Αρχική Καρτέλα 1 Καρτέλα 2 Καρτέλα 3 Καρτέλα 4 Καρτέλα 5
Τελευταία νέα
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φιλοσοφία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φιλοσοφία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 18 Ιουλίου 2013

Διανοούμενοι απ' όλον τον πλανήτη στην Αθήνα

Διανοούμενοι απ’ όλο τον πλανήτη, ανάμεσά τους ο Έκο και ο Χάμπερμας, ετοιμάζονται για την άφιξή τους στην αυγουστιάτικη Αθήνα. 


Η σκέψη τους ταξιδεύει ήδη στους τόπους που θα τους επιτρέψουν να βρεθούν πνευματικά στο αρχαίο ελληνικό παρελθόν: στην Ακαδημία του Πλάτωνος, στην Πνύκα, το λίκνο της Αθηναϊκής Δημοκρατίας, στο Λύκειο του Αριστοτέλη και στην Αγία Φωτεινή Ιλισού, όπου έλαβε χώρα ο διάλογος του Πλάτωνος «Φαίδρος». Εκεί, ο Σωκράτης, για χάρη του έρωτα, ταξίδεψε με το άρμα της αμφίθυμης ψυχής στα πέρατα του Σύμπαντος. Στην Ελλάδα της κρίσης, θα φιλοξενηθεί για πρώτη φορά το Παγκόσμιο Συνέδριο Φιλοσοφίας, 4-10 Αυγούστου, κι ενώ συμπληρώνονται 2.400 χρόνια από την ίδρυση και λειτουργία της Ακαδημίας του Πλάτωνος. Μεταξύ των συνέδρων συγκαταλέγονται κορυφαίες πνευματικές και φιλοσοφικές προσωπικότητες του κόσμου, όπως ο Γίργκεν Χάμπερμας, ο Ουμπέρτο Εκο, ο Αλέξανδρος Νεχαμάς, ο Μπιλ Μακμπράιτ, ο Τζον Μακντάουελ και πολλοί άλλοι.


2.000 σύγχρονοι θεράποντες

Σε αυτήν τη δύσκολη εποχή για τη χώρα μας, η Ελληνική Φιλοσοφική Εταιρεία έχει αναλάβει το δύσκολο έργο της διοργάνωσης ενός ιδιαίτερα απαιτητικού συνεδρίου, στο οποίο κεντρικό θέμα θα είναι η «Φιλοσοφία ως τρόπος ζωής». Πάνω από 2.000 σύγχρονοι θεράποντες της φιλοσοφίας από 105 χώρες του κόσμου θα δώσουν απαντήσεις στα προβλήματα του ανθρώπου του 21ου αιώνα και θα στείλουν μηνύματα για αξίες, θέσεις, πνευματικούς προσανατολισμούς και τη στάση των φιλοσόφων στο σύγχρονο κόσμο.

Οπως μας λέει ο πρόεδρος της Ελληνικής Φιλοσοφικής Εταιρείας και ομότιμος καθηγητής της Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, Κωνσταντίνος Βουδούρης, «από τον Μεσαίωνα η ευρωπαϊκή φιλοσοφία που κατ’ ουσίαν είναι η ναυαρχίδα στον χώρο, θεωρούσε τη φιλοσοφία ως μέθοδο έρευνας. Ηταν η στιγμή κατάλληλη να γυρίσουμε στις κρυστάλλινες πηγές της ελληνικής φιλοσοφίας. Δηλαδή να υιοθετεί κάποιος ανάλογος τρόπος ζωής σύμφωνα με τους κανόνες που διαμορφώνει η φιλοσοφία. Υπήρξε έντονη συζήτηση για να κυριαρχήσει αυτό το θέμα. Ενδεχομένως να σημαίνει και μία στροφή, καθώς γυρίζουμε προς τα πίσω για να δούμε τη φιλοσοφία με τη διπλή της όψη, τον τρόπο και τη μορφή ζωής».

