδηγήθηκε στη σφαγή ο Κύριός μας). Μετά βυθίζει την λόγχη στην αριστερή πλευρά της σφραγίδας λέγοντας «και ως αμνός άμωμος, εναντίον του κείροντας αυτόν, άφωνος, ούτως ουκ ανοίγει το στόμα αυτού» (δηλαδή και σαν αρνί αμώμητο που κάθεται άφωνο μπροστά σ' αυτόν που το κουρεύει, έτσι κι εκείνος δεν ανοίγει το σόμα Του). Κατόπιν με τη λόγχη στο πάνω μέρος στη σφραγίδας λέει τα λόγια «εν τη ταπεινώσει αυτού η κρίσις αυτού ήρθη» (καταδικάσθηκε δηλαδή σε ταπεινωτικό θάνατο και του αρνήθηκαν δίκαιη κρίση) και τέλος βυθίζοντας τη λόγχη στο κάτω μέρος της σφραγίδας συγκλονισμένος αναφωνεί: «την δε γενεάς αυτου τις διηγήσετε;» (και ποιος μπορεί να μιλήσει για την καταγωγή του;)



Καθώς ο ιερέας έχει κόψει ήδη τον αμνό στις τέσσερις πλευρές του κάνει στο κάτω μέρος του μία οριζόντια τομή ανασηκώνει το κεντρικό αυτό σημείο του άρτου και το τοποθετεί στο Άγιο Δισκάριο λέγοντας: «ότι αιρεται από της γης η ζωή αυτού» (εξάλειψαν την ζωή Του από το πρόσωπο της γης) και χαράζοντας το κάτω μέρος σε σχήμα σταυρού προσθέτει «θύεται ο αμνός του Θεού, ο αίρων την αμαρτίαν του κόσμου, υπέρ της του κόσμου ζωής και σωτηρίας « (δηλαδή θυσιάζεται ο αμνός του Θεού, ο αίρων την αμαρτίαν του κόσμου για τη ζωή και τη σωτηρία του κόσμου.) κατόπιν τοποθετεί τον αμνό στο κέντρο του δισκαρίου και τρυπά με την αιχμή της λόγχης στο σημείο ΙΣ (δηλαδή Ιησούς) και λέει «εις των στρατιωτών λόγχη την πλευράν αυτού ένυξε και ευθέως εξήλθεν αίμα και ύδωρ και ο εωρακώς μεμαρτύρηκε και αληθινή εστίν η μαρτυρία αυτού». (δηλαδή ένας από τους στρατιώτες τρύπησε την πλευρά Του με τη λόγχη και αμέσως έτρεξε αίμα και νερό. Και αυτός που αναφέρει το γεγονός το είδε με τα μάτια του και είναι αληθινή η μαρτυρία του.) αμέσως τότε μέσα στο Άγιο Ποτήριο ρίχνει κρασί και νερό και κατόπιν ευλογεί την αγία ένωση. Τα δώρα που προσφέρονται δηλαδή το ψωμί, το νερό και το κρασί είναι οι απαρχές της ανθρώπινης ζωής και τα πιο βασικά συστατικά, γι' αυτό και δηλώνουν το μεγάλο και το λαμπρό της προσφοράς. Μ' αυτόν τον τρόπο προετοιμάζονται ο άρτος και ο οίνος που θα μεταβληθούν στην διάρκεια της Θείας Λειτουργίας σε Σώμα και Αίμα Χριστού. Κατόπιν ο ιερέας από ένα δεύτερο πρόσφορο (ή και από το ίδιο), κόβει την μερίδα «εις τιμήν και μνήμην της Υπερευλογημένης Ενδόξου Δεσποίνης ημών Θεοτόκου» και την τοποθετεί στο δεξί μέρος του αμνού πάνω στο δισκάριο λέγοντας τα προφητικά λόγια του ψαλμού «παρέστη η Βασίλισσα εκ δεξιών Σου εν ιματισμώ διαχρύσω περιβεβλημένη, πεποικιλμένη» (δηλαδή στα δεξιά σου κάθισε η Βασίλισσα ντυμένη με ρούχα χρυσοΰφαντα και καταστολισμένη.) κατόπιν στα αριστερά του αμνού τοποθετεί τις μερίδες των αγγέλων και των αγίων και τέλος παίρνοντας ψυχία από το πρόσφορο και στο κάτω μέρος του αμνού, πάνω στο δισκάριο, μνημονεύει τις ψυχές των ζώντων και των κεκοιμημένων.


Όπως είπαμε ο αμνός δεν έχει γίνει ακόμα Σώμα Χριστού, δηλαδή ο άρτος έχει παραμείνει άρτος και συμβολίζει τον Χριστό κατά την πρώτη του ηλικία, γθι' αυτό ο ιερέας σκεπάζει τα Δώρα επειδή η δύναμη του σαρκωμένου Θεού Λόγου είναι σκεπασμένη προς το παρόν μέχρι τη δημόσια εμφάνισή Του και δεν φαίνεται. Ο ιερέας πρώτα τοποθετεί τον αστερίσκο που συμβολίζει το αστέρι της Βηθλεέμ στο Άγιο Δισκάριο λέγοντας «και ιδού ο Αστήρ ελθών έστη επάνω ου ην το παιδίον» ( δηλαδή και ιδού αστέρας ήλθε και εκάθισε επάνω από εκεί που βρισκόταν το παιδί.) Κατόπιν τοποθετεί τα καλύμματα στο Άγιο Δισκάριο και έπειτα στο Άγιο Ποτήριο και τα δύο τα καλύπτει με τον αέρα.


Τα Άγια Σκεύη που χρησιμοποιούνται στην Προσκομιδή και στη Θεία Λειτουργία είναι το Άγιο Ποτήριο, το Δισκάριο, ο Αστερίσκος, η Αγία Λαβίδα, ο αέρας, τα καλύμματα, η Αγία Λόγχη, το μάκτρο, ο σπόγγος και η μούσα.


Η Αγία Πρόθεσις γενικότερα συμβολίζει τη φάτνη, το σπήλαιο της Βηθλεέμ όπου καταδέχθηκε να σαρκωθεί και ν' ανακλιθεί ο Σωτήρας μας.



Το Άγιο Ποτήριο από το οποίο όλοι μας κοινωνούμε, εικονίζει εκείνο το Ποτήριο μέσα στο οποίο ο Σωτήρας μας ιερούργησε το Αίμα Του και γι' αυτό γεμίζει ο ιερέας το Δισκοπότηρο με κρασί και νερό ακριβώς, όπως είπαμε, την στιγμή που κεντά με τη λόγχη τον αμνό και μνημονεύει την στιγμή που από την πλευρά του Χριστού βγήκε αίμα και ύδωρ. Το Δισκάριο εικονίζει τον Ουρανό και γι' αυτό είναι στρογγυλό και στο κέντρο του κρατά τον Δεσπότη του Ουρανού. Πάνω σε αυτόν είναι χαραγμένη η εικόνα της Υπεραγίας Θεοτόκου από τα σπλάχνα της οποίας εξήλθε ο Θεάνθρωπος Ιησούς Χριστός. Ο Αστερίσκος εικονίζει τον αστέρα εκείνον ο οποίος εμφανίστηκε στη γέννηση του Χριστού. Η Αγία Λόγχη είναι μια μικρή λόγχη με την οποία κάνουμε ακριβώς ότι και ο στρατιώτης επάνω στο σώμα του Εσταυρωμένου Χριστού, δηλαδή λογχίζουμε τον Αμνό που θα μεταβληθεί σε Σώμα Χριστού στη Θεία Λειτουργία. Το κάλυμμα του δισκαρίου εικονίζει τα σπάργανα του Χριστού τα οποία δηλώνουν την Ενανθρώπιση του Λόγου γι' αυτό και ο ιερέας καλύπτοντας το δισκάριο λέγει: « Ο Κύριος εβασίλευσεν ευπρέπειαν ενεδύσατο». Το κάλυμμα δε του Αγίου Δισκοποτηρίου συμβολίζει τα εντάφια σάβανα του Χριστού. Ο αέρας με τον οποίον ο ιερέας καλύπτει το δισκοπότηρο και το δισκάριο μαζί, συμβολίζει τη φωτεινή νεφέλη του Θαβώρ.

Ο ιερέας καθώς καλύπτει λέγει τον ψαμό «εκάλυψεν ουρανούς η αρετή αυτού και της συνέσεως αυτού πλήρης η γη» (δηλαδή ότι ο Ιησούς Χριστός ως Θεός είναι Εκείνος ο οποίος σκεπάζει τον ουρανό με τις αρετές Του και η γη πληρώθηκε από την σύνεση και την γνώση Του, εφόσον Τον γνώρισε μαζί με τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα όλη η Οικουμένη). Τον αέρα κινεί ο ιερέας πάνω από τα Τίμια Δώρα καλώς λέμε αργότερα, στη Θεία Λειτουργία, το σύμβολο της Πίστεως και συμβολίζει τον θρίαμβο της Αναστάσεως. Το μάκτρο είναι το κόκκινο πανάκι με το οποίο σκουπίζουμε το στόμα μας όταν κοινωνούμε και το οποίο συμβολίζει τη χλαμύδα με την οποία έντυσαν τον Χριστό στο Πραιτώριο οι στρατιώτες και η οποία ποτίστηκε από το Πανάγιο Αίμα Του που έτρεχε από το μαστιγωμένο Σώμα Του. Ο σπόγγος είναι σφουγγάρι στρογγυλό, φυσικό και εικονίζει εκείνον τον σπόγγο με τον οποίον πότισαν τον Κύριο πάνω στο Σταυρό με ξύδι. Συνήθως, όταν ο ιερέας καταλύσει μετά το τέλος της Θείας Λειτουργίας και σκουπίσει καλά το Άγιο Ποτήριο κατόπιν τοποθετεί τον σπόγγο μέσα στο δισκοπότηρο για ν' απορροφά την υγρασία και να μην οξειδώνεται το μέταλλο.

Η μούσα είναι επίσης σφουγγάρι φυσικό το οποίο είναι λεπτό και καλά πατημένο, κατάλληλο για να συλλέγει ο ιερέας τις μερίδες από το αντιμήνσιο και για να καθαρίζει το δισκάριο. Αφού λοιπόν ο ιερέας στην Προσκομιδή σκεπάσει με τον αέρα τα καλυμμένα δισκάριο και δισκοπότηρο, υποκλίνεται μπροστά στην Αγία Πρόθεση και θυμιάζει τα προσφερόμενα Δώρα λέγοντας την ευχή «θυμίαμα σου προσφέρομεν, Χριστέ ο Θεός ημών εις οσμήν ευωδίας πνευματικής ο προσδεξάμενος εις το υπερουράνιόν Σου θυσιαστήριον, αντακατάπεμψον ημιν την χάριν του Παναγίου σου Πνεύματος» (δηλαδή σου προσφέρουμε θυμίαμα Χριστέ και Θεέ μας ως πνευματική ευωδία , δέξου το στο υπερουράνιο θυσιαστήριό σου και στείλε μας σαν αντάλλαγμα τη Χάρη του Παναγίου σου Πνεύματος). Ζητά από τον Θεό να ευλογήσει τα προτεθέντα και να τα δεχθεί στο υπερουράνιο θυσιαστήριο και να μνημονεύσει όσους πρόσφεραν τα Δώρα αυτά κι εκείνους για τους οποίους προσφέρθηκαν.

Κατόπιν κάνει την απόλυση της προσκομιδής θυμιάζοντάς την όπως και την Αγία Τράπεζα, όπως ακριβώς και ξεκίνησε όταν μπήκε στην Εκκλησία δείχνοντας έτσι ότι αρχή και τέλος είναι ο Θεός όπου θρόνος και τόπος του είναι το θυσιαστήριο. Ο ιερέας κατόπιν ασπάζεται το Ευαγγέλιο κι ευλογεί τον Διάκονο ο οποίος ασπάζεται την Αγία Τράπεζα. Και αφού παίρνει την ευχή του βγαίνει από το ιερό στέκεται στο κέντρο, απέναντι από την Ωραία Πύλη και καλεί τον ιερέα να ξεκινήσει την Θεία Λειτουργία λέγοντας δυνατά «Ευλόγησον Δέσποτα». Από την Αγία Τράπεζα ο ιερέας αποκρίνεται «ευλογημένη η Βασιλεία του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος νυν και αεί και εις του αιώνας των αιώνων». (δηλαδή ας είναι δοξασμένη η Βασιλεία του Πατέρα και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος τώρα και πάντοτε και τις της ατέλειωτη αιωνιότητα) κι έτσι αρχίζει η Θεία Λειτουργία.



Πηγή: http://tokandylaki.blogspot.de/

Σάββατο 6 Ιουλίου 2013

Η ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ

Κάθε Κυριακὴ καὶ κάθε δεσποτική, θεομητορική, ἢ ἁγιολογικὴ ἑορτή, ἡ Ἐκκλησία μας τελεῖ τὴν Θεία Λειτουργία. Γι’ αὐτὸ καλὸ εἶναι νὰ ξέρουμε τὴ σημασία καὶ τὴν σπουδαιότητά της. Τί εἶναι λοιπὸν ἡ Θεία Λειτουργία; Ἃς ἀπαντήσουμε ἁπλὰ καὶ περιληπτικὰ στὸ ἐρώτημα αὐτό.


Α) Ἡ Θεία Λειτουργία εἶναι ἡ μεγαλύτερη πηγὴ εὐλογίας γιὰ τὸν πιστό. Εὐλογία παίρνουμε καὶ μὲ τὸν ἁγιασμὸ καὶ μὲ τὸ ἀντίδωρο καὶ μὲ τὸν τύπο τοῦ σταυροῦ ποὺ κάνει ὁ ἱερέας καὶ μὲ τὰ λείψανα τῶν ἁγίων καὶ μὲ τὰ ἅγια ἀντικείμενα καὶ μὲ τὸ χέρι τοῦ ἱερέως. Εὐλογία παίρνουμε ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ ὅταν ἀγωνιζόμαστε νὰ ἐκτελέσουμε τὶς ἐντολές του καὶ ὅταν προσευχόμαστε καὶ ὅταν συμμετέχουμε σὲ ὁποιαδήποτε ἀκολουθία τῆς Ἐκκλησίας μας. Ἀλλὰ ἡ κυριώτερη καὶ μεγαλύτερη πηγὴ εὐλογίας εἶναι ἡ τέλεση τῆς Θείας Λειτουργίας καὶ ἡ ἐνσυνείδητη καὶ μὲ καθαρὴ συνείδηση μετάληψη τοῦ σώματος καὶ τοῦ αἵματος τοῦ Χριστοῦ μας.


Β) Ἡ Θεία Λειτουργία δὲν εἶναι μία ἁπλὴ δέηση, προσευχή, δοξολογία. Ἀλλὰ ἕνα κατέβασμα τοῦ Θεοῦ στὴ γῆ. Τί λέμε λίγο πρὶν τὴ μεγάλη εἴσοδο; «Οἱ τὰ Χερουβὶμ μυστικῶς εἰκονίζοντες, καὶ τὴ ζωοποιῶ Τριάδι τὸν Τρισάγιον Ὕμνον προσάδοντες, πᾶσαν τὴν βιωτικὴν ἀποθώμεθα μέριμναν, ὡς τὸν Βασιλέα τῶν ὅλων ὑποδεξόμενοι…». Δηλαδή, νὰ ὑποδεχόμαστε ἐν πραγματικὴ καὶ κυριολεκτικὴ ἐννοία τὸν βασιλέα τῶν ὅλων, ὁ ὁποῖος θὰ παρουσιασθεῖ καὶ σωματικῶς, μετὰ «τὰ σὰ ἐκ τῶν σῶν», στὸν καθαγιασμένο ἄρτο καὶ οἶνο ποὺ βρίσκεται πάνω στὴν Ἁγία Τράπεζα. Καὶ λίγο πιὸ κάτω, πρὶν τὴν μετουσίωση τῶν τιμίων δώρων, στὸν «Ἐπινίκιον Ὕμνον» λέμε' « Ἅγιος, Ἅγιος, Ἅγιος, Κύριος Σαβαώθ' πλήρης ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ τῆς δόξης σου. Ὡσαννὰ ἐν τοὶς ὑψίστοις. Εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου. Ὡσαννὰ ἐν τοὶς ὑψίστοις». Δηλαδή, ὅπως ὅταν ἀκοῦμε ὅτι ἔρχεται ὁ πρωθυπουργὸς τῆς χώρας ἢ ὁ πρόεδρος τῆς δημοκρατίας καὶ τρέχουμε νὰ τὸν ὑποδεχθοῦμε καὶ τὴν ἔλευσή του τὴν θεωροῦμε μεγάλο γεγονός, ἔτσι κάνουμε καὶ τώρα. Ἑτοιμαζόμαστε νὰ ὑποδεχθοῦμε τὸν Βασιλέα τῶν ὅλων, τοῦ ὁποίου ἡ βασιλεία δὲν ἔχει τέλος. Καὶ ξεσπᾶμε σὲ ζητωκραυγές. Ὡσαννά-Ὡσαννά…Ἡ Θεία Λειτουργία εἶναι μία ἐπανάληψη καὶ ἐπαναβίωση, τῆς θριαμβευτικῆς ὑποδοχῆς τοῦ Χριστοῦ ὡς βασιλέως εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα, λίγο πρὶν τὸ πάθος του.

Λέμε πολλὲς φορές' «Ἂχ νὰ ζοῦσα ὅταν γεννήθηκε ὁ Χριστὸς καὶ νὰ τὸν προσκυνοῦσα στὴ φάτνη! Ἢ νὰ ζοῦσα ὅταν κήρυττε καὶ νὰ τὸν ἄκουγα καὶ νὰ τὸν ἀκουμποῦσα ὅπως ἡ αἱμορροοῦσα»! Κι ὅμως πραγματικὴ καὶ ἀληθινὴ φάτνη εἶναι ἡ Ἁγία Τράπεζα, ὅπου σωματικὰ βρίσκεται ὁ Χριστὸς καὶ ἡ Θεία Λειτουργία εἶναι Χριστούγεννα. Καὶ τὸ σπουδαιότερο μέσα στὴ Θεία Λειτουργία μας δίνεται ἡ δυνατότητα ὄχι ἁπλῶς νὰ τὸν προσκυνήσουμε ὅπως οἱ μάγοι ἢ νὰ τὸν ἀκουμπήσουμε ὅπως ἡ αἱμορροοῦσα, ἀλλὰ καὶ νὰ τὸν φᾶμε. Νὰ τὸν βάλλουμε μέσα μας. Κάτι ποὺ δὲν μποροῦσε νὰ γίνει μὲ τοὺς συγχρόνους του. Ἡ Θεία Λειτουργία εἶναι ἐπίσης μιὰ ἐπανάληψη τοῦ Μυστικοῦ Δείπνου. Ὁ Χριστός, σωματικὰ παρών, μᾶς τρέφει μὲ τὸ ἄχραντο σῶμα του καὶ μὲ τὸ τίμιο αἷμα του.


Γ) Ἡ Θεία Λειτουργία εἶναι μία διαρκῇς Πεντηκοστή. Λέμε κάποτε' «Ἂχ νὰ ζοῦσα τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς καὶ νὰ βίωνα τὴν κάθοδο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Νὰ ἔπαιρνα τὰ χαρίσματά του». Κι ὅμως στὴ Θεία Λειτουργία συμβαίνει κάθε φορὰ κάθοδος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος! Εἶναι μία διηνεκὴς ἐπανάληψη καὶ ἐπαναβίωση τῆς Πεντηκοστῆς. Τὰ χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, καὶ μάλιστα τὰ ἐσωτερικὰ καὶ σπουδαία (πρβλ. Γάλ. 5,22), κατέρχονται στοὺς πιστούς.


Δ) Στὴ Θεία Λειτουργία ἔχουμε φανέρωση τῆς Ἐκκλησίας. Τί εἶναι Ἐκκλησία; Ἡ ἁγία Γραφὴ δὲν μᾶς δίνει ὁρισμὸ τῆς Ἐκκλησίας. Προσπαθεῖ νὰ τὴν προσδιορίσει μόνο μὲ εἰκόνες. Τὴν παρουσιάζει ὡς οἰκοδομῇ, ἄμπελο, σαγήνη, ποίμνη, σῶμα καὶ ἄλλα πολλά. Αὐτὸ συμβαίνει διότι ἡ Ἐκκλησία εἶναι μυστήριο. Ἀλήθεια τί εἶναι Θεός, Ἁγία Τριάς, παράδεισος, κόλαση καὶ τόσα ἄλλα; Εἶναι μυστήρια. Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ ὀρθόδοξη θεολογία διακρίνεται σὲ καταφατικὴ καὶ ἀποφατική. Στὴ καταφατικὴ προσπαθοῦν, ἡ ἁγία Γραφὴ καὶ οἱ πατέρες, νὰ προσδιορίσουν τί εἶναι Θεός' ἐνῷ στὴν ἀποφατικὴ προσπαθοῦν νὰ προσδιορίσουν τί δὲν εἶναι Θεός. Ἔτσι, μὲ καταφάσεις καὶ ἀρνήσεις, νὰ προσεγγίσει ὁ ἄνθρωπος τὸ μυστήριό του Θεοῦ. Ἔτσι, ἐπειδὴ ἡ Ἐκκλησία εἶναι μυστήριο, ὁμολογοῦμε στὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως' «Πιστεύω…εἰς μίαν, ἁγίαν, καθολικὴν καὶ ἀποστολικὴν Ἐκκλησίαν». Πάντως, ἂν θέλουμε νὰ νοιώσουμε καὶ νὰ αἰσθανθοῦμε καὶ νὰ βιώσουμε τὸ μυστήριό της Ἐκκλησίας, θὰ πρέπει νὰ πᾶμε στὸ ναὸ καὶ νὰ συμμετάσχουμε στὴ Θεία Λειτουργία. Ἐκεῖ βρισκόμαστε ὅλοι ἐν ἀπαρτίᾳ' ἡ Ἁγία Τριάδα, οἱ κληρικοί, οἱ λαϊκοί, οἱ ἄγγελοι, οἱ κεκοιμημένοι ἀδελφοί μας. Ὁλόκληρη ἡ θριαμβεύουσα καὶ ἡ σρατευομένη Ἐκκλησία. Ἂν διαβάσουμε τὰ ὁράματα τοῦ ἁγίου Ἰωάννη τοῦ Θεολόγου στὴν Ἀποκάλυψη, θὰ δοῦμε ἐκεῖ ὁ Θεὸς νὰ περιστοιχίζεται ἀπὸ ἀγγέλους, ἁγίους, μάρτυρες' νὰ δέχεται τοὺς ὕμνους ἀπὸ τοὺς ἀγγέλους καὶ τοὺς ἁγίους ποὺ τὸν περιστοιχίζουν γιὰ τοὺς ζῶντες πιστούς, ἀλλὰ καὶ τὶς προσευχὲς καὶ τὶς δοξολογίες καὶ τὶς δεήσεις τῶν ζώντων χριστιανῶν, πρὸς Αὐτὸν καὶ τοὺς ἁγίους, καὶ νὰ ὑπάρχει μία ἐπικοινωνία καὶ μία συνάφεια μεταξὺ ὅλων αὐτῶν. Νὰ ἡ Ἐκκλησία. Ὁ Θεὸς καὶ σύμπασα ἡ περὶ αὐτὸν καὶ ἡ ὑπ’ αὐτοῦ δημιουργηθεῖσα φύση.


Ὑπάρχει στὸ λαό μας ἡ ἔκφραση' «Θ’ ἀνοίξω Ἐκκλησία». Τί σημαίνει αὐτό; Ὅτι θ’ ἀνοίξει ἡ πόρτα τῆς Ἐκκλησίας καὶ θὰ μποῦνε μέσα καὶ θὰ ἀνάψουν κεριὰ καὶ καντήλια; Καὶ μάλιστα πολλοὶ τῶν χριστιανῶν κάνουν φασαρία νὰ τοὺς δοθεῖ τὸ κλειδὶ ἀπὸ τὸ νεωκόρο ἢ τὸν ἱερέα γιὰ ν’ ἀνοίξουν ἰδιοχείρως τὸν ναό. Ἡ ἔκφραση αὐτὴ θεολογικὰ σημαίνει ὅτι θὰ ἐμφανισθεῖ καὶ θὰ βιωθεῖ τὴν ἡμέρα ἐκείνη τὸ μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ λαός μας, ἐπειδὴ στὸ ναὸ λαμβάνει χώρα τὸ μυστήριό της Ἐκκλησίας, δηλαδὴ ἡ Θεία Λειτουργία, ποὺ εἶναι τὸ κυριώτερο τῶν τελουμένων, δὲν λέγει ποτὲ ὅτι θὰ πάω στὸ ναό, ἀλλὰ ὅτι θὰ πάω Ἐκκλησία.


Νὰ λοιπὸν ἡ σπουδαιότητα τῆς Λειτουργίας. Γι’ αὐτὸ οἱ χριστιανοὶ στὶς κατακόμβες μὲ κίνδυνο τῆς ζωῆς τοὺς ἔτρεχαν νὰ παραβρεθοῦν στὴν Λειτουργία. Γι’ αὐτὸ ὁ Παῦλος λέγει μὴ ἐγκαταλείπετε τὴν ἐπισυναγωγή μας. Στὸ σπίτι νὰ προσευχηθεῖς, ν’ ἀκούσεις κήρυγμα' νὰ πᾷς στὸ ἐκκλησάκι καὶ νὰ κάνεις τὸ σταυρό σου καὶ ν’ ἀνάψεις τὸ κεράκι σου' ἀλλὰ αὐτὸ δὲν ἀρκεῖ, δὲν σῴζει. Δὲν εἶναι ἡ Ἐκκλησία. Αὐτὴ ὑπάρχει μόνο στὴ Λειτουργία.


Πηγή: pmeletios.com





Συνοπτική ανάλυση και ερμηνεία της Θείας Λειτουργίας

Η ΘΕΙΑ Λειτουργία αποτελεί το κέντρο της ορθόδοξης λατρείας. Είναι το μεγαλύτερο μυστήριο της Εκκλησίας μας, το μυστήριο της παρουσίας του Χριστού ανάμεσά μας. Γι' αυτό και παραμένει πάντα η μοναδική ελπίδα αληθινής ζωής για τον άνθρωπο. Στον πνευματικό χώρο της θείας Λειτουργίας μας εισάγει αριστοτεχνικά ο άγιος Νικόλαος Καβάσιλας, μεγάλος μυστικός θεολόγος και κορυφαίος θεωρητικός της λειτουργικοπνευματικής ζωής, ο σημαντικότερος εκπρόσωπος του ορθόδοξου ανθρωπισμού του 14ου αιώνα.

Ο θεόπνευστος λόγος του αγίου ανοίγει τα πνευματικά μας μάτια, κάνοντάς μας ικανούς να πλησιάσουμε με αίσθηση ψυχής τη θεία Λειτουργία και να γίνουμε ουσιαστικοί συμμέτοχοί της, όχι παθητικοί θεατές της. Έτσι θα μπορέσουμε ν ανταποκριθούμε με επίγνωση στο ευφρόσυνο κάλεσμα που η μητέρα μας Εκκλησία επαναλαμβάνει σε κάθε ευχαριστιακή της σύναξη: «Γεύσασθε και ίδετε ότι χρηστός ο Κύριος».

ΕΡΓΟ της θείας Λειτουργίας είναι η μεταβολή των δώρων που προσφέρουν οι πιστοί – του άρτου και του οίνου – σε σώμα και αίμα Χριστού. Και σκοπός της είναι ο αγιασμός των πιστών, οι οποίοι με τη θεία μετάληψη αποκομίζουν την άφεση των αμαρτιών τους, την κληρονομία της βασιλείας των ουρανών και κάθε πνευματικό αγαθό. Σ αυτό το έργο και το σκοπό συμβάλλουν οι προσευχές, οι ψαλμωδίες, τα αγιογραφικά αναγνώσματα και όλα εκείνα που τελούνται και λέγονται στη διάρκεια της Λειτουργίας. Μέσα σε αυτά είναι σαν να βλέπουμε σε ένα πίνακα ζωγραφισμένη ολόκληρή τη ζωή του Χριστού, από την αρχή ως το τέλος της. Γιατί ο καθαγιασμός των δώρων, η ίδια δηλαδή η θυσία, διακηρύσσει τον θάνατο, την ανάσταση και την ανάληψή Του, καθώς τα δώρα αυτά μεταβάλλονται στο ίδιο το σώμα του Κυρίου, δηλαδή την έλευσή Του στον κόσμο, τη δημόσια εμφάνισή Του, τα θαύματα και τη διδασκαλία Του. Κι εκείνα που έπονται της θυσίας, συμβολίζουν την κάθοδο του Αγίου Πνεύματος στους Αποστόλους, την επιστροφή των ανθρώπων στο Θεό και την κοινωνία τους μαζί Του.

Οι πιστοί που εκκλησιάζονται και συμμετέχουν σε όλα αυτά με προσηλωμένο το νου, γίνονται πιο σταθεροί στην πίστη, πιο θερμοί στην ευλάβεια και την αγάπη τους προς τον Θεό. Με τέτοιες λοιπόν διαθέσεις αξιώνονται να πλησιάσουν και τη φωτιά των μυστηρίων και να μεταλάβουν με κάθε ασφάλεια και οικειότητα. Αυτό είναι συνοπτικά το νόημα της Θείας Λειτουργίας. Ας την εξετάσουμε τώρα όσο μπορούμε λεπτομερέστερα, αρχίζοντας με εκείνα που τελούνται στην αγία Πρόθεση [Ειδικός χώρος που βρίσκεται αριστερά από την αγία τράπεζα, όπου τοποθετούνται (προτίθενται-πρόθεση) τα δώρα που προσφέρουν (προσκομίζουν-προσκομιδή) οι πιστοί για τη θεία Ευχαριστία. Εδώ γίνεται η αναγκαία προετοιμασία τους από τον λειτουργό ιερέα].


Η ΠΡΟΣΚΟΜΙΔΗ

Το ψωμί και το κρασί που προσφέρουν οι πιστοί για τη λειτουργία, και τα οποία συμβολίζουν το σώμα και το αίμα του Κυρίου, δεν τοποθετούνται από την αρχή στο Θυσιαστήριο για τη θυσία, αλλά πρώτα τοποθετούνται στην αγία Πρόθεση και αφιερώνονται στο Θεό σαν δώρα τίμια – αυτή είναι πλέον και η ονομασία τους. Προσφέρουμε στο Θεό ψωμί και κρασί, γιατί αυτά αποτελούν τροφή αποκλειστικά ανθρώπινη, με την οποία συντηρείται και εκδηλώνεται η ζωή μας. Για αυτό και πιστεύεται πως, όταν προσφέρει κανείς τροφή, είναι σαν να προσφέρει την ίδια τη ζωή. Επειδή λοιπόν με τα μυστήρια ο Θεός μας χαρίζει την ανθρώπινη ζωή, ήταν φυσικό και το δικό μας δώρο να είναι κατά κάποιο τρόπο ζωή, για να μην είναι αταίριαστη η προσφορά μας με την ανταπόδοση του Θεού, αλλά να έχει κάτι συγγενικό.

Άλλωστε ο Κύριος παρήγγειλε να Του προσφέρουμε ψωμί και κρασί, κι Αυτός πάλι μας ανταποδίδει «άρτον ουράνιον» και «ποτήριον ζωής». Θέλησε να Του προσφέρουμε εμείς εφόδια της πρόσκαιρης ζωής, κι Εκείνος να μας αντιπροσφέρει την αιώνια ζωή. Για να φανούν έτσι η χάρη Του σαν αμοιβή και το αμέτρητο έλεός Του σαν πράξη δικαιοσύνης.

Ο ιερέας αφού πάρει στα χέρια του τον άρτο, από τον οποίο θα κόψει το ιερό τμήμα που θα μεταβληθεί σε σώμα Χριστού, λέει: «Εις ανάμνησιν του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού». Τα λόγια αυτά αναφέρονται σε όλη τη λειτουργία και ανταποκρίνονται στην παραγγελία που άφησε ο Χριστός όταν παρέδωσε το μυστήριό της Θείας Ευχαριστίας: «Τούτο ποιείτε εις την εμήν ανάμνησιν» (Λουκ. 22:19). Αλλά ποια είναι αυτή η ανάμνηση; Πως θα θυμηθούμε τον Κύριο στη Λειτουργία και τι θα διηγηθούμε για Αυτόν;

Μήπως εκείνα που Τον απέδειξαν Θεό παντοδύναμο; Ότι δηλαδή ανέστησε νεκρούς, χάρισε το φως σε τυφλούς, πρόσταξε τους ανέμους να κοπάσουν, χόρτασε χιλιάδες ανθρώπους με λίγα ψωμιά; Όχι, ο Χριστός δεν ζήτησε να θυμόμαστε αυτά, αλλά μάλλον εκείνα που φανερώνουν αδυναμία, δηλαδή τη σταύρωση, το πάθος, το θάνατο. Γιατί τα πάθη ήταν πιο αναγκαία από τα θαύματα. Τα πάθη του Χριστού μας προξενούν τη σωτηρία και την ανάσταση, ενώ τα θαύματά Του αποδεικνύουν μόνο ότι Αυτός είναι ο αληθινός Σωτήρας.

Αφού λοιπόν ο ιερέας πεί, «Εις ανάμνησιν του Κυρίου…», προσθέτει εκείνα που δηλώνουν τη σταύρωση και το θάνατο. Τεμαχίζει δηλαδή με το μαχαίρι τον άρτο, λέγοντας την προφητεία: «Σάν πρόβατο οδηγήθηκε στην σφαγή. Και σαν αρνί αμώμητο, που παραμένει άφωνο μπροστά σ αυτόν που το κουρεύει, έτσι κι Αυτός δεν ανοίγει το στόμα Του.

Καταδικάστηκε σε ταπεινωτικό θάνατο και Του αρνήθηκαν δίκαιη κρίση. Και ποιός μπορεί να μας μιλήσει για την καταγωγή του; Γιατί εξαλείφθηκε η ζωή Του από το πρόσωπο της γης» (Ησ. 53:7-8). Κι αφού εναποθέσει στο άγιο Δισκάριο το ιερό τμήμα που έκοψε (Αμνό), προσθέτει τα λόγια: «Θυσιάζεται ο Αμνός του Θεού, που παίρνει επάνω Του την αμαρτία των ανθρώπων» (πρβλ. Ιω. 1:29). Μετά χαράζει πάνω στον Αμνό το σημείο του σταυρού, δείχνοντας έτσι τον τρόπο που έγινε η θυσία: με το σταυρό. Ύστερα, με το μαχαίρι που έχει σχήμα λόγχης, κεντάει τον Αμνό στο δεξί μέρος και λέει: «Ένας από τους στρατιώτες Του τρύπησε την πλευρά με τη λόγχη». Και χύνοντας μέσα στο άγιο Ποτήριο κρασί και νερό, συμπληρώνει: «κι αμέσως βγήκε αίμα και νερό» (Ιω. 19:34).

Ο ιερέας συνεχίζει την Προσκομιδή. Αφαιρεί τώρα μικρά κομματάκια (μερίδες) από τους υπόλοιπους άρτους, και σαν δώρα ιερά τα τοποθετεί στο άγιο Δισκάριο, λέγοντας για το καθένα: «Εις δόξαν της Παναγίας του Θεού Μητρός», ή «Εις πρεσβείαν του τάδε ή του τάδε Αγίου» ή «Εις άφεσιν αμαρτιών των τάδε ζώντων ή των τάδε τεθνεώτων». Τι σημαίνουν αυτά; Ευχαριστία στο Θεό και ικεσία. Γιατί με τα δώρα μας είτε ανταποδίδουμε στον ευεργέτη την ευεργεσία που μας έκανε είτε καλοπιάνουμε κάποιον για να μας ευεργετήσει. Έτσι και εδώ η Εκκλησία, με τα δώρα που προσφέρει στο Θεό, Τον ευχαριστεί γιατί στα πρόσωπα των Αγίων της της δόθηκαν η άφεση των αμαρτιών και η βασιλεία των ουρανών. Και Τον ικετεύει να δοθούν αυτά τα αγαθά και στα παιδιά της που ακόμα ζούν και το τέλος τους είναι αβέβαιο, καθώς επίσης και σε εκείνα που έχουν πεθάνει, αλλά με ελπίδες όχι τόσο καλές και σίγουρες. Για αυτό λοιπόν μνημονεύει ονομαστικά πρώτα τους Αγίους, έπειτα τους ζώντες και τέλος τους κεκοιμημένους. Και για τους Αγίους ευχαριστεί, ενώ για τους άλλους ικετεύει.

Τα όσα ειπώθηκαν και έγιναν πάνω στον Αμνό, για να συμβολίσουν το θάνατο του Κυρίου, είναι απλές περιγραφές και σύμβολα. Ο Αμνός παρέμεινε άρτος, μόνο που τώρα έγινε δώρο αφιερωμένο στο Θεό, και συμβολίζει το σώμα του Χριστού στην πρώτη Του ηλικία. Για αυτό ο ιερέας αναπαριστά τα θαύματα που έγιναν στον νεογέννητο Κύριο στη φάτνη. Βάζει πάνω στον άρτο τον λεγόμενο Αστερίσκο και λέει: «Και να, το αστέρι ήρθε και στάθηκε πάνω από τον τόπο, όπου ήταν το Παιδί» (Ματθ. 2:9). Ύστερα σκεπάζει το Δισκάριο και το Ποτήριο με πολυτελή καλύμματα και θυμιάζει. Γιατί αρχικά ήταν συγκαλυμμένη η δύναμη του Χριστού, μέχρι τον καιρό που Αυτός άρχισε να θαυματουργεί, και ο Θεός Πατέρας έδινε τη μαρτυρία Του από τον ουρανό.

Αφού λοιπόν ολοκληρωθεί η Προσκομιδή, ο λειτουργός έρχεται στο Θυσιαστήριο, στέκεται μπροστά στην αγία Τράπεζα και αρχίζει τη Λειτουργία.


Η ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ
Δοξολογία
«Ευλογημένη η βασιλεία του Πατρός και του Υιού και του αγίου Πνεύματος…». Μ αυτή τη δοξολογία αρχίζει ο ιερέας τη Λειτουργία. Γιατί και οι ευγνώμονες δούλοι το ίδιο κάνουν όταν παρουσιάζονται στον κύριό τους. Πρώτα-πρώτα δηλαδή τον εγκωμιάζουν, κι έπειτα τον παρακαλούν για τις δικές τους υποθέσεις. Και ποια είναι η πρώτη αίτηση του ιερέα; «Υπέρ της άνωθεν ειρήνης και της σωτηρίας των ψυχών ημών». Λέγοντας ειρήνη, δεν εννοεί μόνο τη μεταξύ μας ειρήνη, όταν δηλαδή δεν μνησικακούμε εναντίον κανενός, αλλά και την ειρήνη προς τους εαυτούς μας, όταν δηλαδή η καρδιά μας δεν μας κατηγορεί για τίποτα. Την αρετή της ειρήνης, βέβαια, την έχουμε πάντοτε ανάγκη, μά ιδιαίτερα την ώρα της προσευχής, γιατί χωρίς αυτήν κανείς δεν μπορεί να προσευχηθεί σωστά και να απολαύσει κάποιο καλό από την προσευχή του.

Στη συνέχεια παρακαλούμε για την Εκκλησία, για το κράτος και τους άρχοντες, για όσους βρίσκονται σε κινδύνους, για όλους γενικά τους ανθρώπους. Και δεν προσευχόμαστε μόνο για ό,τι ενδιαφέρει την ψυχή, αλλά και για τα αναγκαία υλικά αγαθά – «υπέρ ευκρασίας αέρων, ευφορίας των καρπών της γης…». Γιατί ο Θεός είναι ο αίτιος και χορηγός όλων, και σ Αυτόν μόνο πρέπει να έχουμε στραμμένα τα βλέμματά μας. Σε όλες τις αιτήσεις οι πιστοί επαναλαμβάνουν μία μόνο φράση, το «Κύριε, ελέησον». Το να ζητάμε το έλεος του Θεού ισοδυναμεί με το να ζητάμε τη βασιλεία Του. Γι' αυτό και οι πιστοί αρκούνται σ αυτή τη δέηση, γιατί αυτή τα περιλαμβάνει όλα.

Έπειτα αρχίζουν οι ψαλμωδίες που περιέχουν θεόπνευστα λόγια από τους Προφήτες. Τα αντίφωνα -έτσι λέγονται- μας αγιάζουν και μας προπαρασκευάζουν για το μυστήριο.

Ταυτόχρονα όμως μας θυμίζουν τα πρώτα χρόνια της παρουσίας του Χριστού στη γη, τότε που Εκείνος δεν φαινόταν ακόμα στον πολύ κόσμο, και για αυτό ήταν απαραίτητα τα προφητικά λόγια. Όταν αργότερα εμφανίστηκε ο Ίδιος, δεν υπήρχε πλέον ανάγκη των προφητών, αφού Τον έδειχνε παρόντα ο Βαπτιστής Ιωάννης.

Την ώρα που ψάλλεται το τρίτο αντίφωνο, γίνεται η είσοδος του Ευαγγελίου με τη συνοδεία λαμπάδων. Το Ευαγγέλιο το κρατάει ο διάκονος ή, αν δεν υπάρχει διάκονος, ο ιερέας. Ενώ λοιπόν αυτός πρόκειται να εισέλθει στο Ιερό, στέκεται σε μικρή απόσταση από την Ωραία Πύλη και παρακαλεί τον Θεό να τον συνοδεύσουν άγιοι άγγελοι, για να γίνουν συμμέτοχοί του στην ιερουργία και τη δοξολογία.

Στη συνέχεια σηκώνει ψηλά το Ευαγγέλιο, το δείχνει στους πιστούς και, αφού εισέλθει στο Θυσιαστήριο, το αποθέτει στην αγία Τράπεζα.

Η ύψωση του Ευαγγελίου συμβολίζει την ανάδειξη του Κυρίου όταν άρχισε να εμφανίζεται στα πλήθη. Γιατί με το Ευαγγέλιο δηλώνεται ο ίδιος ο Χριστός. Τώρα λοιπόν που φανερώνεται ο Χριστός, κανείς δεν προσέχει τα λόγια των Προφητών, Γι' αυτό, μετά τη μικρή Είσοδο, ψάλλουμε ό,τι έχει σχέση με την καινούρια ζωή που έφερε ο Χριστός. Υμνούμε τον ίδιο τον Χριστό για όσα έκανε για μας. Εγκωμιάζουμε επίσης την Παναγία ή άλλους Αγίους, ανάλογα με την εορτή ή τον Άγιο που τιμά η Εκκλησία κάθε φορά.

Ανυμνούμε τέλος τον ίδιο τον Τριαδικό Θεό, ψάλλοντας: «Άγιος ο Θεός, άγιος ισχυρός, άγιος αθάνατος, ελέησον ημάς». Το «Άγιος, άγιος, άγιος…» αποτελεί τον ύμνο των αγγέλων (Ησ. 6:3). Και τα «Θεός», «ισχυρός» και «αθάνατος» είναι λόγια του προφήτη Δαβίδ: «Εδίψησεν η ψυχή μου προς τον Θεόν, τον ισχυρόν, τον ζώντα» (Ψαλμ. 41:3). Ψάλλουμε τον Τρισάγιο Ύμνο μετά την είσοδο του Ευαγγελίου, για να διακηρύξουμε πως με την έλευση του Χριστού άγγελοι και άνθρωποι ενώθηκαν και αποτελούν πλέον μία Εκκλησία.

Αμέσως μετά ο ιερέας παραγγέλλει σε όλους να μη στέκονται με οκνηρία, αλλά να έχουν προσηλωμένο το νου τους σε εκείνα που θα ακολουθήσουν. Αυτό σημαίνει το «Πρόσχωμεν».

Και με το «Σοφία» υπενθυμίζει στους πιστούς τη σοφία με την οποία πρέπει να συμμετέχουν στη Λειτουργία. Αυτή είναι οι καλοί λογισμοί που έχουν όσοι είναι πλούσιοι σε πίστη και ξένοι από καθετί ανθρώπινο. Είναι πράγματι ανάγκη να παρακολουθούμε τη Λειτουργία με τους πρέποντες λογισμούς, αν βέβαια θέλουμε να μην χάνουμε άδικα τον καιρό μας.

Επειδή όμως κάτι τέτοιο δεν είναι εύκολο, χρειάζεται και η δική μας προσοχή και η εξωτερική υπενθύμιση, ώστε να ξανασυγκεντρώνουμε το νου μας, που συνεχώς ξεχνιέται και παρασύρεται σε μάταιες φροντίδες.

Επίσης και η εκφώνηση «Ορθοί» περιέχει παραίνεση. Θέλει μπροστά στο Θεό να στεκόμαστε πρόθυμοι, με ευλάβεια και ζήλο πολύ. Και πρώτο σημάδι αυτού του ζήλου είναι η όρθια στάση του σώματός μας. Ύστερα από αυτές τις εκφωνήσεις, διαβάζονται το Αποστολικό και το Ευαγγελικό ανάγνωσμα. Αυτά δηλώνουν τη φανέρωση του Κυρίου, όπως γινόταν σιγά-σιγά μετά την πρώτη Του εμφάνιση στους ανθρώπους. Στη μικρή Είσοδο το Ευαγγέλιο ήταν κλειστό και συμβόλιζε το διάστημα των τριάντα πρώτων ετών του Κυρίου, τότε που ο Ίδιος ακόμα σιωπούσε. Τώρα όμως που διαβάζονται τα αναγνώσματα, έχουμε την πληρέστερη αποκάλυψή Του, με όσα ο Ίδιος δίδασκε δημόσια και με όσα πρόσταζε τους Αποστόλους να κηρύσσουν.


Μεγάλη Είσοδος

Σε λίγο ο λειτουργός θα προχωρήσει πλέον στη θυσία, και πρέπει τα δώρα που πρόκειται να θυσιαστούν, να τοποθετηθούν στην αγία Τράπεζα. Για αυτό έρχεται τώρα στην Πρόθεση, παίρνει τα τίμια δώρα, τα κρατάει στο ύψος του κεφαλιού του και βγαίνει από το Ιερό. Προχωρώντας με πολλή κοσμιότητα και με βήμα αργό, τα περιφέρει στο ναό, ανάμεσα στο πλήθος, συνοδευόμενος από λαμπάδες και θυμιάματα. Τελικά εισέρχεται στο θυσιαστήριο και τα αποθέτει στην αγία Τράπεζα.

Στο πέρασμα του ιερέα οι πιστοί ψάλλουν και προσκυνούν με κάθε σεβασμό παρακαλώντας να τους μνημονεύει την ώρα που θα προσφέρει στο Θεό τα τίμια δώρα. Γιατί ξέρουν πως δεν υπάρχει αποτελεσματικότερη ικεσία από τούτη τη φρικτή θυσία, που καθάρισε δωρεάν όλες τις αμαρτίες του κόσμου (Χαρακτηριστικό λειτουργικό στοιχείο της Μεγάλης Εισόδου είναι ο Χερουβικός Ύμνος, που ψάλλεται σε αργό μέλος από το χορό: «Οι τα Χερουβίμ μυστικώς εικονίζοντες και τη ζωοποιώ Τριάδι τον τρισάγιον ύμνον προσάδοντες, πάσαν την βιοτικήν αποθώμεθα μέριμναν, ως τον βασιλέα των όλων υποδεξόμενοι, ταις αγγελικαίς αοράτως δορυφορούμενον τάξεσιν. Αλληλούια». Δηλαδή: «Εμείς που μυστικά εικονίζουμε τα Χερουβείμ και ψάλλουμε στη ζωοποιό Τριάδα τον τρισάγιο ύμνο, ας αφήσουμε κάθε βιοτική μέριμνα, για να υποδεχθούμε τον Βασιλιά των όλων, που αόρατα συνοδεύεται από τα αγγελικά τάγματα. Αλληλούια»). Η μεγάλη Είσοδος συμβολίζει την πορεία του Χριστού προς την Ιερουσαλήμ, όπου έπρεπε να θυσιαστεί. Καθισμένος τότε πάνω σε ζώο, έμπαινε στην Αγία Πόλη, συνοδευόμενος και υμνούμενος από τα πλήθη.


Σύμβολο της πίστεως

Ο ιερέας καλεί τώρα τους πιστούς να προσευχηθούν «υπέρ των προτεθέντων τιμίων δώρων»: «Ας παρακαλέσουμε τον Θεό να αγιαστούν τα τίμια δώρα που είναι μπροστά μας, ώστε να εκπληρωθεί έτσι ο αρχικός μας σκοπός». Ύστερα, αφού προσθέσει και άλλες αιτήσεις, παρακινεί όλους να έχουν μεταξύ τους ειρήνη («Ειρήνη πάσι») και αγάπη («Αγαπήσωμεν αλλήλους…»). Κι επειδή τη μεταξύ μας αγάπη ακολουθεί η αγάπη στο Θεό και η τέλεια και ζωντανή μας πίστη σ Αυτόν, Γι' αυτό, αμέσως μετά ομολογούμε τον αληθινό Θεό: «Πατέρα, Υιόν και άγιον Πνεύμα, Τριάδα ομοούσιον και αχώριστον».

«Τας θύρας, τας θύρας· εν σοφία πρόσχωμεν», συμπληρώνει ο λειτουργός. Μ αυτό θέλει να πεί: «Ανοίξτε διάπλατα όλες τις πόρτες, δηλαδή τα στόματα και τα αυτιά σας, στην αληθινή σοφία, δηλαδή σε όσα υψηλά μάθατε και πιστεύετε για το Θεό. Αυτά συνεχώς να λέτε και να ακούτε, και μάλιστα με ζήλο και προσοχή». Τότε οι πιστοί απαγγέλλουν δυνατά το Σύμβολο της Πίστεως («Πιστεύω εις έναν Θεόν…») .


Αγία αναφορά

«Στώμεν καλώς· στώμεν μετά φόβου. Πρόσχωμεν την αγίαν αναφοράν εν ειρήνη προσφέρειν», προτρέπει πάλι ο ιερέας. Δηλαδή: «Ας σταθούμε γερά σε όσα ομολογήσαμε με το «Πιστεύω…», χωρίς να κλονιζόμαστε από τους αιρετικούς. Ας σταθούμε με φόβο, γιατί είναι μεγάλος ο κίνδυνος να πλανηθούμε. Όταν έτσι σταθεροί παραμένουμε στην πίστη, τότε ας προσφέρουμε τα δώρα μας στο Θεό με ειρήνη». Στο σημείο αυτό οι πιστοί πρέπει να έχουν στο νου τους και τα λόγια του Κυρίου: «Αν προσφέρεις το δώρο σου στο θυσιαστήριο και θυμηθείς ότι κάποιος κάτι έχει εναντίον σου, συμφιλιώσου πρώτα μαζί του, και μετά έλα να προσφέρεις το δώρο σου» (Ματθ. 5:23 -24).

Αφού λοιπόν ο ιερέας ανυψώσει τις ψυχές και τα φρονήματα των πιστών από τα επίγεια προς τα ουράνια, αρχίζει την ευχαριστήρια προσευχή. Μιμείται έτσι τον πρώτο Ιερέα, τον Χριστό, που ευχαρίστησε το Θεό Πατέρα προτού παραδώσει το μυστήριό της θείας Ευχαριστίας. Τον δοξολογεί τώρα κι αυτός και Τον υμνεί μαζί με τους αγγέλους. Τον ευγνωμονεί για όλες τις ευχαριστίες που μας έκανε από την αρχή της δημιουργίας. Τον ευχαριστεί ιδιαίτερα για την έλευση του Μονογενούς Του Υιού στον κόσμο και για την παράδοση του μυστηρίου της θείας Ευχαριστίας. Διηγείται μάλιστα και τα σχετικά με τον Μυστικό Δείπνο, επαναλαμβάνοντας τα ίδια τα λόγια του Κυρίου: «Λάβετε, φάγετε… Πίετε εξ αυτού πάντες…» (Ματθ. 26:26–27).

Ο ιερέας, αφού πεί, «Έχοντας λοιπόν στο νου μας αυτή τη σωτήρια εντολή και όλα όσα έχουν γίνει για μας, δηλαδή τη σταύρωση, την ταφή, την τριήμερη ανάσταση, την ανάληψη στους ουρανούς, την ενθρόνιση στα δεξιά του Πατέρα, τη δεύτερη και ένδοξη πάλι παρουσία», καταλήγει με την εκφώνηση: «Τα σά εκ των σών σοί προσφέροντες κατά πάντα και δια πάντα, σε υμνούμεν, σε ευλογούμεν, σοί ευχαριστούμεν, Κύριε, και δεόμεθά σου, ο Θεός ημών». Με τούτα τα λόγια είναι σαν να λέει στον ουράνιο Πατέρα: «Σου προσφέρουμε την ίδια εκείνη προσφορά που ο ίδιος ο Μονογενής Σου Υιος πρόσφερε σ Εσένα, το Θεό και Πατέρα. Και προσφέροντας την, Σ ευχαριστούμε, γιατί κι Εκείνος προσφέροντας την Σ ευχαριστούσε.

Τίποτα δικό μας δεν προσθέτουμε σ αυτή την προσφορά των δώρων. Γιατί δεν είναι δικά μας έργα τούτα τα δώρα, αλλά δικά Σου δημιουργήματα. Ούτε και δική μας επινόηση είναι αυτός ο τρόπος της λατρείας, αλλά Εσύ μας τον δίδαξες κι Εσύ μας παρακίνησες να Σε λατρεύουμε με αυτόν τον τρόπο. Γι' αυτό, όσα Σου προσφέρουμε, είναι εξ ολοκλήρου δικά Σου. . . ».

Την ίδια στιγμή ο ιερέας προσπίπτει και ικετεύει θερμά το Θεό. Παρακαλεί για τα δώρα που έχει μπροστά του, ώστε να δεχθούν το πανάγιο και παντοδύναμο Πνεύμα Του και να μεταβληθούν ο μεν άρτος στο ίδιο το άγιο σώμα του Χριστού, ο δε οίνος στο ίδιο το άχραντο αίμα Του. Μετά απ αυτές τις ευχές, η θεία ιερουργία ολοκληρώθηκε! Τα δώρα αγιάστηκαν!

Η θυσία πραγματοποιήθηκε! Το μεγάλο θύμα και σφάγιο, που θυσιάστηκε για χάρη του κόσμου, βρίσκεται μπροστά στα μάτια μας, πάνω στην αγία Τράπεζα! Γιατί ο άρτος δεν είναι πλέον τύπος του Δεσποτικού σώματος. Είναι το ίδιο το πανάγιο σώμα του Κυρίου που δέχτηκε όλες εκείνες τις προσβολές, τα ραπίσματα, τα φτυσίματα, τις πληγές, τη χολή, τη σταύρωση. Και ο οίνος είναι το ίδιο το αίμα που ξεπήδησε όταν σφαζόταν το σώμα. Αυτό είναι το σώμα, αυτό είναι το αίμα που έλαβε σύσταση από το Άγιο Πνεύμα, που γεννήθηκε από τον Παρθένο Μαρία, που θάφτηκε, αναστήθηκε την τρίτη ημέρα, ανέβηκε στους ουρανούς και κάθησε στα δεξιά του Πατέρα. Και πιστεύουμε πως έτσι είναι, γιατί ο ίδιος ο Κύριος είπε: «Τούτο εστί το σώμα μου… τούτο εστί το αίμα μου» (Μαρκ. 14:22, 24). Και γιατί ο Ίδιος παρήγγειλε στους Αποστόλους και σ όλη την Εκκλησία: «Τούτο ποιείτε εις την εμήν ανάμνησιν» (Λουκ. 22:19). Δεν θα πρόσταζε να επαναλαμβάνουν αυτό το μυστήριο, αν δεν είχε σκοπό να τους δώσει δύναμη να το επιτελούν. Και ποια είναι η δύναμη; Το Άγιο Πνεύμα. Αυτό είναι που με το χέρι και τη γλώσσα των ιερέων τελεσιουργεί τα μυστήρια. Ο λειτουργός είναι υπηρέτης της χάριτος του αγίου Πνεύματος, χωρίς να προσφέρει τίποτε από τον εαυτό του. Γι' αυτό και δεν έχει σημασία αν τύχει να είναι ο ίδιος γεμάτος αμαρτίες. Κάτι τέτοιο δεν νοθεύει την προσφορά των δώρων, τα οποία είναι πάντοτε ευάρεστα στο Θεό.

Όπως κι ένα φάρμακο που κατασκευάστηκε από άνθρωπο άσχετό με την ιατρική επιστήμη, δεν χάνει τη θεραπευτική του δράση, αρκεί μόνο να κατασκευάστηκε σύμφωνα με τις οδηγίες του γιατρού.

Αφού λοιπόν συμπληρωθεί η θυσία, ο ιερέας, βλέποντας μπροστά του το ενέχυρο της θείας φιλανθρωπίας, τον Αμνό του Θεού, ευχαριστεί και ικετεύει. Ευχαριστεί το Θεό για όλους τους αγίους, γιατί στο πρόσωπό τους η Εκκλησία βρήκε εκείνο που ζητάει, τη βασιλεία των ουρανών. Ιδιαίτερα -«εξαιρέτως»- ευχαριστεί για την υπερευλογημένη Θεοτόκο και αειπάρθενο Μαρία, γιατί αυτή υπερβαίνει κάθε αγιοσύνη. Και ικετεύει ο ιερέας για όλους τους πιστούς -τους κεκοιμημένους και τους ζώντες- γιατί αυτοί δεν έφτασαν στην τελειότητα ακόμα κι έχουν ανάγκη από προσευχή.


Θεία Κοινωνία

Σε λίγο ο λειτουργός θα κοινωνήσει ο ίδιος και θα προσκαλέσει και τους πιστούς στα θεία Μυστήρια. Επειδή όμως δεν επιτρέπεται σε όλους ανεξαίρετα η θεία Μετάληψη, ο ιερέας, υψώνοντας τον ζωοποιό Άρτο και δείχνοντάς Τον, εκφωνεί: «Τα άγια τοις αγίοις». Είναι σαν να λέει: «Να ο Άρτος της ζωής! Τον βλέπετε. Λοιπόν, τρέξτε να τον μεταλάβετε. Όχι όμως όλοι, αλλά όποιος είναι άγιος. Γιατί τα άγια επιτρέπονται μόνο στους αγίους». Αγίους εδώ εννοεί όχι μόνο εκείνους που έφτασαν στην τελειότητα της αρετής, αλλά κι εκείνους που αγωνίζονται να φτάσουν σ αυτήν, έστω κι αν ακόμα υστερούν. Για αυτό οι χριστιανοί, αν δεν πέφτουν σε θανάσιμα αμαρτήματα που τους εμποδίζουν από το Χριστό και τους νεκρώνουν πνευματικά, δεν έχουν κανένα εμπόδιο να κοινωνούν [Άλλωστε η θεία Λειτουργία γίνεται για να κοινωνούν οι πιστοί. Όπως λέει ο Μέγας Βασίλειος, «το να κοινωνεί κανείς και να μεταλαμβάνει κάθε μέρα το άγιο σώμα και αίμα του Χριστού, είναι καλό και ωφέλιμο». Η συχνή θεία Κοινωνία, όμως, προϋποθέτει τον συνεχή πνευματικό αγώνα και την κατάλληλη προετοιμασία (νήψη-προσευχή, μετάνοια-εξομολόγηση κ. λπ. )].

Στην εκφώνηση του ιερέα, «Τα άγια τοις αγίοις», οι πιστοί αποκρίνονται δυνατά: «Εις άγιος, εις Κύριος, Ιησούς Χριστός, εις δόξαν Θεού Πατρός». Γιατί κανείς δεν έχει την αγιότητα από μόνος του, ούτε είναι και κατόρθωμα της ανθρώπινης αρετής, αλλά, όλοι από τον Χριστό την αντλούν. Και όπως, αν κάτω από τον ήλιο τοποθετηθούν πολλοί καθρέφτες, όλοι ακτινοβολούν, και νομίζεις ότι βλέπεις πολλούς ήλιους, ενώ στην πραγματικότητα ένας είναι ο ήλιος που αστράφτει σε όλους τους καθρέφτες, έτσι και ο μόνος Άγιος, ο Χριστός, καθώς διαχέεται με τη μετάληψη μέσα στους πιστούς, φαίνεται σε πολλές ψυχές και παρουσιάζει πολλούς ως αγίους. Αυτός όμως είναι ο ένας και μοναδικός Άγιος.

Αφού λοιπόν μ αυτόν τον τρόπο συγκαλέσει ο λειτουργός τους πιστούς στο ιερό δείπνο, μεταλαμβάνει πρώτα ο ίδιος και οι άλλοι κληρικοί που βρίσκονται στο άγιο Βήμα.

Προηγουμένως όμως χύνει θερμό νερό μέσα στο άγιο Ποτήριο, πράγμα που υποδηλώνει την κάθοδο του Αγίου Πνεύματος στην Εκκλησία. Γιατί αυτό το ζεστό νερό, επειδή και νερό είναι αλλά και φωτιά έχει μέσα του λόγω του βρασμού, φανερώνει το Άγιο Πνεύμα, το οποίο με «ύδωρ ζων» (Ιω. 7:38) το παρομοίασε ο Κύριος, και με τη μορφή της φωτιάς κατέβηκε στους Αποστόλους την ημέρα της Πεντηκοστής. Στη συνέχεια ο ιερέας στρέφεται προς το εκκλησίασμα και, δείχνοντας τα Άγια, προσκαλεί όσους θέλουν να κοινωνήσουν, να προσέλθουν «μετά φόβου Θεού και πίστεως». Να μην καταφρονήσουν δηλαδή την ταπεινή εμφάνιση που έχουν το σώμα και το αίμα του Κυρίου, αλλά να πλησιάσουν έχοντας επίγνωση της αξίας των μυστηρίων και πιστεύοντας ότι αυτά προξενούν την αιώνια ζωή σ εκείνους που μεταλαμβάνουν.

Το σώμα και το αίμα του Χριστού είναι αληθινή τροφή και αληθινό ποτό. Και όταν τα μεταλαμβάνει κανείς, δεν μετατρέπονται αυτά σε ανθρώπινο σώμα, όπως γίνεται με τις συνηθισμένες τροφές, αλλά το ανθρώπινο σώμα μεταβάλλεται σε εκείνα. Όπως και το σίδερο, όταν έρθει σε επαφή με τη φωτιά, γίνεται κι αυτό φωτιά· δεν κάνει τη φωτιά σίδερο. Τη θεία Κοινωνία τη δεχόμαστε βέβαια με το στόμα, αλλά αυτή εισέρχεται πρώτα στην ψυχή κι εκεί πραγματοποιείται η ένωσή μας με το Χριστό, όπως λέει και ο Απόστολος Παύλος: «Εκείνος που ενώνεται με τον Κύριο, γίνεται ένα πνεύμα με Αυτόν» (Α΄ Κορ. 6:17). Χωρίς την ένωσή του με το Χριστό, ο άνθρωπος, από μόνος του, είναι ο παλαιός άνθρωπος, ο άνθρωπος που δεν έχει τίποτα κοινό με το Θεό.

Ποια όμως είναι εκείνα που ζητάει από εμάς ο Χριστός για να μας αγιάσει με τα θεία μυστήρια; Είναι η κάθαρση της ψυχής, η πίστη και η αγάπη στο Θεό, ο διακαής πόθος και η λαχτάρα μας για τη θεία Κοινωνία. Αυτά ελκύουν τον αγιασμό, κι έτσι πρέπει να κοινωνούμε. Γιατί πολλοί είναι εκείνοι που προσέρχονται στα μυστήρια, και όχι μόνο δεν ωφελούνται καθόλου, αλλά φεύγουν χρεωμένοι με αμέτρητες αμαρτίες.


Απόλυση

Αφού κοινωνήσουν οι πιστοί, εύχονται να παραμείνει μέσα τους ο αγιασμός που έλαβαν, και να μην προδώσουν τη χάρη ούτε να χάσουν τη δωρεά. Ο ιερέας τους καλεί τώρα να ευχαριστήσουν με ζήλο το Θεό για τη θεία Μετάληψη. Γι' αυτό λέει: «Ορθοί. . . αξίως ευχαριστήσωμεν τω Κυρίω». Όχι δηλαδή ξαπλωμένοι ούτε καθισμένοι, αλλά υψώνοντας την ψυχή και το σώμα προς Αυτόν. Και οι πιστοί με λόγια της Γραφής δοξολογούν το Θεό, που είναι αίτιος και χορηγός όλων των αγαθών: «Είη το όνομα Κυρίου ευλογημένον από του νυν και έως του αιώνος» (Ψαλμ. 112:2). Αφού ψάλλουν τρεις φορές αυτόν τον ύμνο, ο ιερέας βγαίνει από το Θυσιαστήριο, στέκεται μπροστά στο πλήθος και απευθύνει την τελευταία ευχή:

«Χριστός ο αληθινός Θεός ημών. . . ». Ζητάει από τον Κύριο να μας σώσει με το έλεός Του, γιατί από τον εαυτό μας δεν έχουμε να επιδείξουμε τίποτε άξιο σωτηρίας. Γι' αυτό και ως πρεσβευτές μνημονεύει πολλούς αγίους και ιδιαίτερα την παναγία Του Μητέρα.

Τέλος, ο λειτουργός μοιράζει το αντίδωρο. Αυτό έχει αγιαστεί, καθώς προέρχεται από τον αρχικό άρτο, που προσφέραμε στο Θεό για την τέλεση της θείας Ευχαριστίας. Οι πιστοί παίρνουν με ευλάβεια το αντίδωρο, φιλώντας το δεξί χέρι του ιερέα. Γιατί αυτό το χέρι, μόλις πριν, άγγιξε το πανάγιο σώμα του Χριστού, δέχτηκε από εκείνο τον αγιασμό και τον μεταδίδει τώρα σε όσους το ασπάζονται.

Εδώ η θεία Λειτουργία φτάνει στο τέλος της και το μυστήριο της θείας Ευχαριστίας ολοκληρώνεται. Γιατί και τα δώρα, που προσφέραμε στο Θεό, αγιάστηκαν και τον ιερέα αγίασαν και στο υπόλοιπο πλήρωμα της Εκκλησίας μετέδωσαν τον αγιασμό. Για όλα αυτά, λοιπόν, στο Χριστό, στον αληθινό Θεό μας, πρέπει κάθε δόξα, τιμή και προσκύνηση, μαζί με τον άναρχο Πατέρα Του και το πανάγιο Πνεύμα Του, τώρα και πάντοτε και στην ατέλειωτη αιωνιότητα. Αμήν.




Πηγή: apfilipposgrammatikous.blogspot.de

Κυριακή 7 Απριλίου 2013

Ὁ Παρακλητικὸς Κανὼν τοῦ Τιμίου Σταυροῦ


Κυριακή 31 Μαρτίου 2013

Χαιρετισμοί στον Άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά


Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ΄. Τῇ Ὑπερμάχῳ.
Τὸ τῆς σοφίας ἱερὸν καὶ θεῖον ὄργανον, θεολογίας τὴν λαμπρὰν συμφώνως σάλπιγγα, ἀνυμνοῦμέν σε Γρηγόριε Θεολόγε,

ἀλλ’ ὡς νοῦς νοΐ τῷ πρώτῳ παριστάμενος, πρὸς αὐτὸν τὸν νοῦν ἡμῶν Πάτερ ὁδήγησον, ἵνα κράζωμεν·

 

Χαῖρε, μύστα τῆς χάριτος.

Ἄγγελος τῶν ἀῤῥήτων ἐπὶ γῆς ἀνεφάνης, τὰ θεῖα τοῖς βροτοῖς ἐξαγγέλων (γ΄). Ταῖς τῶν Ἀσωμάτων φωναῖς, νοΐ ἐν ἀνθρωπίνῳ

καὶ σαρκὶ χρώμενος, ἐξέστησας ἡμᾶς καὶ βοᾶν σοι θεοῤῥῆμον ἔπεισας ταῦτα·

 Χαῖρε, δι’ οὗ τὸ σκότος ἠλάθη·

 χαῖρε, δι’ οὗ τὸ φῶς ἀντεισῆλθε.

 Χαῖρε, τῆς ἀκτίστου θεότητος ἄγγελε·

 χαῖρε, τῆς κτιστῆς καὶ μωρᾶς ὄντως ἔλεγχε.

 Χαῖρε, ὕψος ἀνεπίβατον, τὴν Θεοῦ δόξαν εἰπών·

 χαῖρε, βάθος δυσθεώρητον, τὴν ἐνέργειαν δηλῶν.

 Χαῖρε, ὅτι τὴν δόξαν τοῦ Θεοῦ καλῶς εἶπας·

 χαῖρε, ὅτι τὰς δόξας τῶν κακούργων ἐξεῖπας.

 Χαῖρε, φωστήρ, ὁ δείξας τὸν ἥλιον·

 χαῖρε, κρατήρ, τοῦ νέκταρος πάροχε.

 Χαῖρε, δι’ οὗ ἡ ἀλήθεια λάμπει·

 χαῖρε, δι’ οὗ ἐσκοτίσθη τὸ ψεῦδος.

 Χαίροις Πάτερ Γρηγόριε.

 Βλέπων ἐπαιρομένους καὶ λαλοῦντας εἰς ὕψος, κατὰ Θεοῦ βλασφημίαν Βαρλαάμ, καὶ τοὺς περὶ αὐτόν, ζηλῶν ἐζήλωσας ζῆλον

τὸν ἅγιον, ἐγερθεὶς οὖν πάντας ἀπέκτεινας, τῇ μαχαίρᾳ τοῦ Πνεύματος ψάλλων·

 Ἀλληλούϊα

 

Γέγονας ἐν μεθέξει τῆς ἀΰλου οὐσίας, νοΐ καθαρωτάτῳ σου Πάτερ, διὸ εἶναι μεθεκτὴν αὐτήν, ἐν χαρίσμασιν μόνον διδάσκεις

φιμῶν ἀντιδοξοῦντας, διὸ καὶ ἡμεῖς σοι ἀναβοῶμεν·

 Χαῖρε, ἐχθροῦ τοῦ κοινοῦ διῶκτα·

 χαῖρε, πιστῶν κατ’ αὐτοῦ ἀλεῖπτα.

 Χαῖρε, κακοτρόπων ὁ τρέπων τὰς φάλαγγας·

 χαῖρε, τῶν πιστῶν ὁ φρουρῶν τὰ συστήματα.

 Χαῖρε, ὄντως ναῦς μυρίολβε, φόρτον φέρουσα Χριστόν·

 χαῖρε, φάρε, ὁδηγῶν ἡμᾶς, εἰς λιμένας γαληνούς.

 Χαῖρε, χριστομιμήτως πειρασμοὺς ὑπομείνας·

 χαῖρε, ὁ ἀριστεύσας, ἐν καιροῖς τοῖς ἐσχάτοις.

 Χαῖρε, σκηπτός, ὁ φλέξας κακόφρονας·

 χαῖρε, πρηστήρ, τεφρώσας ἀσέβειαν.

 Χαῖρε, δι’ οὗ Βαρλαὰμ ἀπεκτάνθη·

 χαῖρε, δι’ οὗ ὁ Ἀκίνδυνος θλᾶται.

 Χαίροις Πάτερ Γρηγόριε.

 Δόξαν τῆς Ἐκκλησίας, στόμα θεολογίας, καινὴν ὁμολογίας τε γλῶσσαν καὶ δογμάτων ὁρθῶν, ποταμὸν σὲ κηρύττομεν

πρὸς ὃν ἄρδην ἐντυχὼν Βαρλαὰμ ἀπεπνίγη, μὴ εἰδὼς προσάδειν·

 Ἀλληλούϊα

 

Ἔγνωσταί σοι θεόθεν, τὸ μακάριον τέλος, ὀφθεὶς γὰρ παραδόξως, καθ’ ὕπαρ ὁ Χρυσόστομος μάκαρ, καὶ πρὸς ἑαυτὸν σὲ

καλῶν σαφῶς, ὡς φίλον καὶ ὁμότροπον, ἐν ὕμνοις καταστέφω δὲ εἰκότως σοι προσεῖπε·

 Χαῖρε, τερπνὸς τῆς Τριάδος οἶκος·

 χαῖρε, φαιδρὸς Ἐκκλησίας λύχνος.

 Χαῖρε, τοῖς ἀγῶσι τῶν Μαρτύρων ἐφάμιλλε·

 χαῖρε, τῶν Ἀγγέλων Θεοῦ ὁμοδίαιτε.

 Χαῖρε, ὅτι ἐκ νεότητος, Χριστοῦ ἦρας τὸν ζυγόν·

 χαῖρε, πάθος τὸ σωτήριον, κολπωσάμενος φαιδρῶς.

Χαῖρε, ὁ τῶν βαρβάρων τὴν μανίαν μὴ δείσας·

 χαῖρε, ὀ τῶν ἀνόμων τὰς ἑνέδρας συντρίψας.

 Χαῖρε, δεινῶν αἰρέσεων πέλεκυς·

 χαῖρε, δριμὺς ἀνόμων ὁ ἔλεγχος.

 Χαῖρε, θερμὴ πρὸς Θεὸν μεσιτεία·

 χαῖρε, κοινὴ τῶν πιστῶν προστασία.

 Χαίροις Πάτερ Γρηγόριε.

 Ζηλωτὴς εὐσεβείας, μειωτὴς ἀσεβείας ἐφάνης ὦ Γρηγόριε Πάτερ, καὶ γὰρ τοὺς τολμήσαντας εἰπεῖν τῆς θεότητος, θείας ἐνεργείας

εἶναι κτιστάς, ἀπεστόμωσας Συνόδων τετρακτύϊ κράζων·

Ἀλληλούϊα

 

Ἤττηται κατὰ κράτος, θὴρ ἑσπέριος ὄντως, δυνάμει προσβαλών σου τῶν λόγων, τὸ γὰρ γλώττης σου πῦρ μὴ φέρων πρὸς Λατίνους,

ὅθεν ἦκε φυγὰς ὤχετο, οὗ τῆς κακουργίας ῥύου Πάτερ τούς σοι ἐκβοῶντας·

 Χαῖρε, θηρὸς Βαρλαὰμ τὸ πλῆγμα·

 χαῖρε, διπλοῦν Ἀκινδύνου ξίφος.

 Χαῖρε, τὴν ὀφρὺν ταπεινώσας τῆς Δύσεως·

 χαῖρε, τῆς ἑώας κρατύνας τὰ δόγματα.

 Χαῖρε, γλῶσσα ἡ ἐλέγξασα, κακουργίας Δυτικῶν·

 χαῖρε, κῆρυξ ὁ νεοφανής, τἀληθῆ διατρανῶν.

 Χαῖρε, ὅτι ὑπάρχεις, ἑσπερίων ἡ θραῦσις·

 χαῖρε, ὅτι ὑπάρχεις, τῆς ἑώας ἡ βάσις.

 Χαῖρε, τοῦ σκότους πλήξας τὰ ἔκγονα·

 χαῖρε, φωτὸς υἱοὺς ὡς ἐλάμπρυνας.

 Χαῖρε, δεινὰς ἐκτεμὼν γλωσσαλγίας·

 χαῖρε, σπορὰν ἐκριζῶν ζιζανίων.

 Χαίροις Πάτερ Γρηγόριε.

 Θεωθεὶς διανοίᾳ, θεοφόρος ἐγένου, διὸ καὶ καταλλήλως διδάσκεις, τὴν κρυπτὴν τῆς καρδίας εὐχήν, φυλακὴν νοός τε μυστικὴν

θέωσιν, καὶ θεωρίαν ἄϋλον, βαβαί! Δι’ ἧς Θεῷ βοῶμεν·

Ἀλληλούϊα

 

Ἰωάννης ὁ μέγας Θεολόγος, ὀφθείς σοι, Ἀγγέλων ἀρωγὴν τῆς Παρθένου, θεόθεν ἣν ἐζήτεις καμών, λύων τῆς ψυχῆς σου συνοχήν,

καὶ θείας εὐφροσύνης ἐμπιπλῶν σε, ᾖδε ταῦτα, ὦ εὐλογήμενε·

 Χαῖρε, πτηνόν, τὸν πόλον βατεύων·

 χαῖρε, ἰχθύς, Ἰησοῦν συμβολίζων.

 Χαῖρε, θεολόγων ἁπάντων ἀνάπτυξις·

 χαῖρε, τῶν κλεινῶν Ἀποστόλων ὁμότροπος.

 Χαῖρε, πτόρθος ὁ τοῦ Ἄθωνος, μοναστῶν ἠ καλλονή·

 χαῖρε, Κόρης τῆς Θεόπαιδος, φίλος ὀ ἀγαπητός.

 Χαῖρε, ὅτι ὑπάρχεις, τῶν δογμάτων ἡ στάθμη·

 χαῖρε, ὅτι ὑπάρχεις, ἁγιότητος τύπος.

 Χαῖρε, ἀκίς, ἰχνεύων κακόφρονας·

 χαῖρε, λαμπτήρ, ἐκλάμπων τὰς χάριτας.

 Χαῖρε, δι’ οὗ πιστῶν δῆμοι σκιρτῶσι·

χαῖρε, δι’ οὗ ἐχθρῶν στίφη θρηνοῦσι.

 Χαίροις Πάτερ Γρηγόριε.

 Κύριλλον σὺν Μαξίμῳ, Ἀθανάσιον ὄντως, Βασίλειον σὺν τῷ Χρυσοστόμῳ, Γρηγορίους σὺν Δαμασκηνῷ, ἅπαντας Γραφῶν

ἑρμηνευτάς, συνοδικῶς ἐκήρυξας, αἰσχύνας Βαρλααμίτας, κραυγάζων·

 Ἀλληλούϊα

 

Λόγοις σου θεοπνεύστοις, Παραδόσεις ἁγίας, κρατύνας Ἐκκλησίας στηρίζεις, κυρώσας δὲ πᾶσαν τῶν Ἱεραρχῶν Γραφήν,

ἐξαίρεις τε συλλήβδην τὴν σεπτὴν θεολογίαν, διὸ νῦν ἀκούεις ταῦτα·

 Χαῖρε, ὁμότροπε Βασιλείου·

 χαῖρε, συνόμιλε τοῦ Κυρίλλου.

Χαῖρε, τὴν σοφίαν Μαξίμου κτησάμενος·

 χαῖρε, τοῦ Δουκὸς Δημητρίου συγκάθεδρε.

 Χαῖρε, ὅτι τὸ χρυσόῤῥειθρον Χρυσοστόμου εὐμοιρεῖς·

 χαῖρε, των συνωνυμούντων σοι, τὴν ἀγχίνοιαν πλουτῶν.

 Χαῖρε, Ἀθανασίῳ ὁ ὅμοιος ἀγῶσι·

 χαῖρε, τοῦ Δαμασκόθεν, ὁ ἐφάμιλλος ζήλῳ.

 Χαῖρε, αὐτοὺς δοξάσας τοῖς λόγοις σου·

 χαῖρε, ὅτι αὐτῶν τὸν ζῆλον ἐζήλωσας.

 Χαῖρε, τὸ θεῖον ἀντίτυπον τούτων·

 χαῖρε, τὸ κῦρος ἁπάντων Πατέρων.

 Χαίροις Πάτερ Γρηγόριε.

 Μονάδα τῇ οὐσίᾳ, καὶ Τριάδα προσώποις, τὴν ἄκτιστον ἐκήρυξας φύσιν, διαιρῶν ἀχωρίστως σοφέ, καὶ ἑνῶν ἀσυγχύτως

τῇ θεοσοφίᾳ σου, διὸ καὶ ἀπεμώρανας τὰ Ἑλλήνων φρονοῦντας, κράζων·

 Ἀλληλούϊα

 

 

Νέος ἀστὴρ ἐφάνης, θαυμαστῶς ἀνατέλλων, ἐν Ὄρει τῷ σεπτῷ τῆς Παρθένου, Μοναστῶν ἐκλαμπρύνων χορούς, ἀρετῶν

σου φέγγει θεῖε Γρηγόριε, ὑφ’ οὗ καὶ φωτιζόμενοι, ὑμνοῦσί σε οὕτω βοῶντες·

 Χαῖρε, δι’ οὗ κομπάζει ὁ Ἄθως·

χαῖρε, δι’ οὗ αὐχοῦσι μονῶται.

 Χαῖρε, τὸ ἡδύπνοον ἄνθος τοῦ Ἄθωνος·

χαῖρε, Θεοτόκου θεράπων ὁ γνήσιος.

 Χαῖρε, ἄστρον τὸ ἐξ Ἄθωνος, ἀπαστράψαν φαεινῶς·

 χαῖρε, σφαῖραν τὴν περίγειον, τὸ φωτίσας τηλαυγῶς.

 Χαῖρε, ὁ κλεινὸς ὄρπηξ, τῆς ὐπεράγνου Κόρης·

 χαῖρε, ὁ θερμὸς αὖθις τῆς Θεόπαιδος λάτρις.

 Χαῖρε, εἰκὼν ἡ βρύουσα χάριτας·

 χαῖρε, μορφή, ἀΰλων ἐμπνεύσεων.

 Χαῖρε, αὐγὴ φεγγοβόλε τοῦ Ἄθω·

 χαῖρε, αὖχος ἀσκητῶν τε καὶ κλέος.

 Χαίροις Πάτερ Γρηγόριε.

 Ξενοτρόπως ἐνήργει, ἐπὶ σὲ θεοφόρε, ἡ χάρις τῶν θαυμάτων τοῖς πᾶσι, καὶ γὰρ πίστει τοὺς νοσοῦντας οἱ λαοί, πρὸ τῶν

 ποδῶν σου ῥίπτοντες ἐλάμβανον αὐτίκα ὑγιαίνοντας, ὦ χάριτος! Θεῷ βοῶντες·

 Ἀλληλούϊα

 

Οἶκον φωτὸς ἁγίου, καὶ πηγὴν θαυμασίων, καὶ βρύσιν ἱερῶν χαρισμάτων, καὶ κοινὸν ἰατρεῖον τὸν ναόν σου ἐγνωκότες οἱ πιστοί,

 προστρέχοντες λαμβάνουσι τὴν ἴασιν, ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων, βοῶντες·

Χαῖρε, κοινὸν ἰατρεῖον πάντων·

 χαῖρε, ἀκέστωρ δοτὸς θεόθεν.

 Χαῖρε, Βυζαντίου βλαστὸς ἁγιώτατος·

 χαῖρε, τῆς κρυπτῆς προσευχῆς, ὀ διδάσκαλος.

Χαῖρε, ὅτι τὸν παράφρονα κατεβάλου Βαρλαάμ·

 χαῖρε, ὅτι τὸν Ἀκίνδυνον, πολυκίνδυνον δηλοῖς.

 Χαῖρε, Θεσσαλονίκης κραταιὲ πολιοῦχε·

 χαῖρε, τῆς Ἐκκλησίας, ἀδιάῤῥητον τεῖχος.

 Χαῖρε, Χριστοὺ ὁ πάνυ ἐράσμιος·

 χαῖρε, Πατέρων ὁ πολυέραστος.

 Χαῖρε, πιστῶν τὸ ἀνέδρευτον ἔρκος·

 χαῖρε, πιστῶν ἀδιάψευστος πρέσβυς.

 Χαίροις Πάτερ Γρηγόριε.

 Πᾶσας ἐν τῇ ἀΰλῳ, βιοτῇ σου φυλάξας, τὰς θείας ἐντολὰς τοῦ Κυρίου, γεγονὼς δ’ ἐγκρατείας κανών, καὶ στάθμη ἁγιωσύνης

πάνσοφε, ἐξέπληξας ἅπαντας καὶ κραυγάζειν ἤγειρας τῷ Κυρίῳ·

Ἀλληλούϊα

 

Ῥητορεύων καθεῖλες, δεινοὺς ῥήτορας πλάνης, φρονοῦντας τὰ Μαρκίωνος, ὅθεν καὶ πολλοὺς πλανηθέντας ἔπεισας, ἀεὶ εὔχεσθαι

καὶ μὴ μόνον τὸ Πάτερ ἡμῶν, ὡς οὗτοι οἴοντο, ἡμεῖς ὅμως βοῶμεν·

 Χαῖρε, ποιμὴν τῆς Θεσσαλονίκης·

 χαῖρε, τὸ θαῦμα τῆς Θετταλίας.

 Χαῖρε, τοὺς κομψοὺς ὁ φιμώσας Μαρκίωνος·

 χαῖρε, ἑσπερίων φαυλίσας τὴν ἄνοιαν.

 Χαῖρε, νήψεως διδάσκαλε, ἀνεφίκτων ἑρμηνεῦ·

 χαῖρε, πρόβολε τῆς πίστεως, εὐσεβείας ὁδηγέ.

 Χαῖρε, χριστομιμήτως πειρασμοὺς ὑπομείνας·

 χαῖρε, ὁ ἀριστεύσας ἐν ἐσχάτοις τοῖς χρόνοις.

 Χαῖρε, σκηπτός, ὁ φλέξας κακόφρονας·

 χαῖρε, χιτών, πενήτων σωτήριος.

 Χαῖρε, σεπτὲ χρυσολόγε ὡς ὄντως·

 χαῖρε, σοφὲ χριστοκῆρυξ θεόφρων.Χαίροις Πάτερ Γρηγόριε.

 Σώζεις τὴν Ἐκκλησίαν, δυτικῶν ἐκ τῆς πλάνης, καὶ ἐκ πάσης αἰρέσεως Πάτερ, πάνσοφα συγγράμματα αὐτῇ καταλελοιπώς,

 ἅπερ κατέχουσα, ἐνδυναμοῦται τρέπουσα ἐχθρῶν παρεμβολάς, καὶ ἐκβοῶσα·

Ἀλληλούϊα

 

Τοῦ σοφοῦ Δημητρίου ὦ Γρηγόριε Πάτερ, ἐπλούτησας τὴν χάριν θεόθεν, καὶ τῷ μύρῳ σοφὲ νοητῶς, χρισθεὶς ἀρχιερεύς,

τὴν ποίμνην αὐτοῦ ἄριστα ἐποίμανας πανάγιε, ὑφ’ ἧς ἱερουργὲ ἀκούεις·

 Χαῖρε, ὀσμὴ ἐξ Ἐδὲμ χυθεῖσα·

 χαῖρε, ῥοή, πανευόσμου μύρου.

 Χαῖρε, λογογράφε, λογίων τοῦ Πνεύματος·

 χαῖρε, ἀρετῶν ἀπασῶν τὸ κειμήλιον.

 Χαῖρε, ὅτι ἀνατέθεικας, Θεοτόκῳ σὴν ζωήν·

 χαῖρε, ὅτι ὡς ἐπόθησας, Αὐτὴν ἔσχες βοηθόν.

 Χαῖρε, ὁ τὰς ἑνέδρας Βαρλαάμ, διαῤῥήξας·

 χαῖρε, ὁ σοφιστείας Ἀκινδύνου ἐλέγξας.

Χαῖρε, ζωῆς ἀμείνονος μέτοχε·

 χαῖρε, τρυφῆς ἀκηράτου ἐχέγγυε.

 Χαῖρε, δι’ οὗ ἐναβρύνεται Ἄθως·

 χαῖρε, δι’ οὗ ἐπαινεῖται τὸ Ὄρος.

 Χαίροις Πάτερ Γρηγόριε.

 Ὑετὸν ἡμῖν ῥάνον, τῶν χαρίτων σου Πάτερ, καὶ δρόσον Ἀερμώνειον θείαν, καὶ γὰρ ὄρη Σιὼν νοητά, ἀρετῶν ὑψωθῆναι,

οὐκ ἰσχύομεν ὡς δεῖ, ἐγκωμιάσαι σε οἱ τλήμονες ἡμεῖς, ὅμως βοῶμεν·

 Ἀλληλούϊα

 

Φωτὸς θείου πληροῦται, οἱ καλῶς μελετῶντες, τὰς θείας καὶ πανσόφους σου δέλτους, καὶ γὰρ ἄλλος καθάπερ Μωϋσῆς,

ἔλιπες Δεκάλογον ἡμῖν, ὑφ’ οὗ πρὸς ζωὴν καθοδηγούμενοι, ὑμνοῦμέν σε βοῶντες οὗτω·

 Χαῖρε, τοῦ οὐρανοῦ ἡ διόπτρα·

χαῖρε, τοῦ Πόλου ὁ πολυπράγμων.

 Χαῖρε, ταπεινώσεως βάθος ἀμέτρητον·

χαῖρε, τίμιον ἀρετῶν τὸ θησαύρισμα.

 Χαῖρε, ὅτι τὸ Θαβώριον φῶς, ἀπρόσιτον σὺ φής·

 χαῖρε, ὅτι ἀπεστόμωσας, τοὺς ληροῦντας ὡς κτιστόν.

 Χαῖρε, ὅτι ὑπάρχεις, Ἀρχιερέων τὸ κλέος·

 χαῖρε, ὅτι ὑπάρχεις, μοναζόντων προστάτης.

Χαῖρε, ψυχῶν ἡμετέρων, ἴασις·

 χαῖρε, παθῶν τῶν ἐχθίστων μείωσις.

 Χαῖρε, λαῶν ἀταξίαν στορέσας·

 χαῖρε, εἰρήνην τοῖς πᾶσιν βραβεύσας.

 Χαίροις Πάτερ Γρηγόριε.

 Χάριν σὴν οἱ Λατίνων ποτὲ μάταιοι παῖδες, ὑβρίζοντες κατήλεγχον ἅμα, ἀγιότητα Πάτερ τὴν σήν, ἀλλ’ ἡ θεία δίκη ἐνδίκως

φθάσασα, βυθῷ τούτους παρέδωκε, διδάξασα πολλοὺς Κυρίῳ ᾄδειν·

 Ἀλληλούϊα

 

Ψάλλει σοι θεῖον ὕμνον, ἡ σὴ ποίμνη θεόφρον, κυκλοῦσα τὴν σορὸν τῶν λειψάνων, ἀσπαζομένη τε πιστῶς, αἰτεῖ τὴν

σεπτήν σου χάριν, Πάτερ Γρηγόριε, ἣν δαψιλῶς νῦν δώρησαι, ἵνα βοᾶ σοι σωζομένη ταῦτα·

 Χαῖρε, ὁ μύστης Θεοῦ σοφίας·

 χαῖρε, τῆς κρείττω θυσίας θῦτα.

 Χαῖρε, ῥιζοτόμε αἰρέσεων ἄριστε·

 χαῖρε, φυτοκόμε ἐσθλῶν περιδέξιε.

 Χαῖρε, θεῖον οἰκητήριον, προσευχῆς καρδιακῆς·

 χαῖρε, ἔσοπτρον ἐμφάσεων, τῆς Τριάδος ἀκραιφνές.

Χαῖρε, τοῦ φιλοσόφου Γρηγορᾶ καθαιρέτα·

 χαῖρε, θεομαχίαν τὴν αὐτοῦ, καταστρέψας.

 Χαῖρε, ψυχὰς πλουτίζων ἐν πνεύματι·

 χαῖρε, πιστούς, ὁ ἄρδων χαρίσμασι.

 Χαῖρε, ψυχῶν ἡμετέρων γαλήνη·

 χαῖρε, φρενῶν κακοτρόπων ἡ ζάλη.

 Χαίροις Πάτερ Γρηγόριε.

 Ὤ Γρηγόριε Πάτερ, θεολόγων ἀκρότης, κανὼν ἱερωσύνης καὶ δόξα (γ΄), τόνδε ὕμνον πενιχρὸν ἡμῶν, προσδεξάμενος λύτρωσαι

ἡμᾶς, τοὺς σὲ ἐκ πόθου μέλποντας ἱκέτας σου, καὶ ἐκβοῶντας·

 Ἀλληλούϊα

 

Disqus

Days Remaining:
Hours Remaining:
Minutes Remaining:
Seconds Remaining:
Blogger Wordpress Gadgets