Αρχική Καρτέλα 1 Καρτέλα 2 Καρτέλα 3 Καρτέλα 4 Καρτέλα 5
Τελευταία νέα
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΦΡΑΙΜ ΣΥΡΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΦΡΑΙΜ ΣΥΡΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 24 Ιουλίου 2013

Λόγος στὴν Θεία Μεταμόρφωση

ΟΣΙΟΥ ΕΦΡΑΙΜ ΤΟΥ ΣΥΡΟΥ

Ἀπὸ τοὺς ἀγροὺς τέρψεις συγκομιδῆς καὶ ἀπὸ τὰ ἀμπέλια τρύγος ἐδεσμάτων. Καὶ ἀπὸ τὶς Γραφὲς διδαχὴ ζωοποιός.Ὁ ἀγρὸς μία φορὰ ἔχει τὴν συγκομιδὴ καὶ τὸ ἀμπέλι μιὰ φορὰ ἔχει τὸν τρύγο. Ἡ Γραφή, ὅμως, πάντοτε ἀναβλύζει διδαχὴ ζωοποιό. Ὁ ἀγρός, ὅταν θεριστεῖ, μένει ἔρημος. Καὶ τὸ ἀμπέλι, ὅταν τρυγηθεῖ, ταπεινώνεται. 


Ἡ Γραφή, ὅμως, ἂν καὶ θερίζεται καθημερινά, τὰ στάχυα τῶν ἑρμηνειῶν τῶν λόγων της δὲν ἐκλείπουν. Καθημερινὰ τρυγᾶται καὶ τὰ σταφύλια τῆς ἐλπίδας πού κρύβει δὲν δαπανῶνται.

Ἂς πλησιάσουμε λοιπὸν τὸν ἀγρό τοῦτο κι ἂς ἀπολαύσουμε τὰ ζωοποιό του ρεῖθρα καὶ ἂς θερίσουμε ἀπ’ αὐτὸν στάχυα ζωῆς, τοὺς λόγους τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὁ Ὁποῖος εἶπε: «βρίσκονται ἐδῶ κάποιοι, οἱ ὁποῖοι δὲν θὰ γευθοῦν θάνατο, ἕως νὰ δοῦν τὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ ἐρχόμενο στὴν δόξα Του».

Καὶ μετὰ ἀπὸ ἔξι ἡμέρες παρέλαβε τὸν Σίμωνα Πέτρο, τὸν Ἰάκωβο καὶ τὸν ἀδελφό του Ἰωάννη καὶ τοὺς ἀνέβασε σὲ πολὺ ψηλὸ βουνὸ καὶ μεταμορφώθηκε ἐνώπιόν τους. Καὶ ἔλαμψε τὸ πρόσωπό του ὅπως ὁ ἥλιος, τὰ δὲ ροῦχα του ἔγιναν λευκὰ σὰν τὸ φῶς.

Πράγματι, οἱ ἄνδρες γιὰ τοὺς ὁποίους εἶπε ὅτι δὲν θὰ γευθοῦν θάνατο, ἕως νὰ δοῦν τὸν τύπο τῆς ἐλεύσεώς Του, αὐτοὶ οἱ τρεῖς ἀπόστολοι εἶναι, τοὺς ὁποίους πῆρε κοντά Του καὶ ἀνέβηκαν στὸ βουνό, ὅπου τούς ἔδειξε πῶς πρόκειται νὰ ἔλθει κατὰ τὴν ἐσχάτη ἡμέρα στὴν δόξα τῆς θεότητάς Του καὶ μὲ τὸ σῶμα τῆς ἀνθρωπότητάς Του. Τοὺς ἀνέβασε στὸ βουνό, γιὰ νὰ τοὺς δείξει Ποιὸς εἶναι καὶ Ποίου Υἱός. Διότι, ὅταν τοὺς ρωτοῦσε «ποιὸς λένε οἱ ἄνθρωποι ὅτι εἶμαι ἐγώ, ὁ υἱός τοῦ ἀνθρώπου;» ἐκεῖνοι ἀποκρίθηκαν: «ἄλλοι, πώς εἶσαι ὁ Ἠλίας ἄλλοι, ὁ Ἱερεμίας ἡ ἕνας ἀπό τούς προφῆτες». Γι’ αὐτὸ καὶ τοὺς ἀνεβάζει στὸ βουνὸ καὶ τοὺς ἀποκαλύπτει, ὅτι δὲν εἶναι ὁ Ἠλίας, ἀλλά ὁ Θεὸς καὶ Πλάστης τοῦ Ἠλία.

Οὔτε πάλι ὁ Ἱερεμίας, ἀλλ’ αὐτὸς πού ἁγίασε τὸν Ἱερεμία ἐκ κοιλίας. Οὔτε ἕνας ἀπό τούς προφῆτες, ἀλλ’ ὁ Κύριος τῶν προφητῶν, ὁ Ὁποῖος καὶ τοὺς ἔστειλε. Ἀλλά καὶ τοῦτο ὑποδηλώνει σ’ αὐτούς, ὅτι Αὐτὸς εἶναι ὁ ποιητὴς τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς, καὶ ὁ κύριος ζωντανῶν καὶ νεκρῶν. Διότι διέταξε τὸν οὐρανό, καὶ εὐθὺς ἀμέσως κατέβασε τὸν Ἠλία. Ἔκαμε νεῦμα στὴν γῆ καὶ τὸν Μωϋσῆ παρέστησε. Καὶ σ’ αὐτοὺς πάλι τοὺς κορυφαίους τῶν προφητῶν ἀπέδειξε ὅτι Κύριος εἶναι τῶν ζώντων, ἐφόσον τὸν Ἠλία ἀπό τούς ζωντανοὺς κατέβασε. Καὶ ὅτι εἶναι Αὐτὸς πού ἐγείρει τοὺς νεκρούς, ἐφόσον ἤγειρε τὸν Μωϋσῆ ἐκ τῶν νεκρῶν. Ἡ δὲ ἀνάβαση στὸ βουνὸ τοὺς βεβαίωσε ὅτι εἶναι Υἱός τοῦ Θεοῦ. Τί κι ἂν ἔλεγε σ’ αὐτοὺς ὅτι «ἐγὼ εἶμαι Θεὸς ἐκ Θεοῦ»; Δὲν θὰ πείθονταν εὔκολα, ἐξ αἰτίας τοῦ σώματος, πού εἶχε περιβληθεῖ, καὶ διότι συναναστρεφόταν μαζί τους σὰν ὅμοιός τους. Ἔβλεπαν τὴν Μαριάμ, πού Τὸν γέννησε, καὶ τὸν Ἰωσήφ, πού Τὸν ἀνέθρεψε, καὶ πώς ὁ πατέρας Του εἶχε ἕνα κοινὸ ὄνομα. Παιδιὰ τοῦ Ἰωσὴφ ἤσαν οἱ ἀδελφοί Του. Καὶ ὅπως αὐτοὶ πείνασε καὶ ἔλαβε τροφή, καὶ δίψασε καὶ τὴν δίψα ἔσβησε μὲ νερό, καὶ στὸν κόπο βρῆκε παρηγοριὰ τὴν ἀνάπαυση, καὶ στὴν νύστα ἔδωσε ὕπνο.

Καὶ τὸν φόβο ἀκολούθησαν σταλαγμοὶ ἱδρῶτα. Ἔχοντας, λοιπόν, ὅλα τὰ δικά μας παρεκτὸς τὴν ἁμαρτία, πῶς θὰ γινόταν πιστευτός, ἐὰν ἔλεγε ὅτι «ἐγώ εἶμαι Θεὸς ἐκ Θεοῦ;» Διότι αὐτὰ δὲν ἤσαν ἁρμόδια στὴν θεϊκὴ φύση.

Γι’ αὐτὸ λοιπὸν στὸ βουνὸ τοὺς ἀνεβάζει, ὥστε νὰ μιλήσει ὁ Πατὴρ καὶ νὰ τοὺς διδάξει, ὅτι εἶναι πραγματικὰ Υἱός του. Ὑπέδειξε, ὅμως, καὶ τὴν βασιλεία Του πρὶν ἀπὸ τὸν θάνατο. Καὶ τὴν δόξα Του πρὶν ἀπὸ τὴν ὕβρη. Καὶ τὴν δύναμη Του πρὶν ἀπὸ τὸ πάθος. Καὶ τὴν τιμὴ Του πρὶν ἀπὸ τὴν ἀτίμωση. Ὥστε, ὅταν δεθεῖ καὶ σταυρωθεῖ ἀπό τούς Ἰουδαίους, νὰ γνωρίσουν οἱ μαθητές Του, ὅτι δὲν σταυρώνεται ἀπὸ ἀδυναμία ἀλλά κατὰ τὸ ἀγαθό Του θέλημα, γιὰ νὰ δωρήσει τὴν χάρη, πού θὰ σώσει ὅλο τὸν κόσμο.

Δείχνει καὶ πρὶν ἀπὸ τὴν ἀνάσταση τὴν δόξα Του, ὥστε, ὅταν ἐγερθεῖ ἐκ νεκρῶν στὴν θεϊκὴ δόξα τῆς φύσεώς Του, νὰ γνωρίσουν ὅτι δὲν ἔλαβε τὴν δόξα ὡς μισθὸ γιὰ τὸν κόπο του, σὰν νὰ μὴν τὴν εἶχε, ἀλλ’ ἦταν ἡ δόξα Του ἀπ’ ἀρχῆς καὶ προαιώνια κοντὰ καὶ μαζὶ μὲ τὸν Πατέρα Του — καθὼς ὁ Ἴδιος λέει: «Πάτερ, δόξασέ με μὲ τὴν δόξα, πού εἶχα κοντά σου πρὶν νὰ ὑπάρξει ὁ κόσμος».

Αὐτή, λοιπόν, τὴν δόξα τῆς θεότητάς Του, τὸ ἄδηλο καὶ κρυμμένο μέσα στὴν ἀνθρώπινη φύση Του, ἔδειξε στοὺς ἀποστόλους κατὰ τὴν ἀνάβαση στὸ ὄρος. Διότι ἔγινε τὸ πρόσωπό Του ὅπως ὁ ἥλιος καὶ τὰ ροῦχα Του λευκὰ σὰν τὸ φῶς. Δύο ἥλιους ἔβλεπαν στὸ βουνὸ τὰ μάτια τῶν μαθητῶν: ὁ ἕνας ἦταν αὐτὸς πού φέρνει τὸ φῶς τῆς ἡμέρας, καὶ ὁ ἄλλος ἀσυνήθης καὶ φοβερός.Ὁ ἕνας φαινόταν καὶ σ’ αὐτοὺς καὶ τὸν κόσμο ὅλο φώτιζε στὸ στερέωμα. Καὶ ὁ ἄλλος σ’ αὐτοὺς μόνους ἄστραφτε, ὁ ὁποῖος ἦταν τοῦ Ἰησοῦ τὸ πρόσωπο.

Ἔγινε, λοιπόν, τὸ πρόσωπό Του ὅπως ὁ ἥλιος καὶ τὰ ροῦχα Του λευκὰ ὅπως τὸ φῶς. Μὲ αὐτὰ ἔδειξε, ὅτι ἀπὸ ὅλο τὸ σῶμα Του ἐκχύθηκε ἡ δόξα Του, καὶ ἀπὸ ὅλη τὴ σάρκα Του ἕλλαμψε τὸ φῶς Του, καὶ ἀπὸ ὅλα τὰ μέλη Του ἐκπορεύονταν οἱ ἀκτίνες τῆς θεότητάς Του. Διότι δὲν ἕλλαμψε ἡ σάρκα Του ἔξωθεν, ὅπως τοῦ Μωυσῆ, ὁ ὁποῖος ἀπέκτησε μὲ ἐπίκτητο φῶς ὡραιότητα, ἀλλά ἀπὸ τὸν Ἴδιο ἐκχύθηκε ἡ δόξα Του καὶ μέσα Του ἔμεινε. Ἀπὸ τὸν Ἴδιο ἀνέτειλε τὸ φῶς Του καὶ μέσα Του ἦταν συγκεντρωμένο. Οὔτε σὲ ἄλλο μέρος πῆγε ἀφήνοντάς Τον, οὔτε ἦλθε ἐκ τοῦ πλαγίου ἄλλο φῶς καὶ τὸν κόσμησε, οὔτε στολίσθηκε κατὰ χάριν μὲ ἐπίχριση ξένου φωτός, ἀλλά ἔχοντας φυσικὴ στὸν ἑαυτὸ Του τὴν λαμπρότητα, εἶχε ἀχώριστο καὶ τὸ φῶς ὅλης τῆς θεότητας. Δικό Του ἦταν καὶ οὔτε ὁλόκληρη τὴν ἄβυσσο τῆς δόξας Του τοὺς φανέρωσε, ἐφόσον τὰ μάτια τους δὲν εἶχαν τέτοια δυνατότητα. Ἀλλά τούς ἔδειξε κατὰ τὸ μέτρο τῆς ὀπτικῆς τους δυνάμεως.

Καὶ παρουσιάστηκαν σ’ αὐτοὺς ὁ Μωυσῆς καὶ ὁ Ἠλίας νὰ συνομιλοῦν μαζί Του. Τί ἔλεγαν σ’ Αὐτόν; Ἀπ’ ὅσο μπορῶ νὰ ὑποθέσω, εὐχαριστία τοῦ ἀπηύθυναν, διότι ἐπαλήθευσε τοὺς λόγους τῶν προφητῶν μὲ τὴν παρουσία Του. Καὶ προσκύνηση τοῦ ἀπένειμαν ὑπὲρ τῆς σωτηρίας, πού χάρισε στὸ ἀνθρώπινο γένος. Καὶ τὸ μυστήριο, τὸ ὁποῖο αὐτοὶ ζωγράφησαν, αὐτὸς ὁλοκλήρωσε μὲ τὸ ἔργο Του. Διότι αὐτοὶ δεχόμενοι τὶς ἀρχὲς καὶ ἀντανακλάσεις τῶν πραγμάτων προφήτευαν μὲ λόγους συγκαλυμμένους.Ὁ Σωτήρας, ὅμως, πιστοποίησε μὲ ἔργα τοὺς λόγους καὶ τὶς εἰκόνες.

Χαρὰ κατέλαβε τοὺς προφῆτες καὶ τοὺς ἀποστόλους μὲ τὴν ἀνάβαση αὐτὴ στὸ βουνό. Χάρηκαν οἱ προφῆτες βλέποντας τὴν ἀνθρώπινη φύση Του, τὴν ὁποία ἐπιθυμοῦσαν νὰ δοῦν, καὶ ἀγαλλίασαν οἱ ἀπόστολοι ἀκούγοντας τὴν φωνὴ τοῦ Πατέρα. Μὲ αὐτὴν τὴν πατρικὴ φωνὴ πληροφορήθηκαν τὸ μυστήριο τῆς οἰκονομίας Του, τὸ ὁποῖο ἦταν κρυφὸ γι’ αὐτούς. Διότι δὲν ἦταν δυνατὸν νὰ μάθουν ἀπὸ ἄλλη πηγὴ γιὰ τὴν ἔνανθρωπισή Του, παρὰ ἀπὸ τὸν Πατέρα, πού Τὸν γέννησε χωρὶς πάθος. Ἀλλά καὶ ἡ δόξα τοῦ σώματός Του, πού φανερώθηκε, προσεπικύρωσε τὴν πατρικὴ φωνή. Καὶ σφραγίστηκε ἡ μαρτυρία τῶν τριῶν μὲ τὸν Μωϋσῆ καὶ τὸν Ἠλία, οἱ ὁποῖοι κοντὰ στὸν Ἰησοῦ στάθηκαν ὡς δοῦλοι ἐνώπιον τοῦ Κυρίου τους. Καὶ οἱ μὲν ἔβλεπαν τούς δέ, οἱ προφῆτες τοὺς ἀποστόλους καὶ οἱ ἀπόστολοι τοὺς προφῆτες. Αὐτοὶ πού ἐξ ὀνόματος μόνο γνωρίζονταν, συναντήθηκαν τότε πρόσωπο μὲ πρόσωπο. Ἔμαθαν ἐπὶ πλέον σ’ αὐτὴν τὴν φανέρωση τοῦ Ἰησοῦ, ὅτι Αὐτὸς ὁ Ἴδιος ἔθαψε τὸν Μωϋσῆ καὶ μὲ δικό Του κέλευσμα ὁ Θεσβΐτης ἀναλήφθηκε. Διότι κανεὶς δὲν εἶδε τὸ μνῆμα τοῦ Μωϋσῆ, παρὰ μόνο αὐτὸς πού τὸν ἔθαψε. Οὔτε κανεὶς γνώριζε καλύτερα πού βρισκόταν ὁ Ἠλίας, παρὰ μόνο Ἐκεῖνος πού τὸν ἀνέβασε στὸν οὐρανὸ ἐπάνω σὲ ἅρμα. Καὶ δὲν θὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ τοὺς φέρει ἔτσι αὐτομάτως, τὸν μὲν ἀπό τούς νεκρούς, τὸν δὲ ἀπὸ τὴν ἀγγελικὴ κατοικία, παρὰ μόνο ὁ Κύριος τῶν ὅλων καὶ ἐξουσιαστὴς τοῦ ἅδη καὶ τ’ οὐρανοῦ.

Καὶ συναντήθηκαν ἐκεῖ οἱ ἀρχηγοὶ τῆς Παλαιᾶς καὶ οἱ ἄρχοντες τῆς Καινῆς. Εἶδε ὁ Μωϋσῆς ὁ ἅγιος τὸν Σίμωνα νὰ ἔχει ἁγιασθεῖ, ὁ οἰκονόμος τοῦ Πατρὸς τὸν ἐπίτροπο τοῦ Υἱοῦ. Ὁ μὲν ἔσχισε τὴν θάλασσα, γιὰ νὰ πεζοπορήσει ἀνάμεσα στὰ κύματα, ὁ δὲ σηκώνει σκηνὴ γιὰ νὰ οἰκοδομήσει τὴν Ἐκκλησία, τὴν ὁποία οὔτε οἱ πυλῶνες τοῦ ἅδη κατέβαλαν. Εἶδε ὁ παρθένος τῆς παλαιᾶς τὸν παρθένο τῆς νέας·ὁ Ἠλίας τὸν Ἰωάννη. Αὐτὸς πού ἀνέβηκε σὲ φλογερὸ ἅρμα, αὐτὸν πού ἔγειρε στὸ στῆθος τῆς φλόγας. Καὶ ἔγινε τὸ ὄρος τύπος τῆς Ἐκκλησίας. Καὶ ἕνωσε ὁ Θεὸς σ’ αὐτὸ τὶς δύο διαθῆκες. Καὶ ἔτσι τὸν δέχτηκε ἡ Ἐκκλησία καὶ μᾶς γνώρισε ὅτι Αὐτὸς εἶναι ὁ δοτήρας καὶ τῶν δύο. Ἡ μία παρέλαβε τὰ μυστήρια Αὐτοῦ καὶ ἡ ἄλλη φανέρωσε τὴν δόξα τῶν ἔργων Του.

Εἶπε, λοιπόν, ὁ Σίμων: «Καλὸ εἶναι νὰ μείνουμε ἐδῶ». Ὤ Σίμων, τί λές; Ἐὰν μείνουμε ἐδῶ, ποιὸς θὰ ἐκπληρώσει τοὺς λόγους τῶν προφητῶν καὶ τὴν διδαχὴ τῶν κηρύκων ποιὸς θὰ ἐπισφραγίσει; Καὶ τὰ μυστήρια τῶν ὁσίων καὶ δικαίων ποιὸς θὰ τελειώσει; Ἐὰν μείνουμε ἐδῶ, τὸ «τρύπησαν τὰ χέρια καὶ τὰ πόδια μου» σὲ ποιὸν θὰ πραγματοποιηθεῖ; Καὶ τὸ «διαμοίρασαν τὰ ἱμάτιά μου μεταξύ τους καὶ στὸν ἱματισμό μου ἔβαλαν κλῆρο» σὲ ποιὸν θὰ ταιριάξει; Καὶ τὸ «ἔδωσαν χολὴ στὸ στόμα μου καὶ στὴν δίψα μου μὲ πότισαν ξίδι» σὲ ποιὸν θὰ συμβεῖ; Καὶ ποιὸς θὰ βεβαιώσει τὸ «ἐλεύθερος ἀνάμεσα στοὺς νεκρούς»;

Ἐὰν μείνουμε ἐδῶ, τοῦ Ἀδὰμ τὸ χειρόγραφο ποιὸς θὰ σχίσει καὶ τὸ χρέος του ποιὸς θὰ ἀποδώσει; Καὶ ποιὸς θὰ ἀποκαταστήσει τὸ ἔνδυμα τῆς δόξας Του; Ἐὰν μείνουμε ἐδῶ, πῶς θὰ πραγματοποιηθεῖ τὸ σχέδιό μου γιὰ σένα, πῶς θὰ οἰκοδομηθεῖ ἐπάνω σου ἡ Ἐκκλησία; Τὰ κλειδιὰ τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν πού δέχθηκες, πῶς θὰ χρησιμεύσουν; Ἀλλά καὶ ποιὸν θὰ λύσεις ἤ ποιὸν θὰ δέσεις, Πέτρε; Ἐὰν παραμείνουμε ἐδῶ, ὅλα αὐτὰ ἀναιροῦνται.

Εἶπε πάλι ὁ Σίμων στὸν Ἰησοῦ: «Κύριε, καλὸ εἶναι νὰ μείνουμε ἐδῶ. Νὰ στήσουμε, ἐὰν θέλεις, τρεῖς σκηνές. Μία γιὰ σένα, μία γιὰ τὸν Μωϋσῆ καὶ μία γιὰ τὸν Ἠλία». Σίμων, δὲν ξέρεις τί λές. Στάλθηκες στὸν κόσμο νὰ οἰκοδομήσεις Ἐκκλησία καὶ τώρα ἑτοιμάζεις νὰ στήσεις σκηνὲς στὸ ὄρος; Εἶναι, λοιπόν, φανερὸ ὅτι ἀκόμη εἶχε ἀνθρώπινη ἀντίληψη γιὰ τὸν Ἰησοῦ. Γι’ αὐτὸ καὶ τὸν κατέτασσε μαζὶ μὲ τὸν Μωϋσῆ καὶ τὸν Ἠλία.

Θέλοντας, λοιπόν, ὁ Κύριος νὰ δείξει ὅτι δὲν ἔχει καμμία ἀνάγκη χειροποίητης σκηνῆς, μὲ νεφέλη φανέρωσε ὅτι Αὐτὸς εἶναι πού εἶχε ἑτοιμάσει στοὺς πατέρες τους σκηνὴ νεφέλης σαράντα χρόνια στὴν ἔρημο. Διότι ἐνῶ αὐτοὶ ἀκόμη μιλοῦσαν, νεφέλη φωτὸς τοὺς ἐπισκίασε. Βλέπε, Σίμων, σκηνὴ ἕτοιμη, πού ἐμποδίζει τὸ καῦμα, καὶ ὁλόφωτη, δίχως σκιὰ μέσα της. Σκηνὴ ἐξαστράπτουσα καὶ φωτίζουσα. Καὶ μέσα στὸν θαυμασμὸ τῶν μαθητῶν φωνὴ ἀκούστηκε ἀπὸ τὴν νεφέλη νὰ λέει: «Αὐτὸς εἶναι ὁ υἱός μου ὁ ἀγαπητός, στὸν ὁποῖον εὐαρεστοῦμαι, αὐτὸν νὰ ἀκοῦτε». Καὶ μὲ τὴν φωνὴ τοῦ Πατέρα ὁ Μωϋσῆς ἐπέστρεψε στὸν τόπο του καὶ ὁ Ἠλίας γύρισε στὴν χώρα του. Καὶ οἱ ἀπόστολοι ἔπεσαν μὲ τὸ πρόσωπο στὴν γῆ. Καὶ ὁ Ἰησοῦς μόνος στεκόταν, διότι ἡ φωνὴ ἐκείνη Αὐτὸν μόνο ἀφοροῦσε. Ἔφυγαν οἱ προφῆτες καὶ ἔπεσαν οἱ ἀπόστολοι, καθὼς δὲν ἐκπληρωνόταν σ’ αὐτοὺς τὸ νόημα τοῦ λόγου. Διότι δὲν ἦταν κανεὶς ἀπ’ αὐτοὺς υἱός ὁμοούσιος καὶ συναΐδιος μὲ τὸν Πατέρα, οὔτε γι’ αὐτοὺς ἦταν τὸ «αὐτὸν νὰ ἀκοῦτε».

Μὲ τὸν λόγο, λοιπόν, αὐτὸν δήλωσε ὅτι ἀφαιρέθηκε πλέον ἡ οἰκονομία ἀπὸ τὸν Μωϋσῆ καὶ τὸν Ἠλία, καὶ στὸν Υἱό ὑπακούουν κατὰ πάντα. Μὴν πεῖτε, δηλαδή, ὅτι αὐτὰ εἶπε ὁ Μωϋσῆς καὶ αὐτὰ ὁ Ἠλίας. Διότι ὡς δοῦλοι ὑπηρέτησαν στὸ κέλευσμα καὶ αὐτὸ πού τοὺς ὑποδείχθηκε κήρυξαν. Αὐτὸς εἶναι υἱός καὶ ὄχι ὁμογενής· κύριος καὶ ὄχι δοῦλος· ἄρχοντας καὶ ὄχι ἀρχόμενος· νομοθέτης καὶ ὄχι νομοθετούμενος· ἴσος κατὰ τὴν θεία φύση καὶ υἱός ἀγαπητός.

Ἔτσι οἱ ἀπόστολοι μυήθηκαν σ’ αὐτὸ πού ἦταν γι’ αὐτοὺς ἄδηλο. Ἐδῶ ὁ Πατὴρ φανέρωσε τὸν Υἱό Του. Ἐδῶ ὁ Ὤν ἀναγγέλλει τὸ συναΐδιο γέννημά Του. Ἐξ αἰτίας τῆς φωνῆς αὐτῆς ἔπεσαν οἱ ἀπόστολοι μὲ τὸ πρόσωπο στὴν γῆ. Διότι ἦταν βροντὴ φοβερή, πού δονοῦσε καὶ τάραζε τὴν γῆ καὶ αὐτοὶ ἀπὸ τὸν φόβο ἔπεσαν χάμω. Ἔδειξε σ’ αὐτοὺς τὸ ἰσοδύναμο τοῦ Υἱοῦ μὲ τὸν Πατέρα στὴν θεϊκή Του φύση. Διότι καθὼς ἡ φωνὴ τοῦ Πατέρα τοὺς ἔριξε κάτω, ἔτσι καὶ ἡ φωνὴ τοῦ Υἵοῦ μὲ τὴν δύναμή Του τοὺς ἀνασήκωσε. Ἐκεῖ ἡ θεϊκή του δόξα καὶ ἡ ἀνθρώπινη σάρκα Του φαίνονταν σὲ ἕνα πρόσωπο. Διότι δὲν ἔλαβε ὅπως ὁ Μωϋσῆς ἐπίκτητη ὡραιότητα, ἀλλ’ ὡς Θεὸς στὴν δόξα Του ἄστραψε. Τοῦ Μωϋσῆ τὸ πρόσωπο ἐξωτερικὰ χρίσθηκε μὲ λαμπρότητα, ἐνῶ ὅλο τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ ὅπως ὁ ἥλιος στὶς ἀκτίνες του ἄστραφτε καὶ ἡ δόξα τῆς θεότητάς Του τὸ σῶμα τῆς ἀνθρωπότητάς Του σκέπασε.

Γι’ αὐτὸν ἀνήγγειλε ὁ Πατήρ: «Αὐτὸς εἶναι ὁ υἱός μου ὁ ἀγαπητός». Δὲν ἦταν χωρισμένη ἡ δόξα τῆς θεότητάς Του ἀπὸ τὴν ἀνθρωπότητά Του, ἀλλά γιὰ ἕναν ἦταν ἡ φωνή, αὐτὸν πού φαινόταν σὲ σῶμα εὐτελὲς καὶ δόξα φοβερή. Καὶ ἡ ἁγία Μαρία υἱό τὸν ἀποκαλοῦσε, τοῦ ὁποίου τὸ ἀνθρώπινο σῶμα δὲν ἦταν χωρισμένο ἀπὸ τὴν θεϊκή Του δόξα. Διότι εἶναι ἕνα πρόσωπο αὐτὸς πού φανερώθηκε στὸν κόσμο μὲ τὸ σῶμα καὶ τὴν δόξα Του. Καὶ ἡ δόξα Του μήνυσε τὴν ἐκ τοῦ Πατρὸς θεία φύση. Καὶ τὸ σῶμα Του μήνυσε τὴν ἐκ τῆς Μαρίας ἀνθρώπινη φύση.

Ἕνας ὅμως εἶναι Υἱός μονογενὴς ἐκ τοῦ Πατρὸς καὶ ἐκ τῆς Μαρίας. Ἂς παύσουν τὰ στόματα τῶν αἱρετικῶν. Διότι ὅποιος τὸν μερίζει, θὰ μερισθεῖ ἀπὸ τὴν βασιλεία Του. Καὶ ὅποιος τὸν συγχέει, θὰ ἀποκλεισθεῖ ἀπὸ τὴν ζωή Του. Ὅποιος ἀρνεῖται ὅτι γέννησε Θεὸν ἡ Μαρία, ἂς μὴ δεῖ τὴν δόξα τῆς θεότητάς Του. Καὶ ὅποιος ἀρνεῖται ὅτι φόρεσε σάρκα, στερημένος θὰ εἶναι τῆς σωτηρίας καὶ ζωῆς πού προσφέρεται διὰ τοῦ σώματός Του. Διότι τὰ ἴδια τὰ πράγματα διδάσκουν ὅσους ἔχουν διαύγεια. Οἱ θεῖες δυνάμεις Του κηρύσσουν ὅτι εἶναι Θεὸς ἀληθινός, καὶ τὰ πάθη Του μαρτυροῦν ὅτι εἶναι ἄνθρωπος ἀληθινός, καὶ τὸ σῶμα πού περιεβλήθη, ὅτι εἶναι ἀπὸ θυγατέρα ἀνθρώπου. Ἀλλά κι ἂν δὲν τὸ κατανοοῦν οἱ ἀσθενεῖς κατὰ τὴν διάνοια, ἐμεῖς θὰ ἐπιχειρήσουμε νὰ ἐκθέσουμε τὴν ἀλήθεια ἀπὸ τὰ ἄχραντα Εὐαγγέλια, ὥστε νὰ προσφέρουμε στοὺς φιλόθεους ἀκροατὲς μεγαλύτερη ὠφέλεια, ἐξαπλώνοντας καὶ διατρανώνοντας τὸν λόγο μὲ ἐπιχειρήματα ἀψευδῆ, καὶ πιὸ λαμπρὰ θὰ πανηγυρίσουμε.

Ἔάν δὲν ἦταν σάρκα, γιὰ ποιὸν λόγο ἐμφανίζεται ἡ Μαρία στὸ προσκήνιο, καὶ ἐὰν δὲν ἦταν Θεός, ὁ Γαβριὴλ ποιὸν προσφωνοῦσε Κύριο; Ἐὰν δὲν ἦταν σάρκα, ποιὸς τυλιγόταν στὰ σπάργανα, καὶ ἐὰν δὲν ἦταν Θεός, ποιὸν διακονοῦσαν οἱ ἄγγελοι πού κατέβηκαν; Ἐὰν δὲν ἦταν σάρκα, ποιὸς ἦταν ξαπλωμένος στὴν φάτνη, καὶ ἐὰν δὲν ἦταν Θεός, οἱ ποιμένες γιὰ ποιὸν λόγο ὕστερα ἀπὸ οὐράνια μύηση τὸν προσκύνησαν;

Ἐὰν δὲν ἦταν σάρκα, ποιὸς ὑποβλήθηκε σὲ περιτομή; Ἐὰν δὲν ἦταν Θεός, γιὰ ποιὸν οἱ μάγοι ἀπὸ τὴν ἀνατολὴ πρόσφεραν δῶρα; Ἐὰν δὲν ἦταν σάρκα, ποιὸν βάσταξε στὴν ἀγκαλιὰ του ὁ Συμεών, καὶ ἐὰν δὲν ἦταν Θεός, σὲ ποιὸν ἔλεγε «τώρα ἄφησέ με νὰ πεθάνω εἰρηνικά»; Ἐὰν δὲν ἦταν σάρκα, ποιὸν πῆρε ὁ Ἰωσὴφ καὶ κατέφυγε στὴν Αἴγυπτο; Ἐὰν δὲν ἦταν Θεός, τὸ «ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο κάλεσα τὸν υἱό μου» σὲ ποιὸν ἐκπληρώθηκε; Ἐὰν δὲν ἦταν σάρκα, ὁ Ἰωάννης ποιὸν βάπτισε, κι ἂν δὲν ἦταν Θεός, γιὰ ποιὸν βεβαίωνε ἀπὸ τὸν οὐρανὸ ὁ Πατέρας ὅτι εἶναι ἀγαπητός Του Υἱός; Ἐὰν δὲν ἦταν σάρκα, ποιὸς νήστεψε στὴν ἔρημο καὶ πείνασε; Ἐὰν δὲν ἦταν Θεός, ποιὸν οἱ ἄγγελοι κατέβηκαν καὶ διακονοῦσαν, ἂν δὲν ἦταν τέλειος καὶ κατὰ τὶς δύο φύσεις;

Ποιὸς κλήθηκε στὸν γάμο τῆς Κανᾶ καὶ μετέβαλε τὸ νερὸ σὲ κρασί, ἐὰν δὲν ἦταν Θεὸς καὶ ἄνθρωπος; Ἐὰν ἦταν ἁπλὸς ἄνθρωπος καὶ ὄχι Θεὸς τέλειος, πῶς συνέτρωγε μὲ τὸν Φαρισαῖο Σίμωνα, πῶς τὰ πλημμελήματα τῆς πόρνης συγχώρησε; Ἐὰν δὲν ἦταν σάρκα, ποιὸς κάθησε στὸ πηγάδι μετὰ τὴν ὁδοιπορία καὶ ζητοῦσε νερό, κι ἂν δὲν ἦταν Θεός, ποιός, ἐνῶ ζητοῦσε νερὸ ἀπὸ τὴν Σαμαρείτιδα, ἐν τούτοις ἔδινε νερὸ καὶ ἔλεγχε; Ἐὰν δὲν ἦταν σάρκα, πῶς ἔφτυσε στὴν γῆ, κι ἂν δὲν ἦταν Θεός, πῶς ἔκανε τὸν ἐκ γενετῆς τυφλὸ μὲ πηλὸ νὰ ἀναβλέψει; Στὸ μνῆμα τοῦ Λαζάρου ποιὸς δάκρυσε, καὶ μὲ ποίου τὸ κέλευσμα ἐξῆλθε, νεκρὸς τετραήμερος, ἐὰν ὁ Χριστὸς δὲν ἦταν Θεὸς καὶ ἄνθρωπος;

Ἐὰν δὲν ἦταν σάρκα, πῶς κάθησε στὸ πουλάρι, κι ἂν δὲν ἦταν Θεός, οἱ ὄχλοι ποιὸν δοξολογοῦσαν λέγοντας τὸ ὡσαννά; Καὶ πῶς νὰ διηγηθῶ ὅσα οἱ παράνομοι Ἰουδαῖοι τοῦ ἔκαναν; Μιλῶ γιὰ τὴν προδοσία τοῦ μαθητοῦ καὶ ὅσα μετὰ τὴν προδοσία ἔγιναν στὸ κριτήριο τοῦ Πιλάτου- τὰ ραπίσματα, τὰ φτυσίματα, τὰ χτυπήματα στὸ πρόσωπο καὶ ὅσα τὶς ὧρες μετὰ τὴν προδοσία ἔπαθε γιὰ χάρη μας. Δὲν τὰ ὑπέμεινε αὐτὰ ὡς ἄνθρωπος; Τὰ δὲ τοῦ σταυροῦ ποιὰ γλώσσα νὰ διηγηθεῖ; Ἐὰν δὲν ἦταν σάρκα, τότε ποιὰ χέρια καὶ πόδια καρφώθηκαν, κι ἂν δὲν ἦταν Θεός, τὸ καταπέτασμα τοῦ ναοῦ πῶς σχίστηκε, οἱ πέτρες πῶς ράγισαν, τὰ μνημεῖα πῶς ἀνοίχτηκαν, οἱ νεκροὶ πῶς ἀνασταίνονταν;

Ἐὰν δὲν ἦταν σάρκα, ποιὸς κρεμάστηκε μὲ ληστὲς στὸν σταυρό; Κι ἂν δὲν ἦταν Θεός, πῶς ἔλεγε στὸν ληστὴ «σήμερα θὰ εἶσαι μαζί μου στὸν παράδεισο»; Ἐὰν δὲν ἦταν σάρκα, ποιὸν ἄλειψαν μὲ σμύρνα καὶ ἔθαψαν ὁ Ἰωσὴφ καὶ ὁ Νικόδημος; Κι ἂν δὲν ἦταν Θεός, ποιὸς ἀναστήθηκε τὴν τρίτη ἥμερα; Ποιὸν οἱ ἀπόστολοι στὸ ὑπερῶο εἶδαν καὶ ψηλάφησαν, ἐὰν δὲν ἦταν σάρκα, καὶ πῶς εἰσῆλθε κεκλεισμένων τῶν θυρῶν, ἐὰν δὲν ἦταν Θεός; Ἐὰν δὲν ἦταν σάρκα, ποιὸς ἔφαγε στὴν λίμνη τῆς Τιβεριάδος, κι ἂν δὲν ἦταν Θεός, πῶς μὲ κέλευσμα γέμισε τὸ δίχτυ; Ἐὰν δὲν ἦταν σάρκα, οἱ ἀπόστολοι καὶ οἱ ἄγγελοι ποιὸν εἶδαν, ὅταν ἀναλήφθηκε, κι ἂν δὲν ἦταν Θεός, ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ ποιὸν προσκύνησαν;

Ἐὰν δὲν ἦταν σάρκα, ψεύτικη ἦταν ἡ σωτηρία μας, πού θεμέλιο εἶχε τὸ ὅτι ὁ Θεὸς γεννήθηκε ἄνθρωπος ἀπὸ γυναίκα, τὴν ἄχραντη καὶ ἀειπάρθενο Μαρία. Αὐτὸς εἶναι ὁ μονογενὴς Υἷος τοῦ Θεοῦ καὶ Λόγος, ὁ ἐρχόμενος στὸν κόσμο. Τὸν ἴδιον ὁμολογῶ Θεὸ τέλειο καὶ τέλειο ἄνθρωπο· μὲ δύο φύσεις ἑνωμένες σὲ μία ὑπόσταση, πού γνωρίζεται δίχως διαίρεση καὶ δίχως σύγχιση τῶν φύσεων. Αὐτὸς θεώρησε ἄξιο νὰ σαρκωθεῖ, δίχως τροπὴ τῆς θείας Του φύσεως, ἀπὸ τὴν Θεοτόκο Παρθένο, ἡ ὁποία εἶχε προκαθαρθεῖ κατὰ τὴν ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα μὲ τὴν ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Χρημάτισε ἄνθρωπος μετὰ ἀπὸ πρόσληψη σώματος, καὶ γενόμενος αὐτὸ πού δὲν ἦταν, καὶ μένοντας αὐτὸ πού ἦταν, τέλειος καὶ στὰ δύο, ἦταν ἐπίγειος καὶ οὐράνιος· πρόσκαιρος καὶ ἀθάνατος· ἄναρχος καὶ ὑποκείμενος στὸν χρόνο· παθητὸς καὶ ἀπαθής· Θεὸς καὶ ἄνθρωπος, ἕνας συγκείμενος ἀπὸ δύο τέλειες φύσεις καὶ γνωριζόμενος ὡς μία ἀπὸ τρεῖς ὑποστάσεις, οἱ ὁποῖες εἶναι μία οὐσία, μία δύναμη, μία θεότητα.

Ἔτσι, φώναξε ὁ Πατέρας ἀπό τούς οὐρανούς: «αὐτὸς εἶναι ὁ υἱός μου ὁ ἀγαπητός, στὸν ὁποῖον εὐδόκησα, αὐτὸν νὰ ἀκοῦτε». Τὴν φωνὴ αὐτὴ σὰν ἄκουσαν οἱ μαθητές, ἔπεσαν μὲ τὸ πρόσωπο στὴν γῆ. Καὶ λέει πρὸς αὐτοὺς Αὐτὸς πού ἔλαβε τὴν μαρτυρία τοῦ Πατέρα: «Σηκωθεῖτε καὶ μὴ φοβᾶσθε». Τοὺς παρήγγειλε δὲ τὸ ἑξῆς: «Μὴ πεῖτε σὲ κανένα τὸ ὅραμα, ἕως ὅτου ὁ υἱός τοῦ ἀνθρώπου ἀναστηθεῖ ἀπό τούς νεκρούς.

Σ’ Αὐτὸν ἁρμόζει κάθε δόξα, τιμὴ καὶ προσκύνηση, μαζὶ μὲ τὸν ἄναρχο Πατέρα Του καὶ τὸ Πανάγιο καὶ ζωοποιὸ Πνεῦμα, τώρα καὶ πάντα καὶ στοὺς ἀτελεύτητους αἰῶνες. Ἀμήν!




Πηγή: ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΚΑΡΕΑ

Πέμπτη 18 Ιουλίου 2013

Περί της Συντελείας του κόσμου και περί Αντιχρίστου και εις την Δευτέραν Παρουσίαν του Κυρίου μας

Λόγος Αγίου Εφραίμ του Σύρου περί Συντελείας του κόσμου

Ευλόγησον Πατερ.

Πως εγώ ο ελάχιστος και αμαρτωλός Εφραίμ, και πλήρης πλημμελημάτων, θέλω δυνηθή να διηγηθώ τα υπέρ την δύναμίν μου!

Αλλ’ επειδή ο Σωτήρ δια της ευσπλαχνίας του τούς αγραμμάτους σοφίαν εδίδαξε, και δι’ αυτών τούς απανταχού πιστούς κατεφώτισε, θέλει ενδυναμώσει και ημών την γλώσσαν προς ωφέλειαν και οικοδομήν, και εμού του λέγοντος και πάντων των ακροατών.


Θα λαλήσω δε με οδύνας, και θα είπω με στεναγμούς, περί της συντελείας του κόσμου τούτου, και περί του αναιδεστάτου και φοβερού Δράκοντος, όστις μέλλει να ταράξη πάσαν την υπό τον ουρανόν κτίσιν, και να εμβάλη δειλίαν, και ολιγωρίαν, και δεινήν απιστίαν εις τας καρδίας των ανθρώπων, και να ποιήση τέρατα και σημεία και φόβητρα, ώστε, εάν δυνηθή, να πλανήση και τούς εκλεκτούς, και να απατήση πάντας δια ψευδών σημείων, και δια φανταστικών τεράτων, υπό αυτού γενομένων. Διότι κατά συγχώρησιν του αγίου Θεού λαμβάνει εξουσίαν ν’ απατήση τον κόσμον, διότι επληθύνθη η ασέβεια του κόσμου, και πανταχού διάφορα κακά πράττονται. Και επειδή οι άνθρωποι ηθέλησαν να απομακρυνθώσιν από του Θεού, και ν’ αγαπήσωσι τον Πονηρόν, δια τούτο ο άχραντος Δεσπότης συνεχώρησε να δοκιμασθώσι δια πνεύματος αποπλανήσεως.


Μεγας είναι ο αγών, αδελφοί, μάλιστα δε εις τούς πιστούς, κατά τούς καιρούς εκείνους, όταν γίνωνται σημεία και τέρατα υπ’ αυτού του Δράκοντος εν πολλή εξουσία· όταν πάλιν δεικνύει εαυτόν ως θεόν δια φοβερών φαντασμάτων, και ίπταται εις τον αέρα, και πάντες οι δαίμονες σηκώνονται εις τον αέρα, ως άγγελοι, έμπροσθεν του τυράννου· διότι φωνάζει μετά δυνάμεως, αλλάσσων μορφάς, και εκφοβίζων καθ’ υπερβολήν άπαντας τούς ανθρώπους· τότε, αδελφοί, ποιός θέλει ευρεθή τετειχισμένος, και μένων ασάλευτος, εάν δεν έχη το σημείον εν τη ψυχή του, δηλαδή την αγίαν παρουσίαν του μονογενούς Υιού του Θεού ημών;

Όταν ίδη την απερίγραπτον εκείνην θλίψιν, η οποία γίνεται πανταχού εις πάσαν ψυχήν, η οποία δεν έχει τελείως παραμυθίαν, ούτε πάλιν άνεσιν εν γη και θαλάσση· όταν ίδη ότι συνταράσσεται ο σύμπας κόσμος, και φεύγει έκαστος δια να κρυβή εις τα όρη, και άλλος μεν αποθνήσκει της πείνης, άλλος δε λιώνει ως κερί εν δεινή θλίψει, και ουδείς υπάρχει ο ελεών· όταν ίδη άπαντα τα πρόσωπα δακρύοντα, και μετά πόθου ερωτώντας τούς ανθρώπους, μήπως ακούεται λόγος Θεού επί της γης; και ακούη ουδαμού.

Ποιός θέλει υποφέρει τας ημέρας εκείνας; Ποιός δεν θα υπομείνη την θλίψιν την αφόρητον; όταν ίδη σύγχυσιν των λαών, οι οποίοι έρχονται από των περάτων της γης εις θέαν του ουρανού, και ίδη ότι πολλοί προσκυνούσιν έμπροσθεν του τυράννου, και κράζουσι μετά τρόμου, ότι συ είσαι ο Σωτήρ ημών· όταν ίδη ότι η θάλασσα ταράσσεται, και η γη ξηραίνεται, οι ουρανοί δεν βρέχουσι, τα φυτά μαραίνονται· άπαντες δε οι ευρισκόμενοι προς ανατολάς, φεύγουσι προς δυσμάς, εκ της πολλής δειλίας· και πάλιν δε οι ευρισκόμενοι προς δυσμάς, φεύγουσι προς ανατολάς μετά τρόμου, ο δε αναιδής λαβών τότε εξουσίαν θα αποστείλη δαίμονα εις πάντα τα πέρατα, ώστε να κηρύξη παρρησία, ότι βασιλεύς μέγας εφάνη μετά δόξης, έλθετε και ίδετε αυτόν. Ποιός είναι αυτός ο οποίος θα έχη τέτοια αδαμαντίνην ψυχήν, ώστε να υποφέρη γενναίως άπαντα τα σκάνδαλα; Ποιός άρα ο άνθρωπος αυτός, ως προείπον, ώστε να μακαρίσωσιν αυτόν πάντες οι άγγελοι;


Εγώ φιλόχριστοι και τέλειοι αδελφοί, εφοβήθην εξ αυτής της ενθυμήσεως του Δράκοντος, μελετών καθ’ εαυτόν την θλίψιν, ήτις μέλλει να γίνη εις τούς ανθρώπους κατά τούς καιρούς εκείνους· διότι αυτός ο Δράκων είναι μιαρός, και φοβερός εις το γένος των ανθρώπων, και μάλιστα γίνεται πικρότερος εις τούς δυναμένους να νικώσι τα φαντάσματα αυτού. Διότι τότε θα ευρεθώσι πολλοί ευάρεστοι εις τον Θεόν, δυνάμενοι να σωθώσι εις τα όρη, και εις τα βουνά, και εις τούς ερήμους τόπους, μετά πολλών δεήσεων και υπερβολικών κλαυθμών. Διότι ο άγιος Θεός, θεωρών αυτούς εις τοιούτον απερίγραπτον κλαυθμόν και ειλικρινή πίστιν, ευσπλαχνίζεται αυτούς, ως φιλόστοργος πατήρ, και διατηρεί αυτούς όπου εκρύβησαν· διότι ο παμμίαρος δεν παύει του να ζητή τούς αγίους κατά γην και θάλασσαν, νομίζων ότι θέλει βασιλεύσει του λοιπού επί της γης, και πάντας υποτάσσει. Και νομίζει ο άθλιος ότι θα αντισταθή κατά την ώραν εκείνην την φοβεράν, όταν έλθη ο Κυριος εκ των ουρανών, μη γινώσκων ο άθλιος την ασθένειαν και υπερηφάνειαν αυτού, δια την οποίαν και εξέπεσεν.
Όμως ταράσσει την γην, εκφοβίζει τα σύμπαντα δια ψευδών και μαγικών σημείων.


Κατά τον καιρόν δε εκείνον, όταν έλθη ο Δράκων, δεν υπάρχει άνεσις επί της γης· αλλά θλίψις μεγάλη, ταραχή, και σύγχυσις, θάνατοι, και πείνα εις πάντα τα πέρατα· διότι αυτός ο Κυριος ημών δια του θείου αυτού στόματος είπεν, ότι τοιαύτα δεν έγειναν απ’ αρχής της κτίσεως. ημείς δε οι αμαρτωλοί, πως θα παρομοιάσωμεν το υπέρμετρον και ανέκφραστον αυτής, αφού τοιουτοτρόπως την ωνόμασεν ο Θεός; Ας συλλογισθή δε έκαστος ακριβώς τας αγίας λέξεις του Κυρίου και Σωτήρος πως δια την ανάγκην και την θλίψιν την μεγάλην, κολοβώνει τας ημέρας της θλίψεως καθ’ ο εύσπλαγχνος, συμβουλεύων ημάς και λέγων. "Προσεύχεσθε δια να μη γείνη η φυγή ημών εν καιρώ χειμώνος, μήτε εν ημέρα Σαββάτου". Και πάλιν· "Αγρυπνείτε πάντοτε δεόμενοι συνεχώς δια να καταξιωθήτε να εκφύγητε την θλίψιν, και να σταθήτε έμπροσθεν του Θεού, διότι ο καιρός είναι εγγύς". Ας δεηθώμεν συνεχώς με δάκρυα και προσευχάς νύκτα και ημέραν, προκόπτοντες ενώπιον του Θεού δια να σωθώσιν οι αμαρτωλοί.

Εαν κάποιος έχη δάκρυα και κατάνυξιν, ας δεηθή εις τον Κυριον, δια να ρυσθώμεν από την θλίψιν, η οποία μέλλει να έλθη εις την γην· διότι θα γείνωσι κατά τόπους λιμοί, σεισμοί, και θάνατοι διάφοροι επί της γης. Γενναία θα είναι η ψυχή, η οποία θα δυνηθή να κρατήση εαυτήν απηλλαγμένην από τα σκάνδαλα ταύτα. Διότι εάν ευρεθή άνθρωπος ν’ αδιαφορή ολίγον, εύκολα πολιορκείται και γίνεται αιχμάλωτος του δράκοντος του πονηρού και δολίου, και ο τοιούτος ευρίσκεται ασυγχώρητος εις την κρίσιν, διότι επίστευσεν εις τον Τυραννον εκουσίως. Πολλών προσευχών και δακρύων έχομεν ανάγκην, αγαπητοί, δια να ευρεθώμεν ακλόνητοι εις τούς πειρασμούς. Διότι πολλά είναι τα φαντάσματα, τα οποία γίνονται από το θηρίον. Διότι επειδή είναι Θεομάχον θέλει όλοι ν’ απολεσθώσι· διότι τοιούτον τρόπον μεταχειρίζεται ο Τυραννος, ώστε όλοι να βαστάζωσι την σφραγίδα του Θηρίου, όταν θα έλθη ν’ απατήση τα σύμπαντα.


Προσέχετε, αδελφοί μου, την υπερβολήν του Θηρίου· διότι μεταχειρίζεται διάφορα τεχνάσματα πονηρίας. Άρχεται από την γαστέρα· ίνα όταν τις στεναχωρηθή μη έχων φαγητά, αναγκασθή να λάβη την σφραγίδα εκείνου· όχι ως έτυχεν εις παν μέρος του σώματος, αλλ’ εις την δεξιάν χείρα και εις το μέτωπον, δια να μη έχη εξουσίαν ο άνθρωπος να κάμη με αυτήν το σημείον του σταυρού, μήτε πάλιν εις το μέτωπον να σημειώση το άγιον όνομα του Κυρίου. Διότι γνωρίζει ο άθλιος, ότι όταν ο Σταυρός του Κυρίου σφραγισθή επί του ανθρώπου λύει πάσαν την δύναμιν του Εχθρού, και δια τούτο σφραγίζει την δεξιάν του ανθρώπου.

Λοιπόν, αδελφοί μου, φρικτός είναι ο αγών εις όλους τούς φιλοχρίστους ανθρώπους, ίνα μέχρις ώρας θανάτου μη δειλιάσωσι, μηδέ αμελήσωσιν, όταν χαράση ο Δράκων την σφραγίδα του, αντι του σταυρού του Σωτήρος. Διότι πάντα τρόπον μεταχειρίζεται, ίνα ουδόλως ονομάζηται το όνομα του Κυρίου ημών και Σωτήρος εις τον καιρόν τούτον. Τούτο δε κάμνει φοβούμενος και τρέμων την αγίαν δύναμιν του Σωτήρος ημών. Διότι εάν κάποιος δεν σφραγίζηται με την σφραγίδα εκείνου, δεν γίνεται αιχμάλωτος εις τα φαντάσματα εκείνου, ούτε ο Κυριος απομακρύνεται απ’ αυτού αλλά τον φωτίζει και τον σύρει προς εαυτόν. Πρέπει να εννοήσωμεν, αδελφοί μου, μετά πάσης ακριβείας, ότι τα φαντάσματα του Εχθρού είναι αποτρόπαια.

Ο δε Κυριος ημών έρχεται με γαλήνην δια ν’ αποκρούση δι’ ημάς τα τεχνάσματα του Θηρίου. Την στερεάν πίστιν του Χριστού ειλικρινώς βαστάζοντες, θα κάμωμεν την δύναμιν του Τυράννου ευκλόνιστον. Ας αποκτήσωμεν λογισμόν αμετάθετον και σταθερότητα, και τότε απομακρύνεται αφ’ ημών ο ασθενής Εχθρός, μη έχων τι να κάμη.

Εγώ ο ελάχιστος παρακαλώ εσάς, αδελφοί φιλόχριστοι, ας μη γινώμεθα μαλθακοί, αλλά μάλλον δυνατοί με την δύναμιν του Χριστού, διότι απαραίτητος αγών είναι επί θύρας· ας αναλάβωμεν λοιπόν τον θυρεόν της πίστεως. Έτοιμοι λοιπόν γίνεσθε καθώς πιστοί οικέται, μη δεχόμενοι άλλον· επειδή ο κλέπτης, και αλάστωρ, και άσπλαγχνος μέλλει να έλθη πρώτος εις ωρισμένους καιρούς, θέλων να κλέψη, να θύση, και να απολέση την εκλεκτήν ποίμνην του αληθινού ποιμένος Χριστού, και επί τούτω αναλαμβάνει σχήμα του αληθινού ποιμένος.

Ας μάθωμεν, ω φίλοι, με ποίον σχήμα έρχεται εις την γην ο αναίσχυντος Όφις. Επειδή ο Σωτήρ, θέλων να σώση το ανθρώπινον γένος, ετέχθη εκ Παρθένου, και εν σχήματι ανθρώπου επάτησε τον Εχθρόν με την αγίαν δύναμιν της Θεότητος Αυτού, ηθέλησε και αυτός ν’ αναλάβη το σχήμα της αυτού παρουσίας δια να μας απατήση. Ο δε Κυριος ημών θα έλθη εις την γην εν νεφέλαις φωτειναίς, ως αστραπή φοβερά, ο δε Εχθρός δεν θα έλθη τοιουτοτρόπως διότι είναι αποστάτης.

Γεννάται μεν ακριβώς εκ κόρης μιαράς, αλλά δεν σαρκούται τοιουτοτρόπως. Θα έλθη δε ο παμμίαρος εν σχήματι τοιούτω, ως κλέπτης, δια να απατήση τα σύμπαντα. Θα είναι ταπεινός, ήσυχος, θα μισή την αδικίαν, θα αποστρέφηται τα είδωλα, θα προτιμά την ευσέβειαν, αγαθός, φιλόπτωχος, ευειδής καθ’ υπερβολήν, ευκατάστατος, ιλαρός εις όλους, θα τιμά πολύ το γένος των Ιουδαίων, διότι αυτοί προσμένουσι την έλευσιν εκείνου. Μεταξύ δε πάντων τούτων, θα εκετελή σημεία και τέρατα, φόβητρα με πολλήν εξουσίαν, θα προσπαθή δολίως να αρέση εις όλους, δια να αγαπηθή ταχέως από πολλούς, δεν θα λάβη δώρα, δεν θα λαλήση μεθ’ ημών, θα φαίνηται κατηφής, θα εξαπατά τον κόσμον υπό το πρόσχημα της ευταξίας, έως ου βασιλεύση.

Όταν λοιπόν ίδωσι λαοί πολλοί και δήμοι τοιαύτας αρετάς και δυνάμεις, ενούνται όλοι συγχρόνως με μίαν γνώμην, και με χαράν μεγάλην κηρύσσουσιν αυτόν βασιλέα, λέγοντες μεταξύ των. Μηπως άρα ευρίσκεται άνθρωπος άλλος τόσον αγαθός και δίκαιος; Ανορθούται δε ευθέως η βασιλεία εκείνου, και θα πατάξη μεθ’ υμών τρεις βασιλείς μεγάλους. Έπειτα υψούται η καρδία του και θα εμέση ο Δράκων την πικρότητά του. Ταράσσων δε την οικουμένην κινεί τα πέρατα, θλίβει τα σύμπαντα, και μιαίνει τας ψυχάς. Όχι πλέον ως ευλαβής, αλλά πολύ αυστηρός εις όλα· απότομος, οργίλος, θυμώδης, ακατάστατος, φοβερός, αήδης, μισητός, βδελυκτός, ανήμερος, αλάστωρ, αναιδής, και προσπαθών να εμβάλη εις το βόθρον της ασεβείας όλον το ανθρώπινον γένος.

Πληθύνει σημεία ψευδώς, και όχι αληθώς· και ενώ παρίσταται πολύς λαός και ευφημεί αυτόν, βάλλει φωνήν ισχυράν, ώστε να σαλευθή ο τόπος, επί του οποίου ίστανται οι όχλοι, λέγων. Γνωρίσατε όλοι οι λαοί την δύναμίν μου και την εξουσίαν· μεταθέτει όρη, και ανάγει νήσους από την θάλασσαν με πλάνην και φαντασίαν· και ενώ πλανά τον κόσμον και φαντάζει τα σύμπαντα, πολλοί θα δοξάζωσι και θα πιστεύσωσιν αυτόν ως θεόν ισχυρόν.
Τοτε θα θρηνή δεινώς και θα στενάζη πάσα ψυχή· τότε όλοι θα υποφέρωσι θλίψιν απαραμύθητον, η οποία θα κατέχη αυτούς νύκτα και ημέραν, και δεν θα ευρίσκωσιν ουδαμού παρηγορίαν.


Τοτε θα αποθνήσκωσι τα νήπια εις τούς κόλπους των μητέρων, και πάλιν η μήτηρ θα αποθνήσκη επάνω εις το παιδίον και ο πατήρ μετά της γυναικός και των τέκνων του θ’ αποθνήσκη εις τας αγοράς, και δεν θα υπάρχη κάποιος να θάψη αυτούς και να τούς βάλη εις μνήμα. Από τα πολλά δε θνησιμαία, τα οποία θα ρίπτωνται εις τας πλατείας, θα υπάρχη παντού δυσωδία, η οποία θα στενοχωρή πολύ τούς ζώντας. Το πρωϊ όλοι θα λέγωσι μετ’ οδύνης και στεναγμών πότε θε γείνη εσπέρα δια ν’ αναπαυθώμεν ολίγον; Όταν δε θα έλθη πάλιν η εσπέρα θα λέγωσι με πικρότατα δάκρυα, πότε άρα θα φωτίση δια ν’ αποφύγωμεν την θλίψιν, η οποία μας κυριεύει; Και δεν θα υπάρχη τόπος να φύγη κάποιος και να κρυβή, διότι τα πάντα θα ταραχθώσι, και η θάλασσα και η ξηρά.

Δια τούτο είπεν εις ημάς ο Κυριος· Γρηγορείτε δεόμενοι αδιαλείπτως να διαφύγητε την θλίψιν· θα είναι δυσωδία εν θαλάσση, δυσωδία επί της γης, λιμοί, σεισμοί, εν θαλάσση σύγχυσις, επί της γης σύγχυσις, εν θαλάσση φόβητρα, φόβητρα επί της γης. Χρυσός πολύς και άργυρος, και μεταξωτά ιμάτια, αλλά δεν θέλουσιν ωφελήσει εις την θλίψιν εκείνην, και πάντες οι άνθρωποι μακαρίζουσι όλους όσους απέθανον πριν έλθη η μεγάλη θλίψις επί γης. Διότι ρίπτεται και ο χρυσός και ο άργυρος εις τας πλατείας, και ουδείς εγγίζει αυτά· επειδή όλα είναι βδελυκτά. Παντες σπουδάζουσι να διαφύγωσι και να κρυβώσιν, αλλ’ ουδαμού ευρίσκουσι τόπον δια να κρυβώσιν εκ της θλίψεως. Προς δε τούτοις μετά λιμού και της θλίψεως, και του φόβου, ευρίσκονται θηρία και ερπετά δάκνοντα· έσωθεν φόβος, και έξωθεν τρόμος· και εν νυκτί και εν ημέρα θνησιμαία κείνται εις πλατείας.

Εις τας πλατείας δυσωδία, εις τας οικίας δυσωδία, εις τας πλατείας πείνα και δίψα, εις τας οικίας πείνα και δίψα· εις τας πλατείας φωνή κλαυθμού, εις τας πλατείας θόρυβος, και εις τας οικίας θόρυβος. Ένας έκαστος μετά κλαυθμού συναντά τον έτερον· πατήρ το τέκνον, και ο υιός τον πατέρα, μήτηρ την θυγατέρα· φίλοι μετά φίλων εναγκαλισθέντες εκλείπουσιν· και αδελφοί μετά αδελφών εναγκαλισθέντες αποθνήσκουσιν. Εμαράνθησαν και τα κάλλη του προσώπου πάσης σαρκός. Γινονται δε αι μορφαί των ανθρώπων ως νεκρού. Γινεται βδελυκτόν και μισητόν το κάλος των γυναικών. Θελει μαρανθή πάσα σαρξ, και η επιθυμία των ανθρώπων. Όλοι δε όσοι επείσθησαν εις το φοβερόν Θηρίον, και έλαβον την σφραγίδα εκείνου, τον δυσεβή χαρακτήρα του μιαρού, προστρέχοντες προς αυτόν θα λέγωσι μετ’ οδύνης. Δος εις ημάς να φάγωμεν και να πίωμεν, διότι πάντες αποθνήσκομεν της πείνης, και αποδίωξον αφ’ ημών πάντα τα ιοβόλα θηρία. Και μη έχων ο άθλιος αποκρίνεται πολύ αποτόμως λέγων· από που εγώ θα δώσω εις εσάς να φάγητε και να πίητε, ω άνθρωποι, ο ουρανός δεν θέλει δώση βροχήν εις την γην· η γη πάλιν δεν έδωκε διόλου θέρος η γεννήματα. Ακούοντες δε ταύτα οι λαοί, πενθούσι και κλαίουσι, μη έχοντες παντελώς παραμυθίαν θλίψεως· αλλά θα γίνη εις την θλίψιν αυτών θλίψις απερίγραπτος, διότι τόσον προθύμως επίστευσαν εις τον Τυραννον. Διότι εκείνος ο άθλιος δεν δύναται ουδέ εαυτόν να βοηθήση, και πως θα ελεήση αυτούς;


Εις εκείνας τας ημέρας θα γίνη μεγάλη ανάγκη εκ πολλής στενοχωρίας του Δράκοντος, και του φόβου, και του σεισμού, και του ήχου της θαλάσσης, και του λιμού, και της δίψης και των δαγκωμάτων των θηρίων. Παντες δε οι λαβόντες την σφραγίδα του Αντιχρίστου, και προσκυνήσαντες αυτόν, ως θεόν, δεν θέλουσι έχει μερίδα εις την Βασιλείαν του Χριστού, αλλά μετά του Δράκοντος θα βληθώσιν εις την γέενναν. Μακάριος ο ευρεθείς πανάγιος και πάμπιστος, και έχων δεδομένην την καρδίαν αυτού προς τον Θεόν αδιστάκτως· διότι αφόβως θα αποκρούση τας ερωτήσεις του Πονηρού, καταφρονών και τας βασάνους, και τας φαντασίας αυτού.


Πριν δε ταύτα γίνωσι, θ’ αποστείλη ο Κύριος Ηλίαν τον Θεσβίτην και τον Ενώχ, ως εύσπλαχνος, δια να παρακινήσωσιν εις την ευσέβειαν το γένος των ανθρώπων, και κηρύξωσι παρρησία την θεογνωσίαν εις πάντας τούς ανθρώπους, δια να μη πιστεύσωσιν εις τον Τύραννον ένεκα φόβου, και θέλουσι κράζει και λέγει.

Πλάνος είναι, ω άνθρωποι, ας μη πιστεύση κανείς εις αυτόν παντελώς, μηδέ να υπακούση εις τον θεομάχον· ας μη φοβηθή κανείς εξ υμών διότι ταχέως θα αφανισθή. Ιδού έρχεται εξ ουρανού ο Κυριος, δια να κρίνη πάντας, όσοι επείσθησαν εις τα σημεία αυτού· αλλ’ ολίγοι είναι τότε οι θέλοντες να υπακούσωσι, και να πιστεύσωσι εις το κήρυγμα των προφητών. Ταύτα δε ποιεί ο Σωτήρ, δια να δείξη την άφατον αυτού φιλανθρωπίαν· ότι ουδέ κατά τον καιρόν εκείνον δεν αφίνει το γένος των ανθρώπων άνευ κηρύγματος, δια να υπάρχουν πάντες αναπολόγητοι εις την κρίσιν.


Πολλοί δε των αγίων, όσοι τότε θα ευρεθώσιν εις την έλευσιν του μιαρού, χύνουσι ποταμηδόν τα δάκρυα μετά στεναγμών προς τον Θεόν τον άγιον, δια να λυτρωθώσιν από τον Δράκοντα· και φεύγουσι μετά μεγάλης σπουδής εις τας ερήμους, και κρύπτονται εις τα όρη, και τα σπήλαια μετά φόβου· και πασπαλίζουσι χώμα και στάκτην εις τας κεφαλάς, παρακαλούντες νύκτα και ημέραν μετά πολλής ταπεινώσεως. Και ο άγιος Θεός θέλει χαρίσει τούτο εις αυτούς· δηλαδή οδηγεί αυτούς η χάρις εις ωρισμένους τόπους, και σώζονται κρυπτόμενοι εις τας οπάς και τα σπήλαια μη βλέποντες τα σημεία και τα φόβητρα του Αντιχρίστου. Διότι η έλευσις τούτου γίνεται γνωστή εις τούς έχοντας τον νουν προσηλωμένον εις τα άνω· εις δε τούς έχοντας τον νουν εις βιωτικά πράγματα, και ποθούντας τα γήϊνα, δεν θα γίνη φανερόν τούτο. Διότι όποιος είναι δεδεμένος πάντοτε εις βιωτικά πράγματα, και αν ακούση απιστεί, και βδελύσσεται τον λέγοντα. Οι δε άγιοι θέλουσιν ενδυναμωθή, διότι πάντοτε απέρριψαν την μέριμναν του βίου τούτου.


Τοτε πενθεί πάσα η γη και η θάλασσα· και ο αήρ πενθεί, συγχρόνως δε και τα άγρια ζώα, μετά των πετεινών του ουρανού· πενθούσιν όρη, και βουνοί, και τα δένδρα των πεδιάδων· πενθούσι δε και οι φωστήρες του ουρανού δια το γένος των ανθρώπων, ότι πάντες εξέκλιναν από του αγίου Θεού, και επίστευσαν εις τον πλάνον, δεχθέντες το σημείον του μιαρού και θεομάχου, αντι του ζωοποιού Σταυρού του Σωτήρος.

Πενθεί η γη και η θάλασσα, διότι αιφνιδίως κατέπαυσεν η φωνή της ψαλμωδίας και της προσευχής εκ στόματος ανθρώπου. Πενθούσι πάσαι αι εκκλησίαι του Χριστού πένθος μέγα· διότι δεν λειτουργείται ο αγιασμός και η προσφορά.


Όταν λοιπόν συμπληρωθώσι οι τρεις και ήμισυ καιροί της εξουσίας και πράξεως του μιαρού, και όταν εκπληρωθώσι πάντα τα σκάνδαλα πάσης της γης, θα έλθη επί τέλους ο Κυριος, ως αστραπή αστράπτων εξ ουρανού, ο άγιος, και άχραντος, και φοβερός, και ένδοξος Θεός ημών, μετά δόξης ακατανοήτου, προτρεχόντων ενώπιον της δόξης αυτού των ταγμάτων των αγγέλων και αρχαγγέλων, οι οποίοι είναι πάντες φλόγες πυρός, και ποταμός πλήρης πυρός μετά φοβεράς ανεμοζάλης. Τα χερουβείμ έχοντα το όμμα κάτω, και τα Σεραφείμ ιπτάμενα και κρύπτοντα τα πρόσωπα και τούς πόδας εις τας πυρίνας πτέρυγας, θέλουσι κράζει μετά φρίκης. Εγείρεσθε οι κοιμώμενοι. Ιδού, ήλθεν ο Νυμφίος. Ανοίγονται δε τα μνήματα, και ως εν ροπή οφθαλμού εγείρονται πάσαι αι φυλαί, και βλέπουσιν το κάλλος το άγιον του Νυμφίου· και μύριαι μυριάδες, και χίλιαι χιλιάδες αγγέλων και αρχαγγέλων, και αναρίθμητοι στρατιαί, χαίρουσι χαράν μεγάλην, άγιοι δε και δίκαιοι και πάντες οι μη λαβόντες την σφραγίδα του Δράκοντος και ασεβούς αγάλλονται. Και άγεται ο Τυραννος δεδεμένος υπό αγγέλων μετά πάντων των δαιμόνων ενώπιον του βήματος· και οι λαβόντες την σφραγίδα αυτού, και πάντες οι ασεβείς και αμαρτωλοί δεδεμένοι· και δίδει ο βασιλεύς την κατ’ αυτών απόφασιν της καταδίκης εις το πυρ το άσβεστον.


Παντες δε οι μη λαβόντες την σφραγίδα του αντιχρίστου, και πάντες οι εν σπηλαίοις, αγάλλονται μετά του Νυμφίου εις τον νυμφικόν θάλαμον τον αιώνιον και ουράνιον, μετά πάντων των αγίων, εις απεράντους αιώνας των αιώνων.
Αμήν.





Πηγή: agioskosmas.gr

Η νήψη στο έργο του αγίου Εφραίμ του Σύρου

Δεν μπορείς να εφησυχάζεις, όταν ο εχθρός άγρυπνος πολεμάει. Δεν μπορείς αμέριμνος να καθεύδεις, όταν τα «πεπυρωμένα βέλη» του πονηρού και των παθών βάλλουν καταιγιστικά και αδιάκοπα.
 

Σκληρός και αδυσώπητος τούτος ο πόλεμος. Δε γνωρίζει ανακωχή. Τα πάθη ξεσπούν σαν ηφαίστειο και καίνε σαν την πυρακτωμένη λάβα. Συγκλονίζουν την ύπαρξη εξουθενωτικά και παραλυτικά. Πολύ οδυνηρό για πάντα το ερωτηματικό: «Τις με ῥύσεται ἐκ τοῦ σώματος τοῦ θανάτου τούτου;» (Ρωμ. ζ΄ 24).

Ο όσιος Εφραίμ ο Σύρος – ένας απ’ τους έξοχους Πατέρες της Εκκλησίας και σύγχρονος των τριών Καππαδοκών – υπήρξε διδάσκαλος της μετάνοιας και της νήψης (εγρήγορσης). Η άριστη γνώση της ανθρώπινης ψυχής, οι άγιες προσωπικές εμπειρίες της μακαρίας απάθειας και το ύψος της αγιότητός του, τον αναδεικνύουν μοναδικό οδηγό της νήψης και της πνευματικής ζωής. Ο λόγος του – γεμάτος χάρη και δύναμη – εμπνέει, οικοδομεί, ενισχύει, στηρίζει αλλά και αφυπνίζει συνειδήσεις.

Έχοντας επίγνωση των σχεδίων και των παγίδων του πολυμήχανου διαβόλου και της αέναης εσωτερικής τρικυμίας των παθών και της αμαρτίας, ο άνθρωπος πρέπει πολύ να κοπιάσει και ν’ αθλήσει για τη σωτηρία του. «Πολλοῦ καμάτου χρεία εἰς τό σωθῆναι καί πολλοῦ αἰῶνος» (χρόνου).

Η νήψη είναι νίκη, και η νίκη προϋποθέτει συνεχή άσκηση. «Οὐ γάρ παίγνιον ἐστιν ἡ ἄσκησις», λέγει ο άγιος Εφραίμ, «ἀλλ’ ἐν πολλῇ ἀκριβείᾳ ἡ τῆς ψυχῆς σωτηρία κατορθοῦται». Χρειάζεται πολλή επιμέλεια και προθυμία ψυχής. Εάν χαλαρώσουμε τον αγώνα, τότε ο διάβολος «ὁλόκληρον καταπίνει τόν μή νήφοντα».

Βρισκόμαστε σ’ εμπόλεμη κατάσταση. «Ἐν μεγάλῳ πολέμῳ ἐσμεν ἐν τῷδε τῷ βίῳ καί ὁ ἐχθρός μαίνεται· ἀλλ’ οὐ παραιτητέον τόν ἀγῶνα». Μέγας ο πόλεμος και λυσσαλέος ο εχθρός, αλλά καμιά υποχώρηση, καμιά λιποταξία. Εγκατάλειψη του αγώνα ισοδυναμεί με προδοσία.

Είναι στιγμές που ο πνευματικός αγωνιστής μέσα στη φωτιά και την αντάρα της μάχης, παθιασμένος θ’ αναφωνήσει: «ω, τι δεινός ο πόλεμος! Ω, τι χαλεπός!»… Αλλά ο άγιος Πατέρας με τις άγιες διδαχές του, μεταγγίζει θάρρος και αισιοδοξία, ιδιαίτερα στους νέους. «Ὀξυπόδησον ἐν τῷ ἀγῶνι τῆς ἀσκήσεώς σου, ὦ νεότης», λέει. Τρέξε γρήγορα και γενναία το δρόμο της πνευματικής σου άσκησης. Και μ’ ένα τόνο ηρωικό θα προσθέσει: «Μή συνηθίσῃς ἧτταν ἐν τῷ πολέμῳ. Ἡ γάρ συνήθεια δευτέρα φύσις». Η συνήθεια, για πάντα, είτε στο καλό είτε στο κακό είναι «δευτέρα φύσις». Εδώ «ἧτταν ἐν τῷ πολέμῳ» εννοεί την υποχώρηση, την πτώση, την αμαρτία. Κι όπως είναι γνωστό, η μια πτώση φέρνει την άλλη.

Όποιος πολεμάει, προσέχει απ’ όλες τις μεριές και κατοπτεύει τα πάντα. Δεν αφήνει κερκόπορτες ανοιχτές και διόδους αφύλακτες. Οι απροσεξίες πολύ κοστίζουν. Κάποτε και μικρές λεπτομέρειες επιφέρουν πανωλεθρία και συντριβή. «Μικρά ἀμέλεια τίκτει μεγάλην ἁμαρτίαν». Όπως και αντίθετα, «μικρά νῆψις ἀποστρέφει πολλήν ζημίαν».

Ο άνθρωπος, βέβαια, είναι αδύνατος και ο συνεχής και τραχύς αγώνας τον κουράζςι. Σε τούτες ακριβώς τις στιγμές της ανθρώπινης αδυναμίας παραμονεύει ο μεγάλος κίνδυνος της ακηδίας και της ραθυμίας. Μειώνονται οι πνευματικές δυνάμεις, η αντίσταση αδυβατίζει και ο εχθρός είναι «προ των πυλών». Γι’ αυτό, συμβουλεύρι ο όσιος Εφραιμ, «ἐάν πνεῦμα ἀκηδίας ἔλθῃ ἐπί σέ, διά τῆς ὑπομονῆς ἀντίστηθι πρός αὐτήν». Συχνά στον αγώνα επιβάλλεται αντίσταση και άμυνα «μέχρις αίματος». Αντίσταση κατά της ραθυμίας και της ακηδίας και της χαυνότητας. «Φεῦγε τήν χαυνότητα… Ἄσκησον ἡσυχίαν, μελέτα ψαλμωδίαν».

Απόρθητο για να παραμείνει το κάστρο της ψυχής, χρειάζεται άγρυπνο μάτι, δύναμη θέλησης και άριστη χρήση των πνευματικών όπλων. «Έχεις όπλα, ω άνθρωπε, κατά παντός εναντίου. Έχεις όπλα, διάφορα προς τας μηχανάς του αντιπάλου». Κι είναι τούτα τα όπλα πανίσχυρα και συντριπτικά. Όσες κι αν είναι οι «μηχανές» (τα τεχνάσματα) του εχθρού διαβόλου, τα όπλα της δικής μας στρατείας είναι «δυνατά τῷ Θεῷ προς καθαίρεσιν ὀχυρωμάτων» (Β΄ Κορ. ι΄ 4).




Όπως συμβαίνει στο σύγχρονο πόλεμο με τους αντιβαλλιστικούς πυραύλους που σημαδεύουν και καταρίπτουν τους πυραύλους του εχθρού μετά την εκτόξευσή τους, έτσι και ο νηπτικός άνθρωπος με τ’ αντιβαλλιστικά όπλα της χάριτος του Θεού, εξουδετερώνει κάθε εχθρική επίθεση.

Η νήψη – αληθινή έκφραση ελευθερίας και υπέρβαση κάθε νωθρότητας και ακηδίας –συντελεί στην «εν Χριστώ» τελείωση του ανθρώπου. Τρόποι και μέσα μιας αυξημένης επαγρύπνησης είναι η «φυλακή του νοός», ο φόβος του Θεού, η αδιάλειπτη προσευχή, η μνήμη του θανάτου, ο θείος έρωτας και ο επίμονος και επίπονος προσωπικός αγώνας.

Ο φόβος του Θεού, κατά τον όσιο Εφραίμ, είναι «φυλακτήριον ψυχής», είναι «κυβερνήτης ψυχής», είναι «παιδευτήριον ψυχής». «Ὁ ἔχων φόβον Θεοῦ οὐκ ἀμεριμνᾷ· νήφει γάρ πάντοτε». Δηλαδή όποιος ολόθερμα ευλαβείται και αγαπά το Θεό, δεν μπορεί να παραμένει αδιάφορος στο μέγα θέμα της σωτηρίας. Βρίσκεται πάντοτε σε κατάσταση εγρήγορσης.. Αντίθετα, «ὁ μή ἔχων τόν φόβον τοῦ Θεοῦ ἐν ἑαυτὦ, ὁ τοιοῦτος εὐάλωτος ἐστι τοῖς τοῦ διαβόλου επιχειρήμασιν… Μετεωρίζεται· ἀδιαφορεῖ· καθεύδει ἀμερίμνως». Δίχως φόβο Θεού, εύκολα ο άνθρωπος πέφτει στις πλεκτάνες του διαβόλου... «Κτῆσαι φόβον Θεοῦ, ὅπως καί οἱ δαίμονες φοβηθήσονταί σε».

Άγιος τούτος ο φόβος. Είναι φόβος θείος και ιερός. Είναι υπερφυσικό δώρο της θείας Χάριτος. Είναι ενδεικτικό παρουσίας του Αγίου Πνεύμαοτς. Είναι φόβος άφοβος, γιατί δε φοβάται τον εχθρό. Όπου «φόβος Θεού», εκεί και η παρουσία του Θεού· και όπου η παρουσία του Θεού, εκεί και η απουσία του διαβόλου και κάθε κακού.

«Μακάριος ὁ ἀεί ἔχων ἐν ἑαυτῷ μνήμην Θεοῦ». Όσο ψυχοζημιογόνος είναι η «λήθη», τόσο ωφέλιμη και προστατευτική είναι η «μνήμη Θεού». Αλλά «μνήμη Θεού» δεν μπορεί να υπάρξει δίχως αδιάλειπτη προσευχή. Αυτή μονάχα είναι «όπλον κατά του διαβόλου». Κατά τον όσιο Εφραίμ, «ὁ προσευχόμενος νηφόντως καίει τούς δαίμονας».

Θερμές προσευχές είναι φωτιές, που καίνε. Τέτοιες προσευχές τις τρέμουν οι δαίμονες. Μακάριος ο άνθρωπος της ζωντανής και αδιάλειπτης προσευχής. Έχει πάντα άγρυπνα τα μάτια της ψυχής του. «Προσευχή άοκνος» είναι προσευχή νηπτική, προσευχή δυνατή. «Γρηγορεῖτε καί προσεύχεσθε, ἵνα μή εἰσέλθητε εἰς πειρασμόν», είχε πει ο Κύριος στους Μαθητές Του. Η εγρήγορση ποτίζει την προσευχή, αλλά και η προσευχή διατηρεί την εγρήγορση. Προσευχή και νήψη πάνε μαζί. Συνυπάρχουν. Είναι αδελφές.

Ανάμεσα στους συντελεστές της καρδιακής νήψεως και της εν Χριστώ ζωής, είναι και η μνήμη θανάτου, για την οποία ο άγιος Εφραίμ – καθώς και άλλοι Πατέρες – κάνουν ιδιαίτερο λόγο.

Η μνήμη θανάτου είναι κατάφαση της πίστης και της ελπίδας. Είναι κάθαρση λογισμών και υπαρξιακή αυτοσυνειδησία. Είναι μετάθεση της καρδιάς απ’ τα γήινα στα ουράνια και αιώνια. Κατασιγάζει τα πάθη και κρατάει άγρυπνη και αγωνιστική την ψυχή. Διώχνει κάθε ανησυχία και κάθε εσωτερική ταραχή. Γι’ αυτό, «μακάριος ὁ μελετῶν καθ’ ἑκάστην τόν θάνατον». Είναι εξαιρετικά σπουδαίο τούτο το μάθημα για κάθε πνευματικό αγωνιστή. Μάθημα που το μελετάει «καθ’ εκάστην». Μάθημα με πολλές αγίες προεκτάσεις. Αλλά και μάθημα κατάλληλο για όλες τις ηλικίες. «Μακάριος, λοιπόν, ὁ ἔχων πρό ὀφθαλμῶν τήν ἡμέραν τῆς ἐξόδου».




Πηγή: gonia.gr






Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΕΦΡΑΙΜ ΤΟΥ ΣΥΡΟΥ

Alexander Schmemann

Ανάμεσα σʹ όλες τις προσευχές και τους ύμνους της Μεγάλης Σαρακοστής μια σύντομη προσευχή μπορεί να oνομαστεί η προσευχή της Μεγάλης Σαρακοστής. Η Παράδοση την αποδίδει σ” έναν από τους μεγάλους δασκάλους της πνευματικής ζωής, τον γιο Εφραίμ το Σύρο. Να τα κείμενο της προσευχής:

Κύριε και Δέσποτα της ζωής μου, πνεύμα αργίας, περιεργίας, φιλαρχίας, και αργολογίας μη μοι δως.
Πνεύμα δε σωφροσύνης, ταπεινοφροσύνης, υπομονής, και αγάπης χάρισε μοι τω σω δούλω.
Ναι Κύριε Βασιλεύ, δώρησαί μοι του οράν τα εμά πταίσματα, και μη κατακρίνειν τον αδελφόν μου˙ ότι ευλογητός ει εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

Τούτη η προσευχή λέγεται δύο φορές στο τέλος κάθε ακολουθίας της Μεγάλης Σαρακοστής από τη Δευτέρα ως την Παρασκευή (δεν τη λέμε το Σάββατο και την Κυριακή, όπως θα δούμε και πιο κάτω, γιατί οι ακολουθίες αυτές τις δύο μέρες δεν έχουν το τυπικό της Σαρακοστής). Την πρώτη φορά λέγοντας την προσευχή κάνουμε μια μετάνοια σε κάθε αίτηση. Έπειτα κάνουμε δώδεκα μετάνοιες λέγοντας: «ελέησαν με τον αμαρτωλόν». Ολόκληρη η προσευχή επαναλαμβάνεται με μια τελική μετάνοια στο τέλος της προσευχής.

Γιατί αυτή η σύντομη και απλή προσευχή κατέχει μια τόσο σημαντική θέση στην όλη λατρεία της Μεγάλης Σαρακοστής; Διότι απαριθμεί, μʹ ένα μοναδικό τρόπο, όλα τα αρνητικά και τα θετικά στοιχεία της μετάνοιας και αποτελεί, θα λέγαμε, ένα «κανόνα ελέγχου» του προσωπικού μας αγώνα στην περίοδο της Μεγάλης Σαρακοστής. Αυτός ο αγώνας σκοπεύει πρώτα απ” όλα στην απελευθέρωσή μας από μερικές βασικές πνευματικές ασθένειες που διαμορφώνουν τη ζωή μας και μας κάνουν πραγματικά ανίσχυρους ακόμα και για να κάνουμε αρχή στροφής στο Θεό.




Πηγή: http://blogs.sch.gr/stz1167/

Τρίτη 7 Μαΐου 2013

Ο άγιος Εφραίμ ο Σύρος


Ο Βίος και το έργον του


  
Ο άγιος Εφραίμ, επονομαζόμενος «ο Σύρος», γεννήθηκε στις αρχές τού δ' αιώνος, πιθανώς το 306 μ.Χ. εις την πόλη της Μεσοποταμίας Νίσιβιν.

Μολονότι η γενέτειρά του μόλις την εποχή του εμφανίζεται στην ιστορία σαν πόλις χριστιανική, όμως ο ευαγγελισμός της πρέπει να είναι κατά πολύ προγενέστερος. Έτσι, ήδη από τα έτη 79 μ.Χ. και 116 μ.Χ. μαρτυρείται στην περιοχήν η παρουσία τού αποστόλου της Εδέσσης της Μεσοποταμίας Mari, μαθητή τού Addai και πιο συγκεκριμένα νοτιότερα, στην Κτησιφώντα. Εν τούτοις, η πρώτη σαφής και αδιαμφισβήτητη ιστορική μαρτυρία για Χριστιανισμό στη Νίσιβιν είναι εκείνη της επιταφίου επιγραφής του Αβερκίου Ιεραπόλεως. Εξ άλλου, και τα απομνημονεύματα των μαρτύρων της Νισίβεως στην αρχαία Συριακή Σύνοψη μαρτυρούν, απ' την πλευράν τους την αρχαιότητα του ευαγγελισμού της Νισίβεως.


Πάντως, πρώτος επίσκοπος της πόλεως υπήρξε ο Ιάκωβος Νισίβεως, με τον οποίον συνδέθηκε στενότατα ο άγιος Εφραίμ, τον ετίμησε δε στα ποιήματά του ο άγιός μας και η αρχιερατεία του διήρκεσε μίαν τριακονταετία (308/309-338 περίπου). Μερικά ουσιώδη σημεία της δραστηριότητος του επισκόπου αυτού ήλθαν στο φως μετά από έρευνες τού Peeters: Έτσι, γνωρίζομε ότι μόλις δια διατάγματος τού Μ. Κωνσταντίνου κατέστη εφικτή η ανέγερσις ναού, ο επίσκοπος έκτισε την πρώτη εκκλησία στη Νίσιβιν. Από δε τα συγγράμματα τού Μ. Αθανασίου πληροφορούμεθα ότι ο πρώτος επίσκοπος Νισίβεως ήταν από τους πιο δραστήριους αντίπαλους τού Αρείου. Τέλος, πέθανε κατά τη διάρκεια πολιορκίας της Νισίβεως από τον Πέρση Σαπώρ Β' και οι κάτοικοι θεώρησαν ότι η τελική σωτηρία της πόλεώς τους ωφείλετο στον Ιάκωβο. Ο επίσκοπος αυτός που ήταν και ο πνευματικός πατέρας τού αγίου Εφραίμ, υπήρξε αξιολογότατος ποιμήν, εμψυχωτής τού ποιμνίου του, δομήτωρ εκκλησιών, βαθύς γνώστης των ανθρώπων, σπουδαίος θεολόγος και διδάσκαλος της πίστεως και αμύντωρ της πόλεώς του.2

Ως προς δε τις βιογραφικές πήγες για τον άγιο Εφραίμ, θα πρέπη να σημειώσουμε ότι σώζονται μεν πολλές βιογραφίες του3, στις οποίες όμως είναι πολύ δύσκολο να διακρίνουμε τι αποτελεί ιστορία και τι απλώς θρύλο. Επομένως, διαθέτομε λίγες σίγουρες ιστορικές πληροφορίες γι' αυτόν.

Στο κατωτέρω σύντομο βιογραφικό σημείωμα ακολουθούμε εν πολλοίς τα συμπεράσματα των εργασιών τού R. Murray επί τού βίου τού αγίου Εφραίμ:

   Η μητέρα λοιπόν τού αγίου Εφραίμ κατήγετο από το Amid της Μεσοποταμίας, ενώ ο πατέρας του ήταν από τη Νίσιβιν και πιθανώς υπήρξε ιερεύς ενός ειδώλου ονομαζόμενου Abnil (ή Abizal). Επομένως, ο Εφραίμ προερχόταν ίσως από ειδωλολατρική4 οικογένεια, βαπτίσθηκε δε από τον επίσκοπο της πόλεως, τον ήδη γνωστό μας Ιάκωβο, υπό την προστασία τού οποίου μεγάλωσε και, στην συνέχεια, εχειροτονήθη διάκονος. Πάντως τον πρώτον αυτό βαθμό της ιερωσύνης διετήρησε μέχρι θανάτου. Κατά μία δε παράδοσιν συνώδευσε τον επίσκοπο Ιάκωβο εις την σύνοδο της Νικαίας, όπου και παρευρέθη ο Εφραίμ. Κατ' άλλη παράδοση μετά την σύνοδο αυτήν, οι συνοδικοί επιστρέψαντες εις τας επισκοπάς των ίδρυσαν και από μίαν τοπική θεολογική σχολή ο καθένας τους. Ο επίσκοπος Ιάκωβος ίδρυσε βοηθούμενος υπό τού Εφραίμ, θεολογική σχολή εις Νίσιβιν, επί κεφαλής της οποίας τοποθέτησε τον Εφραίμ, τον οποίον επεφόρτωσε και με τη διδασκαλία τού μαθήματος της εξηγητικής της Αγίας Γραφής. Ο Εφραίμ ανέλαβε καθήκοντα στην σχολή, της οποίας υπήρξε ο κύριος εμψυχωτής και μετά το θάνατον τού επισκόπου Ιακώβου, επί των διαδόχων του Babu (από το 338), Vologes Β' (346-349) και Abraham (361). Ήταν τόση δε η αίγλη, που προσέδωσε στη σχολή ο Εφραίμ, ώστε οι ανατολικοί Σύροι, οι λεγόμενοι νεστοριανοί θα ονομάσουν αργότερα τη Νίσιβιν «η πόλις των διανοουμένων». Σ' αυτό βέβαια, ως προείπομεν, συνετέλεσεν η από τα μέσα τού δ' αιώνος παρουσία σ' αυτό το φημισμένο κέντρο θεολογικών σπουδών, μεταξύ των άλλων σπουδαίων καθηγητών, τού μεγάλου ποιητή τού και μεγαλύτερου θεολόγου της συριακής Εκκλησίας, τού αγίου Εφραίμ.

Αλλά η ζωή και δράσις, τού αγίου μας, επειδή συνδέθηκε στενά με την ιστορία και τις τύχες της γενέτειράς του, και τις επηρέασε και επηρεάσθηκε βαθύτατα απ' αυτές. Η Νίσιβις, την οποίαν ο άγιος Εφραίμ ονομάζει «πρωτεύουσα της Μεσοποταμίας» ενώ ο Θεοδώρητος θα την αποκαλέση «μεγάλην πόλιν», είχε κατά καιρούς πολιτικο-στρατιωτικές ταλαιπωρίες, στις οποίες ο άγιος ανεμίχθη ενεργά, όπως τουλάχιστον φαίνεται από τα ποιήματά του. Οικονομικοί λόγοι εκ της γεωφυσικής και γεωπολιτικής θέσεώς της την καθιστούσαν το μήλο της έριδος μεταξύ Περσών και Ρωμαίων. Αλλά και ο πολιτισμός της Νισίβεως, όπως άλλωστε και της γύρω περιοχής υφίστατο τις πιο ποικίλες και ετερόκλητες πολιτιστικές επιδράσεις: σημιτικές, ιρανικές, ελληνικές, ακόμη και αραβικές.5

  Η Νίσιβις επί της εποχής τού αγίου Εφραίμ υπέστη από τους Πέρσες (Σαπώρ Β') τρεις πολιορκίες, κατά τα έτη 338, 346 και 350. Αφ' ότου όμως η πόλις ωχυρώθηκε, ουδέποτε πλέον κατελήφθη. Ο άγιος Εφραίμ μπορούσε να είναι, και ήταν στα ποιήματά του, εθνικά υπερήφανος για την άπαρτη πατρίδα του. Οι δε αναφερθείσες και αποτυχούσες τρεις πολιορκίες έγιναν ξακουστές κυρίως διότι τραγουδήθηκαν απ' τον ίδιον τον άγιο με τα ποιήματα-ύμνους του (Carmina Nisibena = τραγούδια της Νισίβεως), όμως το 363 ο αυτοκράτορας Ιοβιανός αποφάσισε και παρά τις θερμές παρακλήσεις των κατοίκων για να τους επιτρέψη να υπερασπισθούν τη Νίσιβιν με δικές τους δυνάμεις, όμως δεν εκάμφθη και παρέδωσε την πόλη στους Πέρσες υπό τον όρο να μη κάνουν αυτοί διωγμούς κατά των χριστιανών. (Ammiani Marcellini XXV,7,11). Ο S. Verosta (International Law in Europeand Western Asia between 100 and 650 A.D.: Receuil des Cours, Academie de droitinternational, τόμ. 113, Leyden, 1966, σελ. 551 και εξής) βλέπει στους όρους της συνθήκης τού 363 για πρώτη φοράν στην ιστορία τού διεθνούς δίκαιου, το δικαίωμα πολιτών λόγω παραχώρησης τμήματος» τού κράτους τους, όπου οι ίδιοι κατοικούν, σε άλλο κράτος, να επιλέξουν αν θα παραμείνουν εκεί ή αν θα το εγκαταλείψουν (Πρβλ. Ζώσιμος, Γ, 31,1 «... εγίνοντο μεν τριακοντούτεις σπονδαί, συνεδόκει δε ... Νίσιβιν ... παραδούναι δίχα των ενοικούντων εδόκει γαρ τούτους, ένθα αν δόξειε Ρωμαίοις, μετοικισθήναι»). Για το πως αντιμετώπισαν οι τότε σύγχρονοι συγγραφείς την εγκατάλειψη της Νισίβεως, εκφράζοντες και την κοινή γνώμη, ιδέ R. Turcan, L' abandon de Nisibeet Γ opinion publique, Melanges d'  archeologie et d' histoire offertes a Andre» Piganiol, Paris 1966, σελ. 875-890.

Ο άγιος Εφραίμ, λόγω της κρίσιμης θέσεως της πατρίδος του, θα είχε ασφαλώς ισχυρό αντιπερσικό και φιλοβυζαντινό φρόνημα. Έδειξε δε αυτόν τον αντιπερσισμό του με το ότι τελικά έφυγε από τη Νίσιβιν. Δεν έμεινε να συμβιβασθή σ’ ένα τρόπον ζωής υπό την περσική κυριαρχία.

Μετά, λοιπόν, την άφιξη και εγκατάσταση των Περσών στη Νίσιβιν, καταφεύγει ο άγιος στη γειτονική Έδεσσα, όπου συνέχισε το έργο του, διδάσκων στην σχολή της Εδέσσης, που πιθανώς ίδρυσε ο ίδιος, μέχρι το θάνατό του, που συνέβη στις 9 Ιουνίου τού 373, κατά το χρονικό της Εδέσσης. Τη μνήμη του εορτάζει η ρωμαιοκαθολική Εκκλησία στις 18 Ιουνίου, ενώ η Ορθόδοξη στις 28 Ιανουαρίου.


Συγγράμματα:

Σημειώνουμε μόνον τα μη αμφισβητηθέντα έργα τού αγίου Εφραίμ:

Α’) Υπόμνημα εις τη Γένεσιν.

Β’) Υπόμνημα εις το Διατεσσάρων

Γ’) Υπόμνημα εις τις Παύλειες Επιστολές

Δ') Υπόμνημα εις την Π. Διαθήκην και εις τας Πράξεις

Ε’) Αναίρεσις τού Μάνεντος. Μαρκίιονος και Βαρδεσάνη

Στ’) Λόγος περί τού Κυρίου μας


Επιστολές

Ζ’) προς Υπάτιον

Η’) προς Πούμπλιον


Έμμετρες ομιλίες: Μεμρέ

Θ’) Έμμ. Ομιλία περί πίστεως

Ι’) Έμμ. Ομιλία περί τού Νικόδημου


Ύμνοι 

ΙΑ’)   Τραγούδια της Νισίβεως

ΙΒ’)   Ύμνοι κατά Ιουλιανού

ΙΓ’)   Ύμνοι κατά των αιρέσεων

ΙΔ’)   Ύμνοι περί πίστεως κατά των ερευνητών της

ΙΕ’)   Ύμνοι περί της Γεννήσεως

ΙΣΤ’) Ύμνοι περί Αζύμων, σταυρώσεως, αναστάσεως

ΙΖ’)   Ύμνοι περί Παραδείσου

ΙΗ’)  Ύμνοι περί νηστείας

ΙΘ’)  Ύμνοι περί παρθενίας

Κ’)   Περί Εκκλησίας

ΚΑ’) Μικτή Συλλογή (αρμενιστί)

ΚΒ’) Ύμνοι στα Επιφάνια


*********************
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:


1. R. Lavenant, Nisibe, αρθ. εν Diet, du Christ. Ancien, τόμ. 2, σελ. 1753.

2. X. Ducros, Jacques de Nisibe, αρθ. ενCattaolicisme, t. VII, στήλη 265.

3. Μία π,χ. απ' αυτές εκδόθηκεν παλαιότερον υπό του Assemani. Άλλη από το Lamy, που την επανεξέδωσεν ο Bedjan. Επίσης ένας νεστοριανός συγγραφεύς μας διέσωσε δυο διαφορετικές βιογραφίες του άγιου.

4. Χριστιανική, κατά τον R. Murray.

5. Από την αρχαιοτάτη εποχή η Μεσοποταμία αποτελείτο από δύο κυρίως περιοχές: Βορειοανατολικά τη Μυγδονίαν, η οποία επί της ρωμαϊκής εποχής για ένα διάστημα είχε πρωτεύουσα τη Νίσιβιν και βορειοδυτικά την Οσροηνήν, με πρωτεύουσα συνήθους την Έδεσσα.


Η Νίσιβις, κείμενη επί του πόταμου Μυγδονίου και της μεγάλης οδού Μεσογείου-Τίγρητος, είχε σπουδαία στρατηγική και εμπορική θέση. Αν και η Νίσιβις απουσιάζει απ' τους αρχαιότερους χάρτες οι πρώτες ιστορικές πληροφορίες γι’ αυτήν ανάγονται στα τέλη της ασσυριακής αυτοκρατορίας, οπότε και ήταν γνωστή σαν σημαίνουσα πόλις. Λόγω αυτής της σημασίας και σπουδαιότητας της οι Σελευκίδες (Σέλευκος Β') αιώνες αργότερα την αναβάθμισαν ακόμη περισσότερο, την έκαναν μακεδονική με το να την εποικίσουν Έλληνες και την μετονόμασαν Αντιόχεια της Μυγδονίας (ή Μυγδονική).

Κατόπιν περιήλθε διαδοχικά και επανειλημμένα υπό την κυριαρχία Πάρθων-Αρμενίων-Ρωμαίων, και όταν, τέλος, το 195, υπό τον Σεπτίμιο Σεβήρο, ο οποίος εφήρμοζε μίαν επιθετική πολιτική και μάλιστα δημιούργησε ειδικά ρωμαϊκά στρατιωτικά σώματα, τις λεγόμενες «παρθικές λεγεώνες», πέρασε τελικά, στα χέρια των Ρωμαίων, σαν ρωμαϊκή αποικία, οχυρώθηκε απ' αυτούς, λόγω της στρατηγικής της σημασίας και αποτέλεσε ακόμη αργότερον το πλέον προκεχωρημένο οχυρό των ανατολικών συνόρων της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, στη διαμάχη της με τους Πέρσες-Σασσανίδες.

Τότε μάλιστα κόβονται στις πόλεις της Μ. Ασίας χάλκινα νομίσματα ειδικώς προς τροφοδοσία της Μεσοποταμίας, δείγμα ότι άρχισε η οικονομική ανάπτυξις και υλική ευημερία της Μεσοποταμίας γενικότερον, άρα και της Νισίβεως.

Πάντως τα πράγματα άλλαξαν επί τα βελτίω, λίγο αργότερα, με τη διοκλητιάνεια μεταρρύθμιση, την «Τετραρχίαν», που σήμαινεν την έναρξη νέας εποχής για την Ανατολή γενικότερα. Πράγματι, ο Διοκλητιανός έδωκε ιδιαίτερη σημασία στη Νίσιβιν και αφού νίκησε τους Σασσανίδες, έθεσε υπό ρωμαϊκό έλεγχο τα μικρά υποτελή κράτη και αναδιοργάνωσε την άμυνα οχυρώνοντας μεν την περιοχή, αναδεικνύοντας μάλιστα τη Νίσιβιν σαν την οχυρότερη πόλη ολόκληρης της αυτοκρατορίας. Έτσι εξασφάλισε την ειρήνη στη ρωμαϊκή Μεσοποταμία για δεκαετίες.

Εξ άλλου, η παρουσία ρωμαϊκών στρατευμάτων, οι συχνές επισκέψεις ρωμαίων αυτοκρατόρων και των επιτελείου τους συνέβαλαν στην οικονομική ανάπτυξη της Νισίβεως. Μάλιστα επί Διοκλητιανού, για ένα μεγάλο διάστημα χρόνου στη Νίσιβιν συγκεντρώθηκε όλο το εμπόριο Ρώμης και άπω Ανατολής.

Disqus

Days Remaining:
Hours Remaining:
Minutes Remaining:
Seconds Remaining:
Blogger Wordpress Gadgets