Αρχική Καρτέλα 1 Καρτέλα 2 Καρτέλα 3 Καρτέλα 4 Καρτέλα 5
Τελευταία νέα
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αγιολόγιον. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αγιολόγιον. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 25 Ιουλίου 2013

Εορτή της αγίας Παρασκευής (26 Ιουλίου)

† Ο Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου ΙΕΡΟΘΕΟΣ

Η θαυματουργός Αγία Παρασκευή

Η αγία Παρασκευή τιμάται όχι μόνον από τις γυναίκες εκείνες που φέρουν το όνομά της, αλλά και από όλους τους Χριστιανούς. Αυτό γίνεται ιδιαιτέρως στην Επαρχία μας, αφού υπάρχουν πολλοί ενοριακοί ναοί, αλλά και εξωκκλήσια που τιμώνται στο όνομά της και αυτήν την ημέρα πανηγυρίζουν λαμπρώς.

Ο βίος της αγίας Παρασκευής είναι θαυμαστός. Οι γονείς της ήταν ευσεβείς και ενάρετοι, η γέννησή της έγινε με την επέμβαση του Θεού, η ίδια μεγάλωσε με χριστιανικό τρόπο, διένειμε την περιουσία της στους πτωχούς, έγινε μοναχή, κήρυττε τον Χριστό, τον ομολόγησε και τελικά υπέστη πολλά βασανιστήρια και εμαρτύρησε για την αγάπη του Χριστού. Έτσι λέγεται οσιοπαρθενομάρτυς.

Υπάρχουν εικόνες που παρουσιάζουν την αγία Παρασκευή να κρατά με τα χέρια της ένα πιάτο μέσα στο οποίο υπάρχουν δύο μάτια. Αυτή η παράσταση αναφέρεται σε ένα θαύμα που επετέλεσε η Αγία. Ένα από τα μαρτύριά της ήταν ότι την έβαλαν μέσα σε ένα πυρακτωμένο λέβητα μέσα στον οποίο υπήρχε καυτό λάδι και αναμμένη πίσσα. Παρά ταύτα η Αγία, με την Χάρη του Θεού, όχι μόνον δεν καιγόταν, αλλά και φαινόταν ωσάν να δροσιζόταν. Ο Βασιλεύς που παρακολουθούσε το μαρτύριο, θαυμάζοντας για το γεγονός αυτό, της είπε να του ρίξη λίγο από το λάδι και την πίσσα για να διαπιστώση εάν είναι καμμένα. Μόλις η αγία Παρασκευή του έρριξε λίγο από αυτά αμέσως τυφλώθηκαν οι οφθαλμοί του. Τότε παρεκάλεσε την Αγία να ικετεύση τον Θεό να του δώση πάλι το φως των οφθαλμών του, πράγμα που έγινε με την προσευχή της. Αυτό το θαύμα μας υπενθυμίζει η συγκεκριμένη εικόνα της αγίας Παρασκευής.

Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο πολλοί άρρωστοι, των οποίων πάσχουν τα μάτια, θεωρούν την αγία Παρασκευή ως προστάτη τους και την παρακαλούν να επέμβη θαυματουργικά και να τους θεραπεύση. Οι άγιοι, με την βοήθεια του Θεού, είναι ιατροί των ψυχών και των σωμάτων μας. Σε αυτούς καταφεύγουμε όταν έχουμε διάφορα προβλήματα και ζητούμε την βοήθειά τους. Βέβαια, θεολογικά λέμε ότι δια των αγίων ενεργεί Αυτός ο Ίδιος ο Θεός, αφού οι άγιοι είναι φίλοι και θεράποντες του Χριστού.

Κατ’ επέκταση, η αγία Παρασκευή μπορεί να θεωρηθή και ιατρός των ασθενειών του ψυχικού οφθαλμού που είναι ο νους μας. Πέρα από τον οφθαλμό του σώματος έχουμε και τον οφθαλμό της ψυχής με τον οποίο μπορούμε να δούμε την δόξα του Θεού. Και όπως τα σωματικά μάτια αρρωσταίνουν, έτσι αρρωσταίνει και ο οφθαλμός της ψυχής. Επειδή είναι άρρωστος ο ψυχικός οφθαλμός, γι’ αυτό και είμαστε πονηροί, και δεν μπορούμε να δούμε τον Θεό. Η αίρεση, η αθεΐα, η άγνοια του Θεού, και πολλές άλλες ψυχικές ασθένειες είναι αποτέλεσμα του ότι πάσχει ο πνευματικός οφθαλμός.

Ο Προφητάναξ Δαυίδ λέγει σε έναν ψαλμό: «φωτιείς μοι το σκότος». Μέσα μας υπάρχει σκότος γιατί τυφλωθήκαμε ψυχικά και δεν μπορούμε να δούμε την δόξα του Θεού. Γι’ αυτό και ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς προσευχόταν στον Χριστό: «φώτισόν μου το σκότος».

Σήμερα εορτάζουμε και πανηγυρίζουμε την αγία Παρασκευή, που έζησε με τον Χριστό και μαρτύρησε για την δόξα Του. Είναι η προστάτης και όλων εκείνων που έχουν πρόβλημα στα σωματικά τους μάτια, αλλά και όλων μας που έχουμε πρόβλημα με τους ψυχικούς μας οφθαλμούς και δεν μπορούμε να δούμε την αγάπη του Θεού, δεν μπορούμε να συνειδητοποιήσουμε τα πάθη μας, την ανάγκη που έχουν οι διπλανοί μας, αλλά δεν μπορούμε να δούμε και τον τρόπο με τον οποίο θα σωθούμε. Κι αν παρακαλέσουμε την αγία Παρασκευή με πίστη θα μας θεραπεύση.

Εύχομαι σε όλους σας χρόνια πολλά και ευλογημένα. Η αγία Παρασκευή να σας προστατεύη σε όλη σας την ζωή, με την δύναμη και Χάρη του Χριστού.







Πηγή: http://www.egolpion.com/

Πέμπτη 18 Ιουλίου 2013

Ἅγιος Ἐφραὶμ ὁ θαυματουργὸς

Ὁ Ἅγιος Ἐφραὶμ ὁ Μεγαλομάρτυς (κατὰ κόσμον Κωνσταντῖνος Μόρφης) γεννήθηκε τὴν 14 Σεπτεμβρίου 1384, ἀνήμερά της ἑορτῆς τῆς Ὑψώσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, στὰ Τρίκαλα Θεσσαλίας. 


Τέκνο πολύτεκνης οἰκογένειας, ἔμεινε ὀρφανὸς ἀπὸ πατέρα σὲ μικρὴ ἡλικία, μὲ ἀποτέλεσμα ἡ μητέρα του νὰ φέρει ὅλο το βάρος τῆς ἀνατροφῆς τοῦ ἰδίου καὶ τῶν ἑπτὰ ἀδελφῶν του. Καὶ αὐτὸ τὸ κατάφερε μὲ ἀγώνα καὶ μόχθο, ὥστε τὰ παιδιά της νὰ μείνουν πιστὰ στὸ δρόμο τῆς ἀγάπης καὶ τοῦ Χριστοῦ, ἄγοντας πνευματικὴ καὶ ἐνάρετη ζωή. Τὸ 1395 κατέλαβε τὴ Θεσσαλία ὁ Σουλτάνος Βαγιαζὶτ Ἃ΄ μὲ τὰ στρατεύματά του, ὁ ὁποῖος ἀποκαλεῖτο Κεραυνὸς γιὰ τὴν ἀγριότητά του. Ἡ σκληρὴ διοίκησή του ἐπέβαλε τὸ παιδομάζωμα, ἤτοι τὴ στρατολόγηση νέων ἀγοριῶν 14-18 ἐτῶν, ἀκόμα καὶ μικρότερων, μὲ σκοπὸ νὰ δημιουργήσει ἕνα σῶμα φανατικῶν Τούρκων, ποὺ θὰ στρεφόταν ἐναντίον τῶν Ἑλλήνων.

Μέσα σὲ αὐτὸ τὸ φοβερὸ κλίμα ποὺ ἐπικρατοῦσε στὴ σκλαβωμένη Ἑλλάδα μόνη παρηγοριὰ στάθηκαν οἱ Ἐκκλησίες καὶ οἱ Ἱερὲς Μονές. Ἔτσι ἡ μητέρα τοῦ Ἁγίου, προκειμένου νὰ τὸν γλιτώσει ἀπὸ τὴ μανία τοῦ παιδομαζώματος, τὸν προέτρεψε νὰ φύγει ἀπὸ τὰ Τρίκαλα καὶ ἐκεῖνος, ἔχοντας μιὰ κλίση πρὸς τὸν ἐκκλησιαστικὸ βίο, θέλησε νὰ πάει σὲ Μοναστήρι. Μὲ λιγοστὰ τρόφιμα καὶ διαρκῆ προσευχὴ ξεκίνησε τὸ ταξίδι τοῦ νότια. Ἡ Θεία Χάρη ὁδήγησε τὰ βήματά του στὴν ξακουστὴ ἀνδρικὴ Σταυροπηγιακὴ Μονὴ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου στὴν Ἀττική. Στὴν περιοχὴ αὐτή, κοντὰ στὴ Νέα Μάκρη, ἀπὸ τὸ 10ο καὶ 11ο αἰώνα ὑπῆρχαν κελιά, καλύβες καὶ ἀσκητήρια, ὅπου δεκάδες πιστοὶ Χριστιανοὶ ἀκολουθοῦσαν τὸ δρόμο τοῦ Χριστοῦ πρὸς τὴν ἀλήθεια καὶ τὴ σωτηρία. Ἡ τοποθεσία ὀνομάστηκε τὸ «Ὅρος τῶν Ἀμώμων», δηλαδὴ τῶν «Καθαρῶν». Ἐκεῖ εἰσῆλθε ὁ Ἅγιος ὡς Δόκιμος γιὰ κάποια χρόνια μέχρι νὰ ἔρθει στὴν κατάλληλη ἡλικία γιὰ νὰ γίνει Μοναχός.

Τὸ 1402 ἐκάρη Μοναχὸς μὲ τὸ ὄνομα Ἐφραίμ. Ἀσκήτεψε μὲ ὑπακοὴ στὸ λόγο τοῦ Χριστοῦ ἀποτελώντας παράδειγμα γιὰ τοὺς μεγάλους Ἀσκητὲς καὶ Πατέρες. Μὲ ζῆλο, ταπείνωση καὶ σκληροὺς ἀγῶνες ἔγινε ὑπόδειγμα Μοναχοῦ. Μὲ τὴν ἄδεια τοῦ Ἡγουμένου εἶχε βρεῖ μακριὰ ἀπὸ τὴν Ἱερὰ Μονὴ μιὰ σπηλιά, ὅπου διαβιοῦσε μὲ νηστεία, προσευχὴ καὶ περισυλλογή. Μὲ κατάνυξη ἀξιώθηκε καὶ ἔλαβε τὸ χάρισμα τῆς Ἱεροσύνης. Προσευχόταν ἀπὸ τὴν ψυχὴ τοῦ «ὑπὲρ τοῦ σύμπαντος κόσμου» καὶ γονατισμένος μπροστὰ στὸ εἰκόνισμα τῆς Μεγαλόχαρης παρακαλοῦσε ἀδιάκοπα γιὰ τὴν προστασία καὶ τὴ σωτηρία τῶν ἀδελφῶν Χριστιανῶν ποὺ δοκιμάζονταν σκληρά. Τὸ 1424 οἱ Τοῦρκοι, μετὰ ἀπὸ μιὰ σειρὰ βιαιοτήτων καὶ λεηλασιῶν ἔφτασαν καὶ στὴ Νέα Μάκρη. 

Ἀνέβηκαν στὸ Ὅρος τῶν Ἀμώμων, πιστεύοντας ὅτι οἱ Χριστιανοὶ κρύβουν τοὺς πολύτιμους θησαυρούς τους στὰ Μοναστήρια. Ἀφοῦ λεηλάτησαν ὅλα τα κελιὰ καὶ τὰ ἀσκητήρια ἔφτασαν στὴν Ἱερὰ Μονὴ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου.
Ἔσπασαν τὴν πόρτα καὶ ὅρμησαν ἐξαγριωμένοι στὸ Μοναστήρι. Ἀπαίτησαν ἀπὸ τοὺς Μοναχοὺς νὰ τοὺς παραδώσουν τοὺς θησαυρούς, ὅμως μὴ βρίσκοντας αὐτὸ ποὺ περίμεναν, ξέσπασαν τὴν ὀργή τους στοὺς Μοναχούς, μεταξὺ αὐτῶν τὸν Ἡγούμενο καὶ τοὺς ἔσφαξαν ὅλους. Ὁ μόνος ποὺ γλίτωσε ἀπὸ τὴ Μοναστικὴ κοινότητα ἦταν ὁ Ἱερομόναχος Ἐφραίμ, ποὺ ἔλειπε ἐκείνη τὴν ἡμέρα στὴ σπηλιά του. Ὅταν ἐπέστρεψε στὴν Ἱερὰ Μονὴ ἀντίκρισε ἔκπληκτος τὴν καταστροφή. Ἀφοῦ θρήνησε τοὺς μάρτυρες, προχώρησε στὴν ταφή τους καὶ κατόπιν ἐπέστρεψε στὸ κελί του. Πήγαινε στὴν ἔρημη πλέον Ἱερὰ Μονὴ μόνο γιὰ νὰ τελέσει κατὰ τὶς μεγάλες ἑορτὲς τὴ Θεία Λειτουργία, νὰ ὑπηρετήσει τὸ Ἱερὸ Θυσιαστήριο καὶ νὰ μεταλάβει τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων. Ἀντιμετώπιζε δυσκολίες γιὰ τὴ διαβίωσή του καὶ τρεφόταν μόνο μὲ χόρτα, ἐλιὲς καὶ σύκα ποὺ εὕρισκε στὸ δάσος.

Μετὰ ἀπὸ πολλοὺς μῆνες οἱ Τοῦρκοι ἐπέστρεψαν πάλι στὸ Ὅρος τῶν Ἀμώμων, συνεχίζοντας τὶς λεηλασίες. Στὶς 14 Σεπτεμβρίου 1425, ὁ Μοναχὸς Ἐφραὶμ κατέβηκε ἀπὸ τὴ σπηλιά του στὸ Μοναστήρι γιὰ νὰ τελέσει τὴ Λειτουργία στὴ μεγάλη ἑορτὴ τῆς Ὕψωσης τοῦ Τιμίου Σταυροῦ. Οἱ Τοῦρκοι, μόλις τὸν βρῆκαν, τὸν κτύπησαν καὶ τὸν βασάνισαν. Ζητοῦσαν μὲ ὀργὴ νὰ μάθουν ποῦ εἶναι κρυμμένοι οἱ θησαυροί, ὅμως ὁ Μοναχός τους ἀπαντοῦσε ὅτι ἐκεῖ ὑπῆρχαν μόνο πνευματικοὶ θησαυροὶ καὶ προσευχόμενος διαρκῶς τοὺς ἔλεγε: «Δὲν φοβᾶμαι οὔτε τὰ μαρτύρια, οὔτε τὸ θάνατο.

Καμιὰ δύναμη δὲ θὰ μὲ κάνει νὰ ἀρνηθῶ τὴν Πίστη μου στὸν Πανάγαθο Θεό». Ἦταν ἀνήμερά των γενεθλίων του, ἔκλεινε τὰ σαράντα ἕνα του χρόνια, ὅταν ἄρχισαν τὰ φρικτὰ βασανιστήρια. Καθημερινὰ τὸν ξυλοκοποῦσαν καὶ τὸν ὑπέβαλαν σὲ ὀδυνηροὺς σωματικοὺς πόνους. Μὲ ἀστείρευτη ὑπομονὴ δεχόταν ὁ Μεγαλομάρτυρας τὶς κακοποιήσεις, προσευχόμενος συνεχῶς στὸ Θεὸ νὰ τοῦ δίνει δύναμη. Τὸ μαρτύριό του κράτησε ὀκτώμισυ μῆνες. Οἱ Τοῦρκοι τῶν κρέμασαν ἀνάποδα σὲ μιὰ μουριά, ποὺ ὑπάρχει σήμερα στὸ προαύλιο τῆς Ἱερᾶς Μονῆς καὶ συνέχιζαν νὰ τὸν βασανίζουν ἐξαγριωμένοι. Μὲ μεγάλα καρφιὰ στὰ πόδια καὶ τὸ κεφάλι, κάρφωσαν τὸ σῶμα του στὸν κορμὸ τοῦ δέντρου καὶ δὲν σταμάτησαν ἐκεῖ. Ἦταν 5 Μαΐου τοῦ 1426, πρωινὸ Τρίτης, ὅταν πῆραν ἕνα μυτερὸ σκληρὸ ξύλο καὶ ἀφοῦ τοῦ ἔβαλαν φωτιά, κατατρύπησαν μὲ αὐτὸ τὸ χιλιοβασανισμένο σῶμα του, δίνοντας τέλος στὸ μαρτύριό του. Ἦταν ἀνήμερα τὶς ἑορτῆς τῆς Ἁγίας Εἰρήνης, ποὺ εἰρήνευσε ἡ ψυχή του, παραδομένη στὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, λαμβάνοντας ὡς ἔπαθλο τὸ ἀμάραντο στεφάνι τοῦ Ἁγίου καὶ Μεγαλομάρτυρα.

Χρειάστηκαν 524 ὁλόκληρα χρόνια ἀπὸ τὸ μαρτυρικό του θάνατο μέχρι νὰ φανερωθεῖ. Μὲ μιὰ σειρὰ γεγονότων ὅπως ὁράματα, σημάδια τοῦ Θεοῦ καὶ ἐμφανίσεις τοῦ ἴδιου του Ἁγίου, βρέθηκαν στὶς 3 Ἰανουαρίου 1950 τὰ Ἱερά του Λείψανα καὶ ἔγινε σταδιακὰ γνωστὴ ἡ ζωή του. Χιλιάδες πιστοὶ κατακλύζουν κάθε χρόνο τὴ Νέα Μάκρη, ἐλπίζοντας σὲ ἴαση ψυχική, σωματικὴ καὶ πνευματική. Ἐκεῖ ἡ Ἡγουμένη Μακαρία καὶ οἱ Μοναχές της, μὲ πολλὴ εὐσέβεια δέχονται τοὺς ἐπισκέπτες στὴν Ἱερὰ Μονή, ὅπου φυλάσσονται τὰ Ἱερὰ Λείψανα τοῦ Ἁγίου Ἐφραίμ.

Ἡ Ἡγουμένη ἦταν ἐκείνη ποὺ εἶχε τὴν ἀξίωση νὰ βρεῖ τὸ Ἅγιο σκήνωμα, ὅταν ἦτα νεαρή. Ἡ Θεία Πρόνοια τὴν εἶχε ὁδηγήσει τὸ 1945 στὰ ἐρείπια τοῦ Μοναστηριοῦ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου. Βλέποντας τὸ ἐρημωμένο Μοναστήρι ἀποφάσισε νὰ μείνει ἐκεῖ καὶ νὰ προσπαθήσει σταδιακὰ νὰ ἀναστηλώσει τὴν παλαιὰ Μονή. Καθὼς ἐργαζόταν στὸ προαύλιο ἄκουσε μιὰ ἀπόκοσμη βαθιὰ φωνὴ νὰ λέει: «Σκάψε ἐκεῖ καὶ θὰ βρεῖς». Ἡ Μοναχὴ φώναξε ἕναν ἐργάτη καὶ τοῦ ζήτησε νὰ σκάψει στὸ συγκεκριμένο σημεῖο τῆς αὐλῆς. Ἐκεῖ ὑπῆρχε ἕνας μισογκρεμισμένος τοῖχος, ἕνα μέρος ποὺ ἔμοιαζε μὲ παλαιὸ κελὶ Μοναχοῦ. Σκάβοντας ἀνακάλυψε ὁ ἐργάτης ἕνα κρανίο, ποὺ ἐξέπεμπε γλυκιὰ εὐωδία. Ἡ Μοναχὴ κατάλαβε ὅτι βρῆκαν τὸ λείψανο κάποιου Ἁγίου καὶ τὸ ἀσπάστηκε εὐλαβικά. Κατόπιν βρῆκε ὁλόκληρό το σκήνωμα τοῦ Ἁγίου. Τὰ πῆρε καὶ τὰ τοποθέτησε σὲ μιὰ θυρίδα. Τὸ βράδυ ποὺ βρισκόταν στὴν παλαιὰ Ἐκκλησία ἄκουσε βήματα ἀπὸ τὴν πλευρὰ ποὺ εἶχε βρεθεῖ ὁ τάφος, νὰ διασχίζουν τὴν αὐλὴ καὶ νὰ κατευθύνονται πρὸς τὴν Ἐκκλησία. Τὴν κυρίευσε φόβος καὶ ξαφνικὰ ἄκουσε μιὰ φωνὴ νὰ τῆς λέει: «Μέχρι πότε θὰ μὲ ἀφήσεις ἐκεῖ πέρα; Καὶ ποιός μου ἔβαλε τὸ κεφάλι ἔτσι…»

Στράφηκε πρὸς τὴ φωνὴ καὶ τὸν εἶδε νὰ στέκεται στὴν πόρτα. Ἦταν ψηλός, ἀδύνατος, πολὺ μελαχρινός, μὲ μικρὰ στρογγυλὰ μάτια ποὺ εἶχαν ρυτίδες στὶς ἄκρες, γενειάδα ποὺ ἔφτανε ὡς τὸ στῆθος του καὶ φοροῦσε ράσο. Μὲ τὸ δεξί του χέρι τὴν εὐλογοῦσε, ἐνῶ ἀπὸ τὸ ἀριστερὸ ἔβγαινε ἕνα φῶς ἀπόκοσμο. Ἀγαλλίασε ἡ ψυχὴ της μπροστὰ στὴ μορφή του καὶ μὲ θάρρος τοῦ ἀπάντησε: «Συγχώρησε μέ. Μόλις ξημερώσει μὲ τὸ καλό, θὰ τὰ φροντίσω ὅλα». Πράγματι τὸ πρωὶ ἡ Μοναχὴ πῆρε τὰ ὀστᾶ, τὰ καθάρισε προσεκτικὰ ἀπὸ τὸ χῶμα, τὰ ἔβαλε σὲ μιὰ θυρίδα στὸ Ἱερό της Ἐκκλησίας καὶ τοὺς ἄναψε κι ἕνα καντηλάκι. Τὴν ἴδια νύχτα εἶδε στὸ ὄνειρό της τὸν ἴδιο Μοναχό. Κρατοῦσε στὴν ἀγκαλιὰ τοῦ μιὰ εἰκόνα του, φτιαγμένη ἀπὸ ἀσήμι. Δίπλα του βρισκόταν ἕνα μανουάλι. Ἡ Μοναχὴ πλησίασε, ἄναψε μιὰ λαμπάδα καὶ ἄκουσε τὴ φωνή του: «Σὲ εὐχαριστῶ πολύ. Τὸ ὄνομά μου εἶναι Ἐφραίμ».

Μὲ διάφορες ὀπτασίες καὶ ὁράματα, ὁ Ἅγιος Ἐφραὶμ φανέρωνε στὶς ἀδελφές του Μοναστηριοῦ τὴν ἱστορία τῆς ζωῆς του. Ἡ Μοναχὴ Μακαρία ἀφηγεῖται: Ἕνα μεσημέρι λαγοκοιμόταν ἀπὸ τὴν κούραση. Ξαφνικὰ βλέπει: «Μιὰ ἱερὴ πομπὴ νὰ πλησιάζει πρὸς τὸ κελί της, ψάλλοντας ὕμνους. Ἔφτασαν μέσα στὸ κελί, πῆραν τὸ σῶμα τοῦ Ἁγίου ποὺ τὸ κουβαλοῦσαν στοὺς ὤμους τους καὶ τὸ ἀπόθεσαν στὴν ἀγκαλιά της. Οἱ ἱερεῖς ξεκίνησαν νὰ κάνουν τὴν κηδεία καὶ ὅλοι μαζὶ βρέθηκαν μέσα σὲ μιὰ Βυζαντινὴ Ἐκκλησία, μὲ περίτεχνο διάκοσμο, ἀφιερωμένη στὸν Ἅγιο».

Ἕνα μικρὸ κοριτσάκι ποὺ ζοῦσε στὸ ἵδρυμα τῆς Μονῆς μαζὶ μὲ τὴ γιαγιά του, ἕνα βράδυ ποὺ ἦταν ξαπλωμένο στὸ κρεβάτι του, εἶδε τὸν Ἅγιο νὰ τὸ πλησιάζει. Ἐκεῖνος τὸ εἶδε φοβισμένο, τοῦ χάιδεψε τὸ κεφάλι καὶ τοῦ εἶπε: «Μὴ μὲ φοβᾶσαι παιδί μου. Εἶναι ὁ Ἅγιος Ἐφραίμ». Ἡ γιαγιὰ τοῦ κοριτσιοῦ ἕνα βράδυ ἀργὰ ἄκουσε κάποιον νὰ στέκεται ἔξω ἀπὸ τὴν πόρτα τοῦ θαλάμου. Πιστεύοντας πὼς ἦταν ἡ ἀδελφὴ Μακαρία της φώναξε. Ξαφνικὰ μιὰ λάμψη φώτισε ὅλη τὴν περιοχὴ τοῦ Μοναστηριοῦ. Μέσα ἀπὸ τὸ φῶς ἐμφανίστηκε ὁ Ἅγιος.

Κρατοῦσε στὰ χέρια τοῦ μιὰ μικρὴ Βυζαντινὴ Ἐκκλησία, ποὺ εἶχε τέσσερις τρούλους στὶς ἄκρες κι ἕναν μεγάλο στὸ κέντρο μὲ ἕνα φωτεινὸ Σταυρό. Ἀμέσως ἡ γιαγιὰ γονάτισε μπροστά του καὶ ὁ Ἅγιος της μίλησε: «Εἶμαι ὁ Μεγαλομάρτυρας Ἐφραίμ. Γεννήθηκα 14 Σεπτεμβρίου, ἀνήμερά του Σταυροῦ καὶ πάλι 14 Σεπτεμβρίου ἡμέρα τοῦ Σταυροῦ, ἄρχισε τὸ μαρτύριό μου. Νὰ πεῖς στὴν ἀδελφὴ Μακαρία, πὼς θέλω νὰ μοῦ φτιάξει ἕνα τέτοιο προσκυνητάρι, στὴ στροφὴ τοῦ δρόμου, ἐκεῖ ποὺ καθόμουν καὶ ξεκουραζόμουν».

Πράγματι οἱ Μοναχὲς ἔφτιαξαν τὸ προσκυνητάρι, ἕνα κομψοτέχνημα, μικρογραφία Βυζαντινῆς Ἐκκλησίας. Εἶναι ἀναρίθμητες οἱ μαρτυρίες γιὰ τὶς ἐμφανίσεις καὶ τὰ θαύματα τοῦ Ἁγίου Ἐφραίμ. Ἕνα ἀπὸ αὐτὰ ἀφορᾶ τὴν Ἐκκλησία του. Ὅταν ἔφτασε ἡ εὐλογημένη ὥρα, ποὺ ἀξίωσε ὁ Κύριος, νὰ χτιστεῖ ὁ Ναὸς τοῦ Ἁγίου, βρέθηκε ἀπὸ Θεία Πρόνοια, παλιὰ πέτρα ποὺ στόλιζε ἄλλοτε ἕνα οἰκοδόμημα στὴν Ἀθήνα. Ἡ Ἡγουμένη Μακαρία ἀναρωτιόταν, ποῦ ἀκριβῶς θὰ ἤθελε ὁ Ἅγιος νὰ χτιστεῖ ἡ Ἐκκλησία του. Φτάνει τότε μιὰ προσκυνήτρια στὸ Μοναστήρι καὶ τῆς λέει: «Εἶδα στὸ ὄνειρό μου τὸν Ἅγιο Ἐφραὶμ καὶ μοῦ εἶπε: «Νὰ πᾶς νὰ πεῖς στὴ Γερόντισσα, ὅτι τὸν τάφο μου τὸν θέλω μέσα στὴν Ἐκκλησία μου».

Πεντέμισι αἰῶνες φύλαγε ἡ γῆ, σὰν πολύτιμο θησαυρὸ στοὺς κόλπους τῆς τὸν Ἅγιο Ἐφραίμ, μέχρι ποὺ ὁ πολυεύσπλαχνος Θεὸς μᾶς τὸν φανέρωσε, γιὰ νὰ τὸν ἔχουμε βοηθὸ καὶ ὁδηγὸ στὶς δύσκολες μέρες ποὺ ζοῦμε. Ἃς ἀναγνωρίσουμε ὅλοι μας τὴ δύναμη τῆς πίστης καὶ τῆς προσευχῆς καὶ ἃς προστρέχουμε σὲ Αὐτόν, μὲ ταπεινὴ καρδιά, παρακαλώντας Τὸν νὰ μᾶς ἐλεήσει.

Καὶ ὅλοι μαζί, ἃς ζητήσουμε ἀπὸ Αὐτὸν τὸν Ἅγιό του Θεοῦ Ἐφραίμ, νὰ εἶναι πάντα δίπλα μας, νὰ μᾶς φωτίζει, νὰ μᾶς στηρίζει καὶ νὰ μᾶς καθοδηγεῖ.




Πηγή: http://orthodoxiachristianismos.wordpress.com/

Τρίτη 16 Ιουλίου 2013

Η Αγία Μαρίνα η Μεγαλομάρτυς τιμάται στις 17 Ιουλίου

Βίος Αγίας Μαρίνας της Μεγαλομάρτυρος

Γέννηση και ανατροφή
Η παρθενομάρτυς Μαρίνα γεννήθηκε στη μικρή πόλη Αντιόχεια της Πισιδίας, γύρω στο έτος 270, όταν αυτοκράτορας ήταν ο Διοκλητιανός ή ο Κλαύδιος Καίσαρας. 


Οι γονείς της άνηκαν στην ανώτερη τάξη της περιοχής της Πισιδίας, ο πατέρας ήταν διακεκριμένος και σεβαστός από τους εθνικούς ιερέας των ειδώλων, λεγόταν δε Αιδέσιος.

Αμέσως μετά τη γέννηση της Μαρίνας, έφυγε από την παρούσα ζωή η μητέρα της. Έτσι ο πατέρας αναγκάστηκε να αναθέσει την ανατροφή της θυγατέρας του σε μία άλλη γυναίκα.

Ασπάζεται την χριστιανική πίστη
Φαίνεται ότι η γυναίκα στην οποία ο Αιδέσιος είχε εμπιστευτεί την ανατροφή της κόρης του ήταν χριστιανή. Έτσι και η μικρή Μαρίνα γαλουχήθηκε νωρίς στη νέα πίστη του Χριστού. Και σε ηλικία 12 ετών έλαβε το Βάπτισμα και συγκαταριθμήθηκε ως μέλος στην εκλεκτή ποίμνη του Κυρίου. Με αμείωτο ενδιαφέρον ποθούσε να μάθει καθετί πού είχε σχέση με τον Ιησού Χριστό. Κι όλα αυτά δημιούργησαν μέσα της την ιερή επιθυμία να μαρτυρήσει, για το Σωτήρα και Λυτρωτή της, αν Εκείνος τη θεωρούσε ποτέ άξια για κάτι τέτοιο.

O πατέρας της Αιδέσιος όταν πληροφορήθηκε ότι ήταν χριστιανή, τυφλωμένος από το φανατισμό της ειδωλολατρικής θρησκείας του, μίσησε το ίδιο το σπλάχνο του και αποκλήρωσε τη μοναχοκόρη του.

Το άνομο σχέδιο του επάρχου
Μαρίνα είχε γίνει πλέον 15 ετών. Ο Θεός δεν την είχε προικίσει μόνο με πλούσια ψυχικά χαρίσματα, αλλά και με σωματικό κάλλος εντυπωσιακό. Ο έπαρχος όμως Ολύβριος θέλησε και προσπάθησε να την πάρει για γυναίκα του επειδή ένιωσε μέσα του έρωτα γι’ αυτήν. Εκείνος, αντικρύζοντάς την, έμεινε και πάλι θαμπωμένος από το σωματικό της κάλλος και την εσωτερική λάμψη του προσώπου της. Χωρίς καθυστέρηση λοιπόν της ανακοίνωσε ότι αποφάσισε να αναλάβει την προστασία της και σύντομα να την κάνει γυναίκα του. Η νεαρή χριστιανή παρέμεινε σιωπηλή, ενώ μέσα της προσευχόταν θερμά, ζητώντας από τον Θεό να τη στηρίξει και να τη φωτίσει ώστε να φερθεί καθώς αρμόζει στις αφιερωμένες σ’ Εκείνον ψυχές.

Στην επιμονή του Ολυβρίου να λάβει απάντηση στην πρότασή του, εκείνη απάντησε πώς είναι αδύνατο να την αποδεχτεί. Η έκπληξη του επάρχου ήταν μεγάλη. Στην ερώτησή του γιατί ήταν αδύνατο, έλαβε τη σεμνή αλλά γεμάτη αποφασιστικότητα και παρρησία απάντηση: Διότι είμαι χριστιανή! Και μόνο το άκουσμα της λέξης «χριστιανή» ήταν αρκετό να κάνει τον έπαρχο εκτός εαυτού.

Αρχίζουν τα μαρτύρια της Αγίας
Για ένα μικρό διάστημα ο έπαρχος προσπάθησε, να πείσει τη νέα τούτη χριστιανή να αλλάξει γνώμη και να δεχθεί τον γάμο, τάζοντάς της τιμές, καλοπέραση και δόξα πλάι του. Εκείνη όμως, ενισχυόμενη από τον Κύριο, στον όποιο δεν έπαυσε να προσεύχεται μυστικά, επέμενε στην ομολογία της πίστεως στον Ιησού Χριστό.

Τότε την έστησε μπροστά σε δικαστήριο, από το οποίο ζήτησε επίσημα κατά το ρωμαϊκό δίκαιο να μάθει αν όντως ήταν χριστιανή. Η Μαρίνα ομολόγησε και εδώ με γενναιότητα και παρρησία τη χριστιανική της ιδιότητα, γεγονός πού κατέπληξε τους παρισταμένους, οι οποίοι έβλεπαν τόσο ηρωισμό και θάρρος σε μια νεαρή γυναίκα!

Εξαιτίας της ομολογίας της καταδικάστηκε στην ποινή της μαστίγωσης. Η καρτερικότητά της όμως και η αντοχή ήταν τέτοιες πού άφησε κατάπληκτους έπαρχο, αξιωματούχους και λαό. Έχοντας υψωμένο το βλέμμα της στον ουρανό, δεν έπαυσε να προσεύχεται, να επικαλείται τη βοήθεια του Κυρίου και τη στήριξή του για να υπομείνει με ανδρεία τις μαστιγώσεις.

Ο έπαρχος έδωσε εντολή να σταματήσουν οι στρατιώτες τη μαστίγωση και να την οδηγήσουν στη φυλακή, ελπίζοντας ενδόμυχα ότι ίσως μετά απ’ αυτό να συνετισθεί η Μαρίνα και ν’ αλλάξει στάση.

Ύστερα από λίγες ημέρες με εντολή του επάρχου οδηγήθηκε εκ νέου στο δικαστήριο, όπου και πάλι ομολόγησε πίστη στο Χριστό και αρνήθηκε να θυσιάσει στα είδωλα. Αφού την κρέμασαν, καταξέσχισαν τα πλευρά της με σιδερένια νύχια. Τα βασανιστήρια ήταν τόσο σκληρά, πού όλο το κάλλος του νεανικού της σώματος εξαφανίστηκε. Στη συνέχεια ρίχνεται και πάλι στη φυλακή και αφήνεται χωρίς τροφή και φροντίδα.

Πειράζεται από το μισόκαλο διάβολο
Ο φθονερός διάβολος θέλησε να δοκιμάσει να κάμψει ο ίδιος την Αγία. Έτσι λοιπόν πήρε ο ίδιος τη μορφή μεγάλου και φοβερού δράκοντος (φιδιού) και πρόβαλε ξαφνικά μπροστά στη Μαρίνα.

Από το στόμα του πετούσε φλόγες, ενώ τα αγριωπά μάτια του λαμπύριζαν απειλητικά και η γλώσσα του ήταν κατακόκκινη. Καθώς σερνόταν, σύρριξε εκνευριστικά και προκαλούσε τρόμο και σύγχυση, επιδιώκοντας να φοβίσει τη μάρτυρα και να την αποσπάσει από την προσευχή της.

Διαπιστώνοντας όμως ότι εκείνη η μακάρια καλλιπάρθενος δεν διέκοπτε την προσευχή της, κατευθύνθηκε εναντίον της και άνοιξε το στόμα του απειλητικά, δείχνοντας ότι θέλει να την καταπιεί. Και ναι μεν η μεγαλομάρτυς έγινε έντρομη από το φόβο της, χωρίς καθυστέρηση όμως επικαλέστηκε το σωτήριο όνομα του Σωτήρος Χριστού. Και, ώ του θαύματος, ο δράκοντας διερράγη και έγινε άφαντος, η δε Μαρίνα χαίροντας έψαλε ύμνους και νικητήρια στον Θεό.

Ο διάβολος μετασχηματίσθηκε σε άνθρωπο κατάμαυρο, με τρομερή και κακάσχημη εμφάνιση, σαν μαύρου σκυλιού. Η Μαρίνα όμως, στερεωμένη όσο ποτέ στην πίστη, τον άρπαξε από τα μαλλιά και μ’ ένα σφυρί πού ήταν κάπου εκεί ξεχασμένο, τον χτύπησε δυνατά στο κεφάλι και στη ράχη και τον ταπείνωσε εντελώς. Και ενώ η μεγαλομάρτυς άρχισε και πάλι να προσεύχεται και να υμνεί τον Κύριο, ο διάβολος, σκοτεινός και άσχημος όρμησε εναντίον της και κραυγάζοντας την απειλούσε ότι θα τη σκοτώσει αν δεν σταματούσε να προσεύχεται. Και η αγία Μαρίνα, παίρνοντας από την προσευχή της νέο θάρρος κατά του μετασχηματισμένου σε άνθρωπο διαβόλου, τον άρπαξε από τα μαλλιά της κεφαλής του και τον μαστίγωσε.

Βλέπει ουράνιες οπτασίες
Μετά από αυτό δυνατό φως καταύγασε το σκοτεινό χώρο της φυλακής της, πού έβγαινε από ένα Σταυρό, του οποίου η κορυφή υψωνόταν στον ουρανό. Πάνω από το Σταυρό πετούσε κυκλικά ένα περιστέρι καθαρό και άμωμο. Ο συναξαριστής της αγίας Μαρίνας δίνει και την εξήγηση των συμβολισμών του οράματος: Όλα αυτά σήμαιναν το μυστήριο της Αγίας Τριάδος, το φώς, τη δόξα του Πατέρα. Ο Σταυρός, τον εσταυρωμένο Χριστό. Και το περιστέρι, το Άγιο Πνεύμα.

Το περιστέρι κατέβηκε κάποια στιγμή, πλησίασε την καλλιπάρθενο Μαρίνα και της είπε: «Χαίρε, Μαρίνα, η λογική περιστερά του Θεού, διότι νίκησες τον πονηρό δαίμονα και ντρόπιασες τον εχθρό. Χαίρε πιστή και αγαθή δούλη του Κυρίου σου, τον οποίο πόθησες με όλη την καρδιά σου και μίσησες κάθε πρόσκαιρη απόλαυση. Χαίρε και αγάλλου, γιατί έφτασε η μέρα να λάβεις το στεφάνι της νίκης και να μπεις, όπως το αξίζεις, στολισμένη, μαζί με τις φρόνιμες παρθένες στο νυμφώνα του Χριστού και βασιλιά σου».

Ενώ η αγία Μαρίνα άκουγε τα λόγια αυτά συντελέστηκε στο σώμα της άλλο θαύμα: Όλες οι πληγές του επουλώθηκαν και η νεαρή μάρτυς απέκτησε και πάλι το κάλλος το όποιο θαύμαζαν όλοι.

Σκληρότερα μαρτύρια και το μακάριο τέλος
Ο έπαρχος Ολύβριος βλέποντας την υγιής προσπάθησε με κολακείες να την μεταπείσει όμως μάταια. Το μένος του επάρχου έφτασε στο αποκορύφωμά του. Γεμάτος λοιπόν θυμό δίνει εντολή να γυμνώσουν τη μάρτυρα, να την κρεμάσουν στο ξύλο και να καίνε με λαμπάδες το σώμα της. Στη συνέχεια, γέμισαν ένα μεγάλο λέβητα με νερό, κατέβασαν την καλλιπάρθενο μεγαλομάρτυρα από το ξύλο, την έδεσαν γερά και τη βούτηξαν με το κεφάλι προς τα κάτω μέσα στο νερό για να πεθάνει από πνιγμό. Η μάρτυς και πάλι προσευχήθηκε θερμά στον Κύριο και Θεό της, οπότε «παρευθύς σεισμός μέγας ἐγένετο καί ἐφάνη πάλιν ἡ πρώτη περιστερά ἐπάνω του ὕδατος, βαστάζουσα εἰς τό στόμα στέφανον. Αὐτήν τήν ὥρα ἐφάνη καί ὁ πύρινος στύλος, ἐπάνω δέ τούτου Σταυρός». Η μάρτυς βγήκε από το νερό σώα, τα δεσμά της είχαν λυθεί και στεκόταν και πάλι σε στάση προσευχής, δοξάζουσα τον Θεό. Το δε περιστέρι κάθισε πάνω στο κεφάλι της, κρατώντας στο στόμα του το στεφάνι και είπε προς τη Μαρίνα: «Εἰρήνη σέ σένα, δούλη τοῦ Θεοῦ. Ἔχε θάρρος καί λάβε ἀπό τή δεξιά τοῦ Ὑψίστου αὐτό τό οὐράνιο στεφάνι».

Λέγοντας αυτά η θεϊκή περιστερά, πέταξε και κάθισε πάνω σ’ εκείνο το Σταυρό και απευθυνόμενη προς τη μεγαλομάρτυρα είπε δυνατά, έτσι πού ν’ ακούνε όλοι: «Έλα, Μαρίνα, στις άνω μονές του Παραδείσου, για ν’ απολαύσεις το στεφάνι της αφθαρσίας στα αγαπητά σκηνώματα του Κυρίου, να χαίρεσαι μαζί με τους αγίους και να αναπαύεσαι αιώνια». Η φωνή αυτή πού ακούστηκε από πολλούς, συγκλόνισε άντρες και γυναίκες, αρκετοί δε απ’ αυτούς ομολόγησαν πώς ήταν έτοιμοι να πιστέψουν και να δώσουν ακόμα και τη ζωή τους για το Χριστό. Ο έπαρχος πρόσταξε να θανατώσουν όσους είχαν πριν λίγο ομολογήσει πίστη στο Χριστό.

Ο Ολύβριος, για να προλάβει μεγαλύτερο κακό για τους ειδωλολάτρες, διέλυσε το δικαστήριο και προσποιήθηκε ότι δίνει εντολή να μεταφέρουν την αγία Μαρίνα και πάλι στη φυλακή. Στην ουσία όμως, έδωσε μυστικά προσταγή στον επικεφαλής της φρουράς να πάρουν την καλλιπάρθενο μεγαλομάρτυρα και να την αποκεφαλίσουν στον τόπο της καταδίκης. Εκεί η αγία, αφού προσευχήθηκε για τελευταία φορά πάνω στη γη, έσκυψε και το ξίφος του δημίου «ἐκκόψαν τήν κεφαλήν της, περιέβαλεν αὐτήν μέ τόν ἀδαμάντινον στέφανον τοῦ μαρτυρίου».

Τα ιερά λείψανά της
Μετά τον διά του ξίφους θάνατο της οι χριστιανοί παρέλαβαν κρυφά το τίμιο λείψανο και το ενταφίασαν με τιμές πού αρμόζουν στους μάρτυρες της πίστεως. Άγνωστο πότε ακριβώς μετακομίστηκαν στην Κωνσταντινούπολη, εφόσον είναι αληθινή η πληροφορία ότι το έτος 1230 σταυροφόροι της Δύσεως μετέφεραν τα λείψανα αυτά από την πρωτεύουσα του Βυζαντίου στη Βενετία, γεγονός πού οι Ρωμαιοκαθολικοί γιορτάζουν στις 17 Ιουλίου (ημέρα μνήμης της μεγαλομάρτυρος και για μας τους Ορθοδόξους).

Η καλλιπάρθενος αγία Μαρίνα θεωρείται προστάτης των παιδιών και μάλιστα ειδική για τη θεραπεία όσων απ’ αυτά είναι άρρωστα και καχεκτικά.


Ἀπολυτίκιον
Ἦχος πλ. α΄. Τόν συνάναρχον Λόγον. Γερασίμου.
Μνηστευθεῖσα τῷ Λόγω Μαρίνα ἔνδοξε, τῶν ἐπίγειων τήν σχέσιν πάσαν κατέλιπες, καί ἐνήθλησας λαμπρῶς ὡς καλλιπάρθενος,
τόν γάρ ἀόρατον ἐχθρόν, κατεπάτησας στερρῶς, ὀφθέντα σοί Ἀθληφόρε.Καί νῦν πηγάζεις τῷ κόσμω, τῶν ἰαμάτων χαρίσματα.




Πηγή: epanastasilae.blogspot.de

Τετάρτη 10 Ιουλίου 2013

Οι 45 μάρτυρες που ξεψύχησαν στη Νικόπολη Αρμενίας

Οἱ Ἅγιοι αὐτοὶ μαρτύρησαν στὶς ἀρχὲς τοῦ 4ου αἰῶνα, ὅταν αὐτοκράτορας ἦταν ὁ Λικίνιος. Κορυφαῖοι ἀπ’ αὐτοὺς ἦταν ὁ Λεόντιος, ὁ Μαυρίκιος, ὁ Δανιὴλ καὶ ὁ Ἀντώνιος.
 

Ὅταν ὁ Λικίνιος ἐξέδωσε διάταγμα κατὰ τῶν χριστιανῶν, μόνοι τους ᾖλθαν στὸν δοῦκα καὶ φανέρωσαν ὅτι εἶναι χριστιανοί. Σὲ ἐρώτηση τοῦ Λυσία, ποιὸς τοὺς ἔπεισε νὰ μὴ θυσιάζουν στοὺς θεούς, αὐτοὶ ἀπάντησαν: «Ὁ Χριστὸς εἶναι ἐκεῖνος ποὺ μᾶς δίδαξε καὶ μᾶς ἔπεισε νὰ μὴ λατρεύουμε θεοὺς ἀνύπαρκτους, καὶ νὰ μὴ προσκυνοῦμε τὰ εἴδωλά τους».

Ὀργισμένος ὁ δοῦκας, διέταξε καὶ τοὺς φυλάκισαν δεμένους χειροπόδαρα, χωρὶς νὰ τοὺς δίδεται καθόλου ψωμὶ καὶ νερό. Οἱ Ἅγιοι πέρασαν τὴ νύκτα προσευχόμενοι. Μεταξὺ ἄλλων, ἔλεγαν: "Εὐλογοῦμε, Κύριε, ἐσένα, τὸ βασιλιὰ τῆς δόξας. Διότι σὺ εἶσαι ἡ ἀληθινὴ ζωή, ποὺ θυσιάστηκες γιὰ μᾶς τοὺς ἁμαρτωλούς, ὁ Υἱὸς τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ. Ἕνωσέ μας, Κύριε, ὥστε ὅλοι μαζὶ μὲ μιὰ ψυχὴ νὰ σὲ ὁμολογήσουμε καὶ ὅλοι μαζὶ νὰ πεθάνουμε».

Τὸ πρωὶ ὁ Λυσίας, ἀφοῦ τοὺς ἔβγαλε ἀπὸ τὴ φυλακή, τοὺς ρώτησε ἂν μετάνιωσαν καὶ ἐπανῆλθαν στοὺς θεοὺς τοῦ κράτους. Οἱ Ἅγιοι μὲ ἕνα στόμα ἀπάντησαν: «χριστιανοὶ ἐσμέν». Εἴμαστε χριστιανοί. Μὲ μανία τότε ὁ Λυσίας διέταξε καὶ τοὺς ἔκοψαν χέρια καὶ πόδια, καὶ ἔπειτα τοὺς ἔριξαν στὴ φωτιά.

Ἔτσι, ὅλοι μαζὶ ἀξιώθηκαν νὰ πάρουν τὸ ἀμάραντο στεφάνι τοῦ μαρτυρίου.Μεταξὺ δὲ αὐτῶν ἦταν καὶ οἱ πρόκριτοι τῆς πόλεως Δανιήλ, Μαυρίκιος, Ἀντώνιος καὶ Λεόντιος.

Η μνήμη τους τιμάται στις 10 Ιουλίου.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Στρατὸς θεοσύλεκτος, παρεμβολὴ ἱερά, νομίμως ἀθλήσαντες ὑπὲρ τῆς δόξης Χριστοῦ, ἐν Πνεύματι ὤφθητε. Μάρτυρες τοῦ Κυρίου, Τεσσαράκοντα πέντε, λύσαντες δι’ ἀγώνων, τὴν πολύθεον πλάνην· διὸ ἡμῶν τοὺς ἀγῶνας, πάντες δοξάζομεν.



Πηγή: defencenet.gr

Παρασκευή 28 Ιουνίου 2013

Άγιος Αυγουστίνος, επίσκοπός Ιππώνος - 15 Ιουνίου

Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας,
Εκδόσεις Ίνδικτος

Ό άγιος Αυγουστίνος γεννήθηκε τό 354 στήν Ταγάστη, μικρή πόλη της Νουμιδίας (σημ.. Σοϋκ ‘Αράς, στήν Αλγερία).



Ό πατέρας του, Πατρίκιος, μικρός γαιοκτήμονας πού άνηκε στους επιφανείς της πόλης, παρέμεινε ειδωλολάτρης μέχρι λίγο πριν τον θάνατο του, αλλά ή μητέρα του, αγία Μόνικα [4 Μαίου], ήταν μία ένθερμη χριστιανή πού τον ενέγραψε, από παιδί ακόμη, στους κατηχουμένους και τον έπαιρνε τακτικά μαζί της στην εκκλησία για να τον καταρτίσει στα μυστήρια της Πίστεως. Ή βάπτιση, ωστόσο, όπως ήταν τό έθος τότε, αναβλήθηκε για αργότερα και το παιδί, όντας πολύ ζωηρό και απείθαρχο στις επιτιμήσεις της μητέρας του, απομακρύνθηκε από την Πίστη.

Προικισμένο με λαμπρή ευφυΐα, απέκτησε γρήγορα μεγάλη ευχέρεια στήν λατινική γλώσσα, άλλά επέδειξε επίμονη άρνηση νά μάθει τήν ελληνική και ή έλλειψη αυτή θά παρέμενε ένα κενό στήν θεολογική σκέψη του. Δεκαεπτά ετών εστάλη στήν Καρχηδόνα, τήν μητρόπολη της Αφρικής, νά παρακολουθήσει μαθήματα ρητορικής. Οι πειρασμοί της πόλης και οι κακές συναναστροφές τόν οδήγησαν σε άστατο βίο, ενώ συνδέθηκε με μία χριστιανή ή οποία του χάρισε έναν γιό, τόν Άδεοδάτο (372). Χάρις στήν ανάγνωση του Κικέρωνα, απομακρύνθηκε από τις μάταιες σπουδές νομικής και ρητορικής γιά νά στραφεί στήν αναζήτηση της Αληθείας και τής σοφίας- απογοητευμένος όμως από τήν φαινομενική ξηρότητα τής Βίβλου, έδειξε μεγαλύτερη συμπάθεια γιά τήν διδασκαλία των μανιχαίων, πού φάνηκε σε αυτόν νά συμφιλιώνει τόν Χριστό με τήν επιθυμία του νά αποκτήσει τήν σοφία αποκλειστικά μέσω του λογικού. “Εμελλε νά παραμείνει εννέα χρόνια αιχμάλωτος στά δίχτυα αυτής τής τόσο χονδροειδούς αίρέσως.

Μετά από σύντομη παραμονή στήν Ταγάστη, όπου δίδασκε γραμματική, αναχώρησε πάλι γιά τήν Καρχηδόνα, με σκοπό νά ανοίξει μία σχολή ρητορικής. Σύντομα όμως ή κακή συμπεριφορά των μαθητών του τόν έκανε νά αηδιάσει με τό επάγγελμα αυτό και άφοΰ έχασε τις ψευδαισθήσεις πού έτρεφε σχετικά με τόν μανιχαϊσμό, μετά από μία συζήτηση πού εΐχε με έναν από τους επισκόπους τους, τόν Φαύστο, με τό πνεύμα ανήσυχο και διψασμένο γιά αληθινή σοφία, πήρε τό πλοίο γιά τήν Ρώμη, όπου άνοιξε άλλη σχολή, ή οποία κι αυτή με τήν σειρά της δεν είχε επιτυχία. Μετά τήν ανάρρωση του από βαρειά ασθένεια, απέκτησε θέση δημόσιου ρήτορα στο Μιλάνο, όπου και εγκαταστάθηκε όνειρευόμενος ακόμη μία λαμπρή σταδιοδρομία στήν διοίκηση (384). Εκεί γνωρίσθηκε με τόν επίσκοπο άγιο Αμβρόσιο [7 Δεκ.], ό όποιος τόν κατέκτησε με τήν πραότητα και τήν χάρη του, κυρίως όμως με τήν λαμπρή εύγλωττία του και τις πνευματικές ερμηνείες τής Αγίας Γραφής πού άνοιξαν τήν καρδιά του στο βάθος του Λόγου του Θεού. Ή Μόνικα πού είχε έλθει νά τόν βρει, τόν έπεισε να εγκαταλείψει τήν παλλακίδα του και μάταια προσπάθησε να του εξασφαλίσει έναν καλό γάμο.

Ή φιλοσοφία, όπως και οι κοσμικές απολαύσεις, είχαν απογοητεύσει τόσο τον Αυγουστίνο, ώστε με οδύνη και αγωνία αναζητούσε τήν πηγή της αληθινής ευδαιμονίας. Ή ανάγνωση των νεοπλατωνικών φιλοσόφων τον έκανε να εγκαταλείψει τελεσίδικα τον μανιχαϊσμό και του επέτρεψε να στραφεί σε μια εσωτερική αναζήτηση του πνευματικού βίου. Σε αντιδιαστολή, ωστόσο, με τους φιλόσοφους αυτούς, αυτή ή εσωστρέφεια δεν ήταν γι’ αυτόν μία μάταιη θεωρητική αναζήτηση, άλλα έπαιρνε τήν μορφή μίας διάπυρης ζήτησης του σαρκωθέντος Θεού, τον όποιο αποδεχόταν διανοητικά, άλλα τον όποιο ή καρδιά του δεν ένιωθε ακόμη. Τότε άκουσε να γίνεται λόγος για τον βίο του άγιου Αντωνίου του Μεγάλου, τον οποίο συνέγραψε ο άγιος Αθανάσιος κατά τήν εξορία του στήν Δύση και ο όποιος στάθηκε αφορμή γιά ηχηρές μεταστροφές μεταξύ τών ευγενών. Λίγο αργότερα, ενώ βρισκόταν σε εναν κήπο με τόν φίλο του Αλύπιο, κλαίγοντας παράμερα γιά τόν βίο του, άκουσε μία παιδική φωνή από ένα γειτονικό σπίτι νά τραγουδά: «Λάβε και άνάγνωθε, πάρε, διάβασε!» Άνοιξε τό βιβλίο με τις Επιστολές του Παύλου πού ήταν εκεί πρόχειρο και έπεσε στο έξης εδάφιο: μή κώμοις και μέθαις, μή κοίταις και ασελγείαις, μή έριδι και ζήλω• άλλ’ ένδύσασθε τόν Κύριον Ιησούν Χριστόν, και της σαρκός πρόνοιαν μή ποιείστε εις έπιθυμίας (Ρωμ. 13, 13-4).

Τά σκοτάδια της αμφιβολίας διαλύθηκαν αμέσως και ένα γλυκό φώς έλουσε τήν καρδιά του με χαρά. Τήν στιγμή εκείνη είχε γίνει άλλος άνθρωπος, πού στο έξης θά ζούσε μόνο γιά τόν Χριστό και τήν Εκκλησία Του. Όταν έκμυστηρεύθηκε τήν αποκάλυψη αυτή στήν μητέρα του, εκείνη ένιωσε μεγάλη αγαλλίαση. Αφού εγκατέλειψε γιά πάντα τό επάγγελμα του «λογοπράτου», πέρασε λίγους μήνες αποσυρμένος σέ εξοχικό κτήμα με τήν μητέρα του, συγγενείς και κάποιους φίλους αναλαμβάνοντας από μία ασθένεια τήν οποία είχε επιδεινώσει ή συγκίνηση της μεταστροφής του. Σέ αυτό τό εμβρυώδες μοναστήρι, δπου επιθυμούσε νά διάγει βίο παρόμοιο με εκείνο της αποστολικής κοινότητας της Ιερουσαλήμ, ο Αυγουστίνος συνδύασε τήν προσευχή, τήν μελέτη τών Γραφών και τις φιλοσοφικές συζητήσεις. Επιστρέφοντας στο Μιλάνο ακολούθησε αυστηρή και άποτραβηγμένη βιοτή πριν βαπτισθεί από τόν άγιο Αμβρόσιο στις 24 Απριλίου 387, μαζι με τόν Αλύπιο και τόν γιό του Αδεοδάτο.

Κατόπιν μετέβη στήν Όστια, με τήν αγία Μόνικα, με σκοπό νά επιστρέψει στήν Αφρική γιά νά ασπασθεί τήν μοναχική πολιτεία. “Ενα βράδυ, ενώ συζητούσαν με τους άγχωνες ακουμπισμένους σέ ένα παράθυρο, συνεπαρμένοι αίφνης από τήν ορμή των γεμάτων ευλάβεια λόγων τους και ανοίγοντας άπληστα τό στόμα τής καρδιάς τους στά νερά τής ουράνιας Πηγής, βρέθηκαν μεταρσιωμένοι σέ ένα είδος έκστασης, υπεράνω των ορατών και αοράτων κτισμάτων, ερχόμενοι σέ κοινωνία με τήν αιώνια Σοφία, στιγμή πνευματικής θεωρίας πού τους φάνηκε νά είναι μία πρόσκληση νά γευτούν εδώ κάτω τήν αιώνια ζωή, κατά τόν ευαγγελικό λόγο: εί’σελΰε εις τήν χαράν τον κνρίον σον (Ματθ•. 25, 21). Ή άγια Μόνικα έκοιμήθη λίγο αργότερα και ό Αυγουστίνος, αναβάλλοντας τά σχέδια του, παρέμεινε γιά κάποιο διάστημα ακόμη στήν Ιταλία γιά νά γράψει απολογητικά έργα κατά τών μανιχαίων.

Τόν Σεπτέμβριο του 388 επέστρεψε στήν Ταγάστη μαζι με τόν Αλύπιο και τόν Αδεοδάτο, ο όποιος σέ λίγο πέθανε. Ό Αυγουστίνος πούλησε όλα τά υπάρχοντα του γιά νά μοιράσει τό αντίτιμο στους φτωχούς και επί τρία χρόνια αφιερώθηκε στήν οργάνωση μιάς μονής μαζί με τους φίλους και μαθητές του. Στήν νηστεία και τήν προσευχή συνήψε τήν μελέτη του Νόμου του Θεού, νυχθημερόν και ό,τι ό Κύριος τόν έκανε νά κατανοεί, τό μετέδιδε με τις συζητήσεις σέ όσους ήσαν παρόντες και στους απόντες με επιστολές. Μία ήμερα πού είχε μεταβεί στήν Ιππώνα κατόπιν αιτήματος ενός αυτοκρατορικού λειτουργού πού επιθυμούσε νά τόν ακούσει πριν μεταστραφεί, ό γέροντας επίσκοπος Ούαλέριος τόν παρουσίασε στο εκκλησίασμα.

Και ενώ ο ιεράρχης εξέφρασε τήν ανάγκη πού υπήρχε νά χειροτονηθεί ένας ιερέας ό όποιος νά τόν βοηθά στο κήρυγμα στά λατινικά, διότι ό ίδιος ήταν ελληνόφωνος, οι πιστοί άρπαξαν κυριολεκτικά μέσα σέ επευφημίες τόν Αυγουστίνο και τόν ανάγκασαν νά δεχθεί. με πολλά δάκρυα μπροστά στον κίνδυνο πού παρουσιάζει τό ποιμαντορικό λειτούργημα, δέχθηκε τελικά νά «έγκατελείψει τόν Θεό χάριν του Θεού», δηλαδή νά απαρνηθεί τήν γλυκεία έρημία του μοναστηρίου γιά νά υπηρετήσει τό Σώμα του Χριστού. Πέτυχε ωστόσο μιά αναβολή μερικών μηνών, ώστε νά προετοιμασθεί γιά τό λειτούργημα του με τήν μελέτη τής Γραφής, και μετά τήν χειροτονία του ο επίσκοπος του παραχώρησε ένα κομμάτι γής κοντά στήν εκκλησία γιά νά ιδρύσει εκεί ένα νέο μοναστήρι, τήν «Μονή του Κήπου», άπ’ όπου εξήλθαν δέκα περίπου επίσκοποι.

Περί τά τέλη του έτους 395, χειροτονήθηκε επίσκοπος και διαδέχθηκε λίγο αργότερα τόν Ούαλέριο στήν έδρα της Ίππώνος. Τοποθετημένος στον θρόνο της μικρής αυτής επισκοπής, άλλα φωτίζοντας όλη τήν Εκκλησία της Αφρικής μέχρι τις εσχατιές του λατινικού κόσμου με τήν διδασκαλία του, ό άγιος Αυγουστίνος υπήρξε επί τριάντα πέντε χρόνια τό υπόδειγμα του καλόν ποιμένος, προσφέροντας τήν ζωή του γιά τό ποίμνιο του και λογίζοντας τόν εαυτό του «δούλο τών δούλων του Θεού». Κήρυττε ακαταπόνητα κάθε ημέρα (σώζονται περί τους οκτακόσιους “λόγους του), θίγοντας όλα τά ζητήματα με απαράμιλλη ζωντάνια και τέχνη και επιδιώκοντας νά μεταδίδει στους ακροατές του τήν αγάπη του Θεοΰ και τών ουρανίων αγαθών. Κατά τήν διάρκεια της ημέρας έλυνε διαφορές, φρόντιζε άγρυπνα γιά τήν διοίκηση της Εκκλησίας, μεριμνούσε γιά τους φτωχούς ενώ τήν νύχτα γινόταν ξανά μοναχός, αφιερωμένος ολόκληρος στήν αγάπη του Νυμφίου. Ζούσε στήν επισκοπή του από κοινού με τόν κλήρο του, γιά τόν όποιο συνέταξε έναν μοναχικό Κανόνα, προσαρμοσμένο στις συνθήκες τους, άλλά απαιτώντας τήν αυστηρή τήρηση της άκτημοσύνης και τών ευαγγελικών εντολών.

Ή φλογερή αγάπη του γιά τήν ενότητα της Εκκλησίας δέν τόν άφηνε αδιάφορο απέναντι σέ καμμία από τις υποθέσεις πού τάρασσαν τήν Χριστιανοσύνη. Συμμετείχε σέ συνόδους και περιόδευε στήν Ρωμαϊκή Αφρική, πού σπαρασσόταν τότε από διαιρέσεις, βάζοντας όλη τήν τέχνη και δεξιότητα του στήν υπηρεσία της Αληθείας. Έγραψε περί τά εκατό συγγράμματα, τά περισσότερα εκ τών όποιων είναι αφιερωμένα στον αγώνα κατά σχισματικών, αιρετικών και εθνικών. Μετά τήν λαμπρή ανασκευή του μανιχαϊσμού, κατηύθυνε τόν αγώνα του κατά τών σχισματικών νοβατιανών, οι όποιοι αξίωναν νά υποτάσσουν τήν εγκυρότητα τών μυστηρίων στήν αρετή του λειτουργού και επί έναν αιώνα έσπερναν ολέθρια ζιζάνια στήν Εκκλησία της Αφρικής έγκαθιστώντας έκεί μία παράλληλη ιεραρχία.

Καθώς όλες οι προσπάθειες και τά επιχειρήματα του άγιου επισκόπου νά τους επαναφέρει στους κόλπους τής Εκκλησίας προσέκρουαν στο αδιάλλακτο μίσος τους, αποφάσισε με βαρειά καρδιά νά προσφύγει στήν κοσμική εξουσία, χωρίς όμως ποτέ νά δικαιώσει τις πράξεις βίας. Καθώς ήταν πολλοί εκείνοι πού απέδιδαν στους χριστιανούς τήν ευθύνη γιά τήν πτώση τής Ρώμης (410), ο Αυγουστίνος συνέγραψε ένα μεγάλο έργο, τήν Πολιτεία τον Θεον, έναν μεγάλης εμβέλειας στοχασμό πάνω στήν ανθρώπινη ιστορία, όπου δείχνει ότι ή Εκκλησία περνώντας μέσα από τις περιπέτειες και μεταπτώσεις του βίου της βρίσκεται καθ’ δδόν προς τήν αιώνια Βασιλεία. Έν συνεχεία υποχρεώθηκε νά αγωνισθεί εναντίον τής αίρέσεως του πελαγιανισμοΰ.

Ή αίρεση αυτή που μείωνε τόν ρόλο τής θείας χάριτος και πρέσβευε ότι ό άνθρωπος μπορούσε νά καταφέρει με τις δικές του δυνάμεις νά μήν άμαρτάνει, αρνούνταν εξάλλου τήν μετάδοση του προπατορικού αμαρτήματος και διακήρυσσε άχρηστο τόν νηπιοβαπτισμό. Ό Αυγουστίνος προσπάθησε νά ανατρέψει τό δόγμα αυτό γιά νά υπερασπίσει τήν Πίστη τής Εκκλησίας• παρασυρόμενος όμως από τις αναγκαιότητες τής αντιπαράθεσης και από τό λάβρο γιά λογικές διασαφήσεις πνεύμα του, εδραίωσε, μεταξύ ανθρωπινής φύσης και θείας χάριτος μία υπερβολικά αυστηρή αντίθεση πού θά επρόκειτο νά έχει αργότερα ολέθριες συνέπειες στήν Δύση. Κατόρθωσε νά καταδικαστούν οι πελαγιανιστές από τις Συνόδους τής Καρχηδόνος (411) και Ρώμης (417), ή αίρεση όμως δεν έξαλείφθηκε.

Όταν οι Βάνδαλοι, προερχόμενοι από τήν Ισπανία, άρχισαν νά εισβάλλουν στήν χριστιανική Αφρική, ερημώνοντας τά πάντα στο πέρασμα τους, ό άγιος επίσκοπος αναλώθηκε δίχως νά λογαριάζει κόπους και ενέργεια προκειμένου νά σώσει ό,τι μπορούσε νά σωθεί ακόμη. Μετά από σαράντα έτη έπισκοπείας και αποστολικών μόχθων, έβλεπε με πόνο νά άναγεννάται ή ειδωλολατρία μέσα στά αιματοβαμμένα ερείπια και νά επιβάλλεται ή αίρεση του αρειανισμού από τους κατακτητές. Ή Ίππώνα πολιορκούνταν ήδη έπί τρεις μήνες, όταν ο Αυγουστίνος προσβλήθηκε από ισχυρό πυρετό. Είχε βάλει νά κρεμάσουν στους τοίχους του δωματίου του τους Ψαλμούς τής μετανοίας, και με τήν θέρμη νεοφύτου παρέδωσε τήν άλκιμη ψυχή του στον Κύριο στις 28 Αυγούστου 427.

‘Αν ή θεολογία του αγίου Αυγουστίνου έδωσε αφορμή γιά παρεκκλίσεις στήν μεσαιωνική Δύση, έν τούτοις δέν μπορεί νά του καταλογισθεί δτι υπήρξε αιρετικός, διότι πάντοτε υπέβαλλε ταπεινά τούς στοχασμούς του στήν κρίση της Εκκλησίας, ένώ στήν κατακλείδα του έργου του Περί Άγιας Τριάδος έγραφε: «Κύριε, Θεέ ένοειδή, Θεέ τριαδικέ, όλα όσα έγραψα στά βιβλία μου προέρχονται από Σένα, κι άν ό,τιδήποτε προέρχεται από μένα, ζητώ συγχώρηση από Σένα και τούς ανθρώπους Σου».




Πηγή: paterikiorthodoxia.com

Τρίτη 25 Ιουνίου 2013

Αγία Ξένη η διά Χριστόν σαλή - Saint Xenia of St. Petersburg

Η Οσία Ξένη γεννήθηκε στην Αγία Πετρούπολη της Ρωσίας, το έτος 1730 μ.Χ., και ως νεαρή όμορφη κοπέλα παντρεύτηκε τον Αντρέα Φεοντόροβιτς Πετρώφ που είχε τον βαθμό του συνταγματάρχου και ήταν πρωτοψάλτης στην βασιλική αυλή. Η θέση αυτή ήταν μια πολύ υψηλή κοινωνική θέση και έδινε δόξα και υλική απολαβή.



Ήταν νέοι. Είχαν αγάπη μεταξύ τους. Υπηρέτησαν και οι δυο στην βασιλική αυλή, έκαναν το γάμο τους. Ζούσαν πολύ ευτυχισμένοι μαζί. Λόγω της νεότητάς τους, τους άρεσε πολύ να πηγαίνουν σε χοροεσπερίδες και σε συμπόσια. Καλούσαν φιλοξενουμένους στο σπίτι τους και αυτοί οι ίδιοι πήγαιναν ως φιλοξενούμενοι σε άλλα σπίτια. Αυτά οι άνθρωποι τα ονομάζουν «καλή τύχη» και φαινόταν ότι τίποτε στο ανδρόγυνο αυτό, τον Ανδρέα και την Ξένια, δεν θα έδινε τέλος σ’ αυτή τους τη χαρά. Αλλά ξαφνικά ένα φοβερό χτύπημα, σαν κεραυνός εν αιθρία, ο αναπάντεχος θάνατος του αγαπημένου συζύγου, κεραυνοβόλησε την Ξένια Γκριγκόριεβνα. στα είκοσι έξι της χρόνια, ένα βράδυ σε ένα χορό ο άντρας της ενώ έπινε με τους φίλους τους, ξαφνικά έπεσε κάτω νεκρός. Αυτό φυσικά ήταν πολύ οδυνηρό για την Ξένια. Ο Αντρέας, δεν είχε ποτέ εξομολογηθεί και λάβει Θεία Κοινωνία έως πριν πεθάνει, και εκείνη ανησυχούσε τρομερά για την ψυχή του.

Σύντομα μετά την ταφή του, η Οσία Ξένια εξαφανίστηκε από την Αγία Πετρούπολη για οκτώ χρόνια. Πιστεύεται ότι αυτό το χρονικό διάστημα το πέρασε σε ένα ερημητήριο ή σε ένα μοναστήρι, μαθαίνοντας το δρόμο της πνευματικής ζωής. Ο πρώην Αρχιεπίσκοπος Ανδρέας είχε αξιόπιστη πληροφορία ότι η μακαρία Ξένια για την πνευματική της τελείωση δαπάνησε αυτά τα χρόνια μεταξύ των Στάρετς προετοιμάζοντας τον εαυτό της για τον δύσκολο αγώνα των διά Χριστόν σαλών και ήταν κάτω από την πνευματική τους καθοδήγηση.

Πού ήταν οι Στάρετς; Ίσως ήταν στο Hermitage ή σ’ ένα από τα μοναστήρια που αυτόν τον καιρό είχαν Στάρετς, μαθητές του Παϊσίου Βελιτσκόφσκυ. Ύστερα από οχτώ χρόνια πάλι ξαναγύρισε στην πατρίδα της, την αγία Πετρούπολη, και δεν την ξανάφησε στα άλλα τριάντα επτά χρόνια της ζωής της σ’ αυτόν τον κόσμο.

Όταν επέστρεψε στην Αγία Πετρούπολη, χάρισε τα υπάρχοντά της - το σπίτι της, τα χρήματά της, τα όμορφα ρούχα της. Κατά πρώτον άρχισε να βεβαιώνει σε όλους όσους την περιτριγύριζαν ότι ο σύζυγός της δεν πέθανε, αλλά ότι πέθανε αυτή. Φόρεσε τα ρούχα του νεκρού συζύγου της και άρχισε να ονομάζει τον εαυτό της Ανδρέα Φεοντόροβιτς. Οι συγγενείς της την θεώρησαν περισσότερο για παράφρονα, όταν αυτή άρχισε να μοιράζει την περιουσία της πιο φτωχούς και όταν έδωσε το σπίτι της στην Παρασκευή Ατόνοβα. Οι ενδιαφερόμενοι για την περιουσία της συγγενείς της στράφηκαν στις αρχές και ζήτησαν από αυτές να λάβουν μέτρα εναντίον μιας τέτοιας διάθεσης της κληρονομιάς της από αυτήν. Μετά από αυτήν την αναφορά των συγγενών οι αρχές την κάλεσαν και αφού συζήτησαν μαζί της, συμπέραναν ότι ήταν πολύ καλά στα λογικά της και είχε επομένως κάθε δικαίωμα να κάνει ότι ήθελε την περιουσία της. (σημειώνεται το συμβάν: οι συγγενείς της Ξένιας την πήγαν στο δικαστήριο αλλά ο δικαστής βρήκε ότι έχει καλό και γερό νου όσο αυτή συνέχιζε να βοηθά τους φτωχούς.) Αλλά στην Ορθόδοξη Εκκλησία έχουμε ένα όνομα για τους αγίους ανθρώπους που οι άλλοι πιθανόν να νομίζουν ότι είναι τρελοί. Εμείς τους ονομάζουμε «Διά Χριστού σαλούς». Αυτοί συχνά δεν είναι τρελοί, αλλά προσποιούνται ότι είναι, για να μπορούν να κρύψουν τα πνευματικά τους χαρίσματα.

Τί συνέβηκε πράγματι με την Ξένη Γκριγκόριεβνα; Ασφαλώς συνέβηκε μέσα της μια πλήρης πνευματική αντιστροφή, που, κατά τα ίδια της τα λόγια, η Ξένη Γκριγκόριεβνα Πέτροβα είχε πεθάνει!... Βάζοντας τα ρούχα του συζύγου της και παίρνοντας το όνομά του ήταν, κατά τη γνώμη της, σαν να παρατεινόταν η δική του ζωή στο πρόσωπό της για να συγχωρηθούν οι αμαρτίες του με τη δική της αφιερωμένη στο Θεό ζωή. Τώρα αυτή παρουσίαζε τον εαυτό της στον κόσμο με την δύσκολη υπηρεσία του Θεού ως «κατά Χριστόν τρελή».

Ο άγιος Ιωάννης της Κροστάνδης λέγει: «Υπάρχει μια αληθινή, πραγματική ζωή και μια φαινομενική, ψεύτικη ζωή. το να ζεις για να τρως, να πίνεις, να ντύνεσαι, για να απολαμβάνεις και να γίνεσαι πλούσιος, το να ζεις γενικά για εγκόσμιες χαρές και φροντίδες, αυτό είναι μια φαντασία. το να ζεις όμως για να ευχαριστείς τον Θεό και τους άλλους, για να προσεύχεσαι και να εργάζεσαι με κάθε τρόπο για την σωτηρία των ψυχών τους, αυτή είναι πραγματική ζωή! Ο πρώτος τρόπος ζωής είναι ακατάπαυστος πνευματικός θάνατος. Ο δεύτερος είναι ακατάπαυστη ζωή του πνεύματος». (Άγιος Ιωάννης της Κροστάνδης, Περί της εγκοσμίου ζωής).

Από αυτό βλέπουμε ότι το «χτύπημα» που «χτύπησε» την δούλη του Θεού Ξένια ήταν μια ώθηση από την μη πραγματική ζωή στην ζωή του Πνεύματος.

Η μακαρία Ξένια, που ήταν πλούσια πρώτα έζησε τώρα μια φτωχική, πολύ φτωχική ζωή. Ζούσε χωρίς σπίτι, περιπλανώμενη πιο δρόμους της πόλης εμπαιζόμενη και κακομεταχειριζόμενη από πολλούς. Η μόνη τροφή της ερχόταν από γεύματα που μερικές φορές δεχόταν από εκείνους που γνώριζε. Το βράδυ αποσυρόταν σε έναν αγρό έξω από την πόλη και εκεί γονατιστή προσευχόταν ως το πρωί. Δεν είχε πραγματικά που να κλίνη την κεφαλή της. Για σκέπη της είχε τον μελαγχολικό βροχερό ουρανό της αγίας Πετρούπολης, ενώ για κρεβάτι της είχε το υγρό γυμνό έδαφος. Περνούσε τις νύχτες της προσευχόμενη γονατισμένη στο γυμνό έδαφος των χωραφιών. Αυτό το μαρτυρούσαν η αστυνομία και οι κάτοικοι, που την ανακάλυψαν, γιατί είχαν την περιέργεια να μάθουν που εξαφανιζόταν τις νύχτες. Κάποτε κάποιος αστυνομικός την παρακολούθησε και την είδε να κλίνη τα γόνατά της σ’ ένα ανοιχτό χωράφι και να προσεύχεται. Άρχισε να προσεύχεται από το βράδυ και δεν σηκώθηκε μέχρι το πρωί. Κατά τη διάρκεια των προσευχών της έκανε μετάνοιες σε όλες τις διευθύνσεις προσευχόμενη για όλους τους ορθόδοξους χριστιανούς.

Κατά την ημέρα συνήθως γύριζε γύρω στους δρόμους της Αγίας Πετρούπολης. Τα κουρελιασμένα ρούχα της δύσκολα την σκέπαζαν - μια κόκκινη φούστα και το στρατιωτικό σακάκι του άντρα της. Στα πόδια της είχε χαλασμένα παπούτσια και γύρω από το κεφάλι της είχε δεμένο ένα παλιό μαντήλι. Ακόμα και κατά τον βαρύ χειμώνα δεν φορούσε ζεστά ρούχα και παπούτσια, αν και η καλοσύνη του λαού της πρόσφερε πολλά απ αυτά. Σε όλες τις περιόδους του έτους την έβλεπαν ντυμένη στα ίδια κουρέλια. Το κρύο στην αγία Πετρούπολη ήταν δυνατό και διαπερνούσε τα κόκαλα. Αλλά η Χάρη του Αγίου Πνεύματος, που χύνεται με αφθονία πιο αγίους του Θεού, τους έκανε να νικούν τους νόμους της φύσεως. Αυτή η Χάρη του Αγίου Πνεύματος έδινε ζεστασιά και δύναμη στη μακαρία Ξένη.

Πολλοί αγαπούσαν αυτήν την ήσυχη, την ήρεμη, την ταπεινή και την ευγενική δούλη του Θεού Ξένια. Αρκετοί την λυπόντουσαν και της έδιναν ελεημοσύνη, αλλά αυτή δεν την έπαιρνε. Εάν δεχόταν κανένα μικρό κέρμα, αμέσως το έδινε σε κάποιον φτωχό ζητιάνο. Δεχόταν ελεημοσύνη από φιλεύσπλαχνους ανθρώπους, αλλά αμέσως τα χάριζε στους φτωχούς, κάνοντας καλό στους ανθρώπους στο όνομά του Αντρέα, έτσι ώστε αν η ψυχή του υπέφερε από τις αμαρτίες του τις οποίες δεν είχε μετανοήσει, οι πράξεις της και οι προσευχές της θα τον βοηθούσαν. (Οι Χριστιανοί συχνά δίνουν χρήματα ή προσεύχονται για τις ψυχές των κεκοιμημένων. Αυτό λέγεται ελεημοσύνη αλλά δεν είναι τόσο σύνηθες να εγκαταλείπει κάποιος όλη του τη ζωή για ένα άνθρωπο, όπως ακριβώς έπραξε η Ξένια). Το ενδιαφέρον είναι ότι κάνοντας καλές πράξεις και προσφέροντας προσευχές για τους άλλους, πλησιάζεις πολύ το Θεό, και αυτό συνέβηκε και με την Ξένια. Προσευχόταν τόσο πολύ για τον άντρα της και αυτό την έκανε Αγία!

Ο Κύριος είχε δώσει στην Ξένια πολλά πνευματικά δώρα και αυτή άρχισε να κάνει περίεργα πράγματα όπως περπατούσε ξυπόλυτη στο χιόνι και φορούσε ασυνήθιστα ρούχα έτσι ώστε οι άνθρωποι να μην νομίσουν ότι εκείνη είναι κάτι το εξαιρετικό. Αυτή μερικές φορές γνώριζε τί πρόκειται να συμβεί πριν αυτό συμβεί, ή αν οι άνθρωποι είχαν ένα πρόβλημα και δεν γνώριζαν τί θέλει ο Θεός να κάνουν, αυτή μπορούσε να τους το πει. Συχνά κοιτάζοντας με μια ματιά τους ανθρώπους, αυτή ήξερε αν αυτοί έλεγαν την αλήθεια ή όχι.

Σιγά σιγά, οι άνθρωποι της πόλης παρατήρησαν τα σημάδια αγιότητας που ήταν το υπόστρωμα της φαινομενικά διαταραγμένης της ζωής: παρουσίαζε το χάρισμα της προφητείας και η όλη παρουσία της σχεδόν πάντα επιβεβαίωνε την ευλογία της. Το Συναξάρι λέει:

«Η ευλογία του Θεού φαινόταν να τη συνοδεύει οπουδήποτε εκείνη πήγαινε: όταν έμπαινε σε ένα μαγαζί οι εισπράξεις της ημέρας αυξάνονταν σημαντικά. Οι έμποροι την παρακαλούσαν να πάρει κάτι ως δώρο ή τουλάχιστον να μπει στο κατάστημά τους. Ήξεραν ότι εκείνη τη μέρα οι δουλειές τους θα πήγαιναν πολύ καλά και τα κέρδη τους θα ήταν πολλά. Όταν περπατούσε στον δρόμο, από όλες τις μεριές, από όλα τα αμάξια που περνούσαν άκουγε να φωνάζουν: «Ανδρέα Φεοντόροβιτς, σταματά. Θέλω να σε πάρω στο αμάξι μου έστω και για λίγα βήματα». Και όταν έμπαινε σε κάποιο αυτοκίνητο, το εισόδημα του αυτοκινήτου αυτού την ημέρα εκείνη ήταν πολύ μεγάλο. Η μακαρία Ξένη προτιμούσε να κάθεται σε αυτοκίνητα ανθρώπων που είχαν ανάγκη βοηθείας. Εάν μιλούσε με κανέναν που ήταν στενοχωρημένος, αμέσως αυτός καταπραϋνόταν και του ερχόταν μια θαυματουργική βοήθεια. Όταν αγκάλιαζε ένα άρρωστο παιδί, αμέσως αυτό γινόταν καλά. Η πολύ και μακροχρόνια συμπόνια της, άνοιξε το δρόμο του σεβασμού και της ευλάβειας προς το πρόσωπό της και οι άνθρωποι γενικά έφτασαν να την θεωρούν ως το φύλακα άγγελο της πόλης».

Κάποτε, το έτος 1764 μ.Χ., ταράχτηκε πολύ και ξέσπαγε κάθε μέρα σε δάκρυα. Οι άνθρωποι την ρωτούσαν την αιτία που κλαίει και αυτή απαντούσε: «Αίμα, αίμα, αυλάκι από αίμα!». Τότε όλοι ήταν ανήσυχοι για το τί άραγε θα συνέβαινε. Αλλά τρείς εβδομάδες αργότερα οι πολίτες της αγίας Πετρούπολης έμαθαν τί σήμαιναν τα λόγια της. Από την ρωσική ιστορία γνωρίζουμε ότι η προσπάθεια του αξιωματικού Μίροβιτς να ελευθερώσει τον αιχμάλωτο βασιλέα Ιβάν Αντώνοβιτς, που ήταν φυλακισμένος στο φρούριο Schlusselburg, απέτυχε και ο Ιβάν Αντώνοβιτς φονεύθηκε.

Στις 24 Δεκεμβρίου 1761 μ.Χ., την παραμονή της Γεννήσεως του Χριστού, η μακαρία Ξένη περιερχόταν τους δρόμους της πρωτεύουσας και έλεγε στον καθένα να κάνη τηγανίτες. την επομένη μέρα ακούστηκε το φοβερό νέο: η αυτοκράτειρα Ελισάβετ Πέτροβα πέθανε ξαφνικά. Οι τηγανίτες θα ήταν για την αγρυπνία, που η προικισμένη με το προορατικό χάρισμα οσία Ξένη προφήτευσε. Τέτοιες περιπτώσεις που εκδηλωνόταν το προορατικό χάρισμά της και περιπτώσεις βοηθειών που πρόσφερε στον λαό με το χάρισμά της αυτό, έχουμε πολλές.

Μερικές φορές, όταν οι Χριστιανοί κάνουν καλές πράξεις, τις κάνουν κρυφά ώστε μόνο ο Θεός να βλέπει. Αυτό γιατί ο Κύριος είπε : «Μην αφήνεις να γνωρίζει η αριστερά σου χείρ τί ποιεί η δεξιά σου» και, «Κάνε τις καλές σου πράξεις μυστικά ώστε ο Πατέρας που σε βλέπει μυστικά να σε ανταμείψει φανερά». Αυτό είναι που αντιπροσωπεύει την εικόνας της Αγίας Ξένιας. Πριν πολλά χρόνια, όταν οι άνθρωποι της Αγίας Πετρούπολης έχτιζαν μια εκκλησία στο κοιμητήριό του Smolensk, η Αγία Ξένια συνήθιζε να πηγαίνει κατευθείαν το βράδυ και να κουβαλάει βαριούς πλίνθους οι οποίοι χρειάζονταν την επόμενη μέρα για το χτίσιμο της στέγης της εκκλησίας. Όταν οι τεχνίτες έρχονταν κάθε πρωί, έβρισκαν το σκληρότερο μέρος της δουλειάς τους ήδη τελειωμένο και αυτοί αναρωτιόνταν ποιός να ήταν που έκανε αυτή την ευγενική πράξη. Τελικά, δυο απ αυτούς αποφάσισαν να περάσουν το βράδυ τους στο κοιμητήριο. Περίμεναν και περίμεναν, και όταν έγινε σκοτάδι, η Αγία Ξένια εμφανίστηκε. Όλο το βράδυ, την παρακολουθούσαν να ανεβαίνει και να κατεβαίνει με τα τούβλα της, τους τοίχους της μισοτελειωμένης εκκλησίας.

Η εκκλησία που η Αγία Ξένια βοήθησε στο χτίσιμο είναι ακόμη στο κοιμητήριό του Smolensk και δίπλα της υπάρχει ένα μικροσκοπικό παρεκκλήσιο στο οποίο έχει ταφή. Προσκυνητές από όλη τη Ρωσία ακόμη έρχονται εκεί να προσευχηθούν και να ζητήσουν να τους βοηθήσει. Κατά τη διάρκεια των φρικτά δύσκολων χρόνων στη Ρωσία, όταν οι εκκλησίες ήταν κλειστές λόγω του ότι ο Κομουνισμός δεν ήθελε οι άνθρωποι να λατρεύουν το Θεό, προσκυνητές έρχονταν κρυφά στην Αγία Ξένια. Η πόρτα του παρεκκλησίου ήταν κλειδωμένη και δεν μπορούσαν να μπουν μέσα, έγραφαν τις προσευχές τους σε μικρά χαρτάκια και τα άφηναν μέσα στις ρωγμές των τοίχων. Στον Κομουνισμό δεν άρεσε αυτό καθόλου, αλλά σύντομα κατάλαβαν ότι είναι αδύνατον να σταματήσουν τους Χριστιανούς να αγαπάνε τους Αγίους, ή να σταματήσουν οι Άγιοι να τους βοηθούν!

Σαράντα πέντε χρόνια μετά το θάνατο του άντρα της, η Αγία Ξένια αναπαύθηκε εν ειρήνη, στην ηλικία των εβδομήντα ενός ετών, κάπου στα 1800 μ.Χ. Υποθέτουν ότι αναπαύθηκε μεταξύ των ετών 1806 μ.Χ. και 1814 μ.Χ. Δεν υπάρχει ακριβής πληροφορία σχετικά με αυτόν τον χρόνο και είναι αδύνατο να καθορίσουμε ακριβώς την χρονολογία του θανάτου της. Γνωρίζοντας την αγάπη και τον σεβασμό με τον οποίο την περιέβαλε ο κόσμος μπορούμε να υποθέσουμε με βεβαιότητα ότι η κηδεία της είχε μεγάλη επισημότητα και ότι πολύς κόσμος θα συγκεντρώθηκε, για να της δώσει τον τελευταίο χαιρετισμό.

Ο τάφος της, αμέσως, έγινε τόπος προσκυνήματος: έτσι πολλοί προσκυνητές έπαιρναν χώμα από τον τάφο της ως ευλογία και νέο χώμα έπρεπε να τροφοδοτείται τακτικά. Τελικά τοποθετήθηκε επάνω στον τάφο της μιά πλάκα από γρανίτη με την επιγραφή: «Εις το όνομα του Πατρός, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Εδώ αναπαύεται το σώμα της δούλης του Θεού, Ξένης Γκριγκόριεβνα, γυναικός του αυτοκρατορικού πρωτοψάλτη, συνταγματάρχου Ανδρέα Φεοντόροβιτς Πετρώφ. Χήρα σε ηλικία 26 ετών, μία προσκυνήτρια για 45 χρόνια, έζησε 71 χρόνια. Ήταν γνωστή με το όνομα Ανδρέα Φεοντόροβιτς».

Αυτά γράφονται στο λακωνικό επιτύμβιο πάνω στον τάφο της μακαρίας Ξένης, γραμμένα από ένα άγνωστο πρόσωπο.

Όμως και αυτή η πλάκα επίσης βαθμιαία χαράσσονταν και φθείρονταν από τους πιστούς. Έπειτα χτίστηκε στον τάφο της ένα εκκλησάκι με τις προσφορές των πιστών. Πολλοί πιστοί άρχισαν να γράφουν πιο τοίχους του ναϋδρίου διάφορα αιτήματα, ώστε αναγκάστηκαν να τον χρωματίσουν. Οι ιερείς έκαναν παννυχίδες στο ναό από νωρίς το βράδυ μέχρι αργά το πρωί.

Τα χέρια των αθεϊστών δεν σεβάστηκαν τον τόπο της αναπαύσεως της αγίας. Γι’ αυτό τα παράθυρα ήταν κλειστά με σανίδες και η είσοδος ήταν κλειστή, αλλά ο δρόμος προς το νεκροταφείο Σμόλενσκ ήταν πάντοτε ανοιχτός. Νέοι και γέροι πήγαιναν στο παρεκκλήσιο, ψιθύριζαν τα αιτήματά τους για βοήθεια και έσκυβαν στο έδαφος κοντά στον τάφο.

Και η μακαρία Ξένη τους βοηθούσε όλους.

Θαύματα, θεραπείες και εμφανίσεις της Αγίας Ξένιας συμβαίνουν και σήμερα σε εκείνους που επισκέπτονται τον τάφο της ή που απλά ζητάνε τις πρεσβείες της. Ο Θεός θεραπεύει πολλούς ανθρώπους από ασθένειες και πάθη μέσω των πρεσβειών της Αγίας Ξένιας. Αυτή τους βοηθά να βρουν δουλειά, σπίτι ή σύζυγο (όλα αυτά για τα οποία εκείνη απαρνήθηκε στην δική της ζωή). Η Αγία Ξένια δεν είχε σπίτι και έτσι γνωρίζει πόσο σκληρό είναι να έχεις ανάγκη ένα σπίτι και να ζεις άστεγος. στην εκκλησία την ημέρα της γιορτής της την καλούμε «άστεγη περιπλανώμενη», γιατί εγκατέλειψε νωρίς το σπίτι της για τον παράδεισο.

Πρόσφατα μια γυναίκα στην Αγγλία, νεοφώτιστη στην ορθοδοξία, έψαχνε να βρει σπίτι κοντά σε εκκλησία για να μπορεί να παρακολουθεί καθημερινά τη Θεία Λειτουργία. Αυτή και ο πνευματικός της προσευχήθηκαν στην Αγία Ξένια και ώ του θαύματος σε λίγες μέρες η γυναίκα αυτή βρήκε ένα διαμέρισμα σε ένα σπίτι ακριβώς δίπλα από την εκκλησία! Θαυμαστός ο Θεός εν τοις Αγίοις Αυτού!

Ένα ευσεβή έθιμο είναι η προσφορά Τρισάγιου υπέρ αναπαύσεως του συζύγου της Αντρέα, για τον οποίο εκείνη προσευχόταν πυρετωδώς έως το τέλος της ζωής της.

Η Αγία Ξένια δοξάστηκε επίσημα πρώτα από την ορθόδοξη εκκλησία της Ρωσίας έξω από την Ρωσία, το 1978 μ.Χ. και μετέπειτα το 1988 μ.Χ. από το Πατριαρχείο της Μόσχας. Κάθε χρόνο η μνήμη της εορτάζεται στις 24 Ιανουαρίου.

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος πλ. δ’.
Σ’ ἐσένα, ὢ περιπλαμένη ξένη, Χριστὸς ὁ Κύριος μας ἔδωσε μιὰ διακαὴ μεσίτρια γιὰ ὅλους μας. Ἔχοντας λάβει στὴ ζωή σου βάσανα καὶ θλίψη , καὶ ὑπηρετώντας τὸ Θεὸ καὶ τοὺς ἀνθρώπους μὲ ἀγάπη, ἐσὺ ἀπέκτησες μεγάλη παρρησία στὸ Θεό. Δὶ’ αὐτό, σπεύδουμε θερμὰ σ’ ἐσένα στοὺς πειρασμοὺς καὶ τὴ θλίψη, κραυγάζοντας ἐκ βάθους ψυχῆς : Μὴν ἐγκαταλείψεις τὴν ἐλπίδα μας στὴν καταισχύνη, ὢ εὐλογημένη Ξένια.

Κοντάκιον
Ἦχος γ’.
Περιπλανώμενη ξένη σὲ μιὰ ξένη γῆ, ἀναστενάζοντας πάντα γιὰ τὴ οὐράνια πατρίδα γνωστὴ ὡς σαλὴ καὶ ἄπιστη ἀλλὰ γιὰ τοὺς πιστοὺς πολὺ σοφὴ καὶ ἱερὴ , στεφανωμένη ἀπὸ τὸ Θεὸ μὲ δόξα καὶ τιμή. Ὢ Ξένια, γενναία στὸ μυαλὸ καὶ θεϊκὰ σοφή. Δι’αυτό, κραυγάζουμε σὲ σένα «Χαῖρε ἐσὺ ποὺ μετὰ τὴ γήινη περιπλάνησή σου ἦρθες καὶ κατοικεῖς στὸ οἶκο τοῦ Θεοῦ».



*** *** *** ***



+ 24 January

Presumably, in her early years, she led an ordinary, though comfortable life, performing no services that merited recording or recognition. It would seem that she was happily married and completely devoted to her husband who was, perhaps, a bit worldly. He was still young and in good health when he died suddenly one night at a drinking party.

The unexpected death of her beloved husband completely shattered Xenia Grigorievna and her personal world. She was twenty-six years old, childless and her husband to whom she was passionately devoted had suddenly died without the benefit of the Holy Mysteries. The distraught widow looked around herself, at all her possessions, at her inane little world and suddenly began to realize the vanity and transitory nature of all earthly joys and treasures. She came to realize that there is true value only in heavenly treasures and real joy in Christ.

To the utter amazement of her friends and relatives, Xenia Grigorievna began to give away literally all that she possessed. Her money and personal belongings she gave to the poor and she even gave away her house to her dear friend Paraskeva Antonova.

Finally, her relatives decided that she had taken complete leave of her senses and they petitioned the trustees of her late husband’s estate to prevent Xenia from disposing of her wealth, on the grounds that she was mentally unbalanced due to her husband’s death. The trustees called Xenia in and, after a long and careful examination, ruled that she was perfectly sound of mind and had every right to dispose of her property as she pleased.

People preoccupied with worldly matters would naturally assume that anyone who gave away his wealth must be insane. They were incapable of seeing that Xenia had undergone a complete rebirth; she was changed from a worldly woman into a spiritual being. Having realized that there can be no true happiness on earth and that worldly possessions are only a hindrance to the attaining of true joy in God,

Having, therefore, relieved herself of all such hindrances, Xenia suddenly vanished from St. Petersburg for eight years. It is said that during these years she lived at some hermitage with a sisterhood of holy ascetics, learning about prayer and the spiritual life from an elder. It was during this time that she was called to the highest feat of spiritual perfection, that of being a fool for Christ’s sake. To this end, she returned to St. Petersburg, clothed herself in one of her late husband’s old uniforms and linens and thereafter refused to respond the name of Xenia Grigorievna, answering instead only to the name of her late husband, Andrei Feodorovich. It was as if she, in her deep devotion to her husband, had hoped in some way to take upon herself the burden of his unrepented sins and of his unfortunate demise without the Holy Mysteries. Sorrowing for her own sins and for his, she left her home and began her long pilgrimage of wandering through the streets of the poorer district of St. Petersburg known as the Petersburg Borough (Peterburgskaya Storona). She was most often to be found in the vicinity of the parish of Saint Matthias where the poorest people lived in shabby huts.

At first, the people of the Borough thought that this strangely dressed, scarcely shod woman was merely a simple minded beggar, and evil people, especially the street urchins, would often persecute and laugh at her. With complete meekness, however, she kept before her the image of the guiltless Great Sufferer, Christ Jesus, who, without a murmur, heard all accusations, bore all persecutions, suffered terrible torture and crucifixion. Because of His example, the Blessed One strove to bear her hardships meekly and in silence, forgiving offenses in accordance with the last earthly prayer of Jesus, "Father, forgive them, for they know not what they do."

Only once did the people of the Petersburg Borough see her in anger. The street boys, seeing the ragged old woman, began as usual to laugh at and torment her. The Blessed One ordinarily bore all this without murmur. On this occasion, however, the boys did not content themselves with verbal abuse, but seeing that she did not take notice of their mocking, they began to throw mud and rocks at her. At last they exhausted even the patience of Blessed Xenia and she flew at them, waving her cane in the air. The residents of the Borough were so startled at seeing the Blessed One in such anger that they took immediate steps to prevent any further offenses toward her. As our Lord Jesus Christ had said, "A candle is not bought to be hidden under a basket... but to be placed on a candle stand."

So it was with God pleasing Xenia. Gradually, people began to realize that Xenia was no mere beggar but someone much more. They began to invite her into their homes and offer her warm clothing for the severe Petersburg winters as well as alms. She would never accept the clothing and took only the small copper pennies, which were called the king on horseback because there was a horseman (actually, St.George) struck on them.

She would distribute these copper pennies to the poor, at times, apparently, with some prophecy. On one such occasion Xenia met a devout woman on the street. Handing her a five kopeck coin, she said, "Take this five piece, here is the king on horseback; it will be extinguished." The woman accepted the copper five piece and went on her way pondering the meaning of the Blessed One’s words. No sooner had she entered the street where she lived than she saw that her house was on fire. Running toward her home, she arrived just as the flames were being quenched. Then she realized that the Blessed One had been foretelling this with her strange words.

On one occasion Paraskeva Antonova was sitting in the home which the Blessed One had given her, when Xenia arrived for a visit. Entering the house, she looked irritably at Antonova and said, "Here you are sitting and sewing buttons and you don’t know that God has given you a son! Go at once to the Smolensk Cemetery!" Antonova, knowing Xenia to be truly saintly and knowing that no idle word came from her lips, did not even question this strange command but believed at once that something extraordinary was about to happen and she immediately hurried to the Smolensk Cemetery.

On one of the streets of Vasiliev Island near the cemetery, Antonova saw a large crowd of people. Being curious, she approached the crowd to see what was taking place. It seems that a coachman had knocked down a pregnant woman who then give birth to a child right there on the street and died immediately afterwards. Filled with compassion for the child, Antonova took it to her own home. All the efforts of the St. Petersburg police to discover the identity of the mother or locate the father or relatives of the tiny orphan proved in vain and so the child remained with Paraskeva Antonova. She provided him with a good upbringing and a sound education, loving him as her own son. Eventually the boy became an eminent functionary and lovingly cared for his foster mother in her old age. He also revered, with sincere piety, the memory of the Servant of God, Xenia who had shown much kindness to his foster mother and who had taken such a hand in his own fate.

Among the friends of Blessed Xenia there was a widow, Mrs. Golubev, and her seventeen-year- old daughter who was noted for her beauty. Xenia like this girl very much because of her meek, quiet character and her kind heart. Once Xenia came to visit them and the girl began to make coffee. "My beauty, -- said Xenia, turning to the girl, -- here you are making coffee and your husband is burying his wife in Okhta. Run there quickly!"

The girl was shocked. "My what?! I don’t have a husband... and burying his wife!". "Go!" -- Xenia answered sternly, not liking any kind of objection. The Golubevs, knowing well that the Blessed One never said anything without a reason, immediately obeyed her command and set out for Okhta. Here they saw that a funeral procession was headed for the cemetery and they joined in with the crowd of mourners. A young woman, the wife of a doctor, had died in childbirth and was being buried.

The Liturgy was celebrated, then the funeral service, after which the Golubevs followed as the coffin was carried to the grave. The funeral had ended and the people began to leave; however, they chanced upon the sobbing young widower who, at the sight of the grave mound over the remains of his beloved wife, lost consciousness and fell to the ground near the Golubevs. Both mother and daughter strove to bring him back to consciousness and to comfort him. They became acquainted and, eventually, the young Golubeva became the wife of the doctor.

God’s gift of clairvoyance does not always deliver good news. Sometimes it is used to hint at the approaching illness or death of someone in order that they might prepare themselves for their fate. Such was the case when the God pleasing ascetic arrived to other guests in the Krapivin home at the time and they all stood and greeted the Blessed One warmly. Xenia conversed with them for a while and then rose to leave, thanking the hostess for her hospitality. As she was departing, however, she turned to Krapivina saying: "Here is green krapiva (nettle) but soon it will be wilted."

Whether or not Mrs. Krapivina understood these words is not known for certain, but other guests did not attach any special significance to them. Much to everyone’s amazement, though, Mrs. Krapivina, who was still young and in good health, suddenly became ill and died. Only then did the guests understand that the words, "Here is green krapiva (nettle) but soon it will be wilted," foretold the death of Mrs. Krapivin. Seeing in Xenia this gift of clairvoyance and her meek and humble way of life, people began to realize that she was a true fool for Christ’s sake. Many residents of the Borough were sincerely happy to receive her in their homes and it was noticed that some sort of blessed peace and happiness always settled over any home that received her with sincerity. Mothers found that if the Blessed One fondled or rocked an ill child in its cradle, the child would always become well. So parents would hurry to Blessed Xenia with their children whenever she approached, convinced that if she blessed them, or even patted them on the head, they would remain healthy.

People gradually began to accept her strange behavior as some sort of sign from God and often, her behavior would be strange indeed. Two days before the Feast of the Nativity of Christ, in 1761, for example, Blessed Xenia ran anxiously along the cold and snow filled streets of the Petersburg Borough, loudly crying out: "Bake bliny (pancakes), bake bliny, soon all of Russia will be baking bliny!" As usual, no one could figure out the meaning of these strange words of the Blessed One, but on the day of the Feast, the Empress Elisabeth Petrovna reposed suddenly. When the terrible news spread through the city, it became clear to all that the Servant of God had been foretelling the death of the Empress.

Occasionally, Xenia would drop in to visit some friend or acquaintance, converse for a while, and then suddenly fall silent, as if listening to something. All at once, she would leap up and leave quickly. If the hostess asked why she was leaving and where she was going, the Blessed One would only wave her stick in the air and say, "I must hurry, I am needed there."

She possessed absolutely nothing except the rags on her back and often, upon arriving at the home of a friend, she would cheerfully announce, "Here is all of me." For a long time no one knew where the Blessed One spent her nights. The residents of the Borough were not the only ones to wonder about this, for the local police were also curious about the matter. Upon investigating they discovered that the elderly little woman spent her nights in an open field, praying and making prostrations in all four directions, and she did this no matter what the season or weather. It was a miracle of God that the Blessed One survived the severe St. Petersburg winters in this way. It happened at times that her nights would be spent in some other task. On one occasion in 1794, toward the end of Xenia’s long life, a new church was being built in the Smolensk Cemetery. Workers began to notice that, during the night, someone would haul mounds of brick to the top of the building where they were needed. The workers were amazed by this and resolved to find out who this tireless worker could be. By posting a watchman they were able to discover that it was the Servant of God, Xenia.

"It was necessary, -- says one writer, -- for her to possess either some super human power or to carry within herself such a strong spiritual fire, such a deep, undoubting faith with which the impossible becomes possible. When one considers God’s great saints, however, who performed such wondrous miracles by their faith, wonders incomprehensible to the human mind, we cannot consider the Blessed One’s ascetic feats as unprecedented or impossible for a person in the flesh. Xenia truly bore that faith with which all things are possible. While still living in her body, her soul always soared above this world, dwelling in a living, direct communion with God."

The Blessed One was always ready to help anyone in anyway possible. During the day she would wander about the streets, her face reflecting her internal spirit of meekness, humility and kindness by its warm, friendly glow. At night, in all seasons, she would go into a field and enter into conversation with God Himself. Finally the time came when Xenia was no longer to be found in the streets of the Petersburg Borough nor in the field; her radiant face shone no more amidst the rude shacks of the St. Matthias parish. God called His servant to rest from all her struggles and took her to Himself. Xenia was one of those candles which God lights on earth from time to time in order to light up the path of salvation for the faithful, as the Savior Himself had said, "Let your light so shine before men that they may see your good works and glorify your Father Which is in Heaven" and "If, therefore, your entire body is full of light, no part of it being in darkness, then the whole of it shall be full of radiance as when the bright shining of a candle gives off its light."







Πηγή / source: lydiagourioti-iconography.blogspot.de

Disqus

Days Remaining:
Hours Remaining:
Minutes Remaining:
Seconds Remaining:
Blogger Wordpress Gadgets