«Μέσα στις σημερινές συνθήκες ζωής, στο παγκοσμιοποιημένο χωριό, τίθεται το πρόβλημα που έθεσε ο Σωκράτης. Πώς πρέπει να ζούμε; Σε όλη την αρχαία ελληνική κοινωνία, δεν ήταν η οικονομία ο βασικός παράγοντας. Θα ήταν αδιανόητο ακόμη και για επικούρειο φιλόσοφο να του πεις ότι ζεις για να αποκτάς χρήματα. Πρέπει να δούμε και να εξετάσουμε πού σφάλλουν οι οικονομικές επιλογές. Αυτό που έχει σημασία είναι το τι είναι το πρώτο, το σημαντικό; Προκύπτει ένα θέμα αξιολογήσεων των θεσμών, καθώς και των προτεραιοτήτων των κοινωνιών. Η ευδαιμονία είναι, για παράδειγμα, η απάντηση του Αριστοτέλη. Το συνέδριο αυτό θέτει πάρα πολύ σημαντικά ερωτήματα που μας απασχολούν όλους».

Η επιθυμία των φιλοσόφων να επισκεφθούν την Αθήνα και να περιπλανηθούν στα μονοπάτια της σκέψης όντας στη γενέτειρα του ορθού λόγου ήταν καθολική. Οπως εξηγεί στην «Κ» ο κ. Βουδούρης, «το συνέδριο αυτό υπάρχει από το 1900, με την πρωτοβουλία του φιλόσοφου Μπέρτραντ Ράσελ. Η πρώτη διοργάνωση έγινε στο Παρίσι και από τότε διεκόπη μόνο κατά τη διάρκεια του Α΄ και του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Μετά, το συνέδριο άρχισε να προχωρεί και να αναπτύσσεται. Η διεξαγωγή και ανάθεση γίνεται με διαδικασία παρόμοια με αυτήν των Ολυμπιακών Αγώνων. Δηλαδή, οι χώρες που μετέχουν στον ΟΗΕ και οι αντιπρόσωποι των Εθνικών Φιλοσοφικών Εταιρειών εκλέγουν σε κάθε διοργάνωση τα 40 μέλη της επόμενης διοίκησης.

Η πρώτη απόπειρα να έρθει το συνέδριο στη χώρα μας έγινε το 1960, όταν στα πράγματα ήταν ο Γ. Δρακόπουλος αλλά δεν μπορούσε να πραγματοποιηθεί και έγινε στην Ελβετία. Ούτε και το ’70 μπόρεσε να γίνει στην Ελλάδα. Και σήμερα ακόμη είναι δύσκολο να μπορέσει να διοργανωθεί, καθώς μόνο η Φιλοσοφική Σχολή θα μπορούσε να το φιλοξενήσει. Η προσπάθειά μας άρχισε να υλοποιείται το 2008 κι ενώ είχε προηγηθεί η υποβολή υποψηφιότητας το 2006. Η απόφαση ελήφθη παμψηφεί, ήταν καθολική και ομόφωνη. Ετσι ξεκινήσαμε το 2008 χωρίς κρατική χρηματοδότηση. Τα πράγματα δυσκόλεψαν σε μεγάλο βαθμό, δεν υπήρχε καμία δυνατότητα οικονομικής ενίσχυσης. Η Ελληνική Φιλοσοφική Κοινότητα αποφάσισε να προχωρήσει μπροστά, να μην κάνουμε πίσω. Να μην το δώσουμε στο Μιλάνο ή σε άλλη χώρα, καθώς μετά θα χάναμε την όποια αξιοπιστία και δεν θα ξαναδινόταν στη χώρα μας η όποια δυνατότητα».

Η επίσημη έναρξη των εργασιών του Συνεδρίου θα γίνει στο Ωδείο του Ηρώδου του Αττικού, όπου, εκτός των άλλων, θα λάβει χώρα μεγάλη μουσική εκδήλωση προς τιμήν των συνέδρων. Οι κανονικές πολυήμερες και πολυπληθείς εργασίες του Συνεδρίου, αρχής γενομένης από την Κυριακή το πρωί, θα γίνουν στους χώρους της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών στην Πανεπιστημιούπολη. Ορισμένες συνεδρίες, με βαθύ συμβολικό νόημα, θα γίνουν στον αρχαιολογικό χώρο της Ακαδημίας του Πλάτωνος, στην Πνύκα, λίκνο της Αθηναϊκής Δημοκρατίας, στο Λύκειο του Αριστοτέλη και στην Αγία Φωτεινή Ιλισού.




Πηγή: Τάσος Οικονόμου, Καθημερινή

Η φιλοσοφία επιστρέφει στην Αθήνα

Του Τάσου Οικονόμου

Συνέδριο της Ελληνικής Φιλοσοφικής Εταιρείας με τη συμμετοχή διανοουμένων από 105 χώρες. Κεντρικό θέμα θα είναι η «Φιλοσοφία ως τρόπος ζωής» και μεταξύ των συνέδρων συγκαταλέγονται ο Γίργκεν Χάμπερμας, ο Ουμπέρτο Εκο, ο Αλέξανδρος Νεχαμάς, ο Μπιλ Μακμπράιτ, ο Τζον Μακντάουελ.


Διανοούμενοι απ’ όλο τον πλανήτη, ανάμεσά τους ο Εκο και ο Χάμπερμας, ετοιμάζονται για την άφιξή τους στην αυγουστιάτικη Αθήνα. Η σκέψη τους ταξιδεύει ήδη στους τόπους που θα τους επιτρέψουν να βρεθούν πνευματικά στο αρχαίο ελληνικό παρελθόν: στην Ακαδημία του Πλάτωνος, στην Πνύκα, το λίκνο της Αθηναϊκής Δημοκρατίας, στο Λύκειο του Αριστοτέλη και στην Αγία Φωτεινή Ιλισού, όπου έλαβε χώρα ο διάλογος του Πλάτωνος «Φαίδρος». Εκεί, ο Σωκράτης, για χάρη του έρωτα, ταξίδεψε με το άρμα της αμφίθυμης ψυχής στα πέρατα του Σύμπαντος. Στην Ελλάδα της κρίσης, θα φιλοξενηθεί για πρώτη φορά το Παγκόσμιο Συνέδριο Φιλοσοφίας, 4-10 Αυγούστου, κι ενώ συμπληρώνονται 2.400 χρόνια από την ίδρυση και λειτουργία της Ακαδημίας του Πλάτωνος. Μεταξύ των συνέδρων συγκαταλέγονται κορυφαίες πνευματικές και φιλοσοφικές προσωπικότητες του κόσμου, όπως ο Γίργκεν Χάμπερμας, ο Ουμπέρτο Εκο, ο Αλέξανδρος Νεχαμάς, ο Μπιλ Μακμπράιτ, ο Τζον Μακντάουελ και πολλοί άλλοι.


2.000 σύγχρονοι θεράποντες

Σε αυτήν τη δύσκολη εποχή για τη χώρα μας, η Ελληνική Φιλοσοφική Εταιρεία έχει αναλάβει το δύσκολο έργο της διοργάνωσης ενός ιδιαίτερα απαιτητικού συνεδρίου, στο οποίο κεντρικό θέμα θα είναι η «Φιλοσοφία ως τρόπος ζωής». Πάνω από 2.000 σύγχρονοι θεράποντες της φιλοσοφίας από 105 χώρες του κόσμου θα δώσουν απαντήσεις στα προβλήματα του ανθρώπου του 21ου αιώνα και θα στείλουν μηνύματα για αξίες, θέσεις, πνευματικούς προσανατολισμούς και τη στάση των φιλοσόφων στο σύγχρονο κόσμο.

Οπως μας λέει ο πρόεδρος της Ελληνικής Φιλοσοφικής Εταιρείας και ομότιμος καθηγητής της Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, πρόεδρος της Ελληνικής Φιλοσοφικής Εταιρείας, Κωνσταντίνος Βουδούρης, «από τον Μεσαίωνα η ευρωπαϊκή φιλοσοφία που κατ’ ουσίαν είναι η ναυαρχίδα στον χώρο, θεωρούσε τη φιλοσοφία ως μέθοδο έρευνας. Ηταν η στιγμή κατάλληλη να γυρίσουμε στις κρυστάλλινες πηγές της ελληνικής φιλοσοφίας. Δηλαδή να υιοθετεί κάποιος ανάλογο τρόπο ζωής σύμφωνα με τους κανόνες που διαμορφώνει η φιλοσοφία. Υπήρξε έντονη συζήτηση για να κυριαρχήσει αυτό το θέμα. Ενδεχομένως να σημαίνει και μία στροφή, καθώς γυρίζουμε προς τα πίσω για να δούμε τη φιλοσοφία με τη διπλή της όψη, τον τρόπο και τη μορφή ζωής».

«Μέσα στις σημερινές συνθήκες ζωής, στο παγκοσμιοποιημένο χωριό, τίθεται το πρόβλημα που έθεσε ο Σωκράτης. Πώς πρέπει να ζούμε; Σε όλη την αρχαία ελληνική κοινωνία, δεν ήταν η οικονομία ο βασικός παράγοντας. Θα ήταν αδιανόητο ακόμη και για επικούρειο φιλόσοφο να του πεις ότι ζεις για να αποκτάς χρήματα. Πρέπει να δούμε και να εξετάσουμε πού σφάλλουν οι οικονομικές επιλογές. Αυτό που έχει σημασία είναι το τι είναι το πρώτο, το σημαντικό; Προκύπτει ένα θέμα αξιολογήσεων των θεσμών, καθώς και των προτεραιοτήτων των κοινωνιών. Η ευδαιμονία είναι, για παράδειγμα, η απάντηση του Αριστοτέλη. Το συνέδριο αυτό θέτει πάρα πολύ σημαντικά ερωτήματα που μας απασχολούν όλους».

Η επιθυμία των φιλοσόφων να επισκεφθούν την Αθήνα και να περιπλανηθούν στα μονοπάτια της σκέψης όντας στη γενέτειρα του ορθού λόγου ήταν καθολική. Οπως εξηγεί στην «Κ» ο κ. Βουδούρης, «το συνέδριο αυτό υπάρχει από το 1900, με την πρωτοβουλία του φιλόσοφου Μπέρτραντ Ράσελ. Η πρώτη διοργάνωση έγινε στο Παρίσι και από τότε διεκόπη μόνο κατά τη διάρκεια του Α΄ και του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Μετά, το συνέδριο άρχισε να προχωρεί και να αναπτύσσεται. Η διεξαγωγή και ανάθεση γίνεται με διαδικασία παρόμοια με αυτήν των Ολυμπιακών Αγώνων. Δηλαδή, οι χώρες που μετέχουν στον ΟΗΕ και οι αντιπρόσωποι των Εθνικών Φιλοσοφικών Εταιρειών εκλέγουν σε κάθε διοργάνωση τα 40 μέλη της επόμενης διοίκησης.

Η πρώτη απόπειρα να έρθει το συνέδριο στη χώρα μας έγινε το 1960, όταν στα πράγματα ήταν ο Γ. Δρακόπουλος αλλά δεν μπορούσε να πραγματοποιηθεί και έγινε στην Ελβετία. Ούτε και το ’70 μπόρεσε να γίνει στην Ελλάδα. Και σήμερα ακόμη είναι δύσκολο να μπορέσει να διοργανωθεί, καθώς μόνο η Φιλοσοφική Σχολή θα μπορούσε να το φιλοξενήσει. Η προσπάθειά μας άρχισε να υλοποιείται το 2008 κι ενώ είχε προηγηθεί η υποβολή υποψηφιότητας το 2006. Η απόφαση ελήφθη παμψηφεί, ήταν καθολική και ομόφωνη. Ετσι ξεκινήσαμε το 2008 χωρίς κρατική χρηματοδότηση. Τα πράγματα δυσκόλεψαν σε μεγάλο βαθμό, δεν υπήρχε καμία δυνατότητα οικονομικής ενίσχυσης. Η Ελληνική Φιλοσοφική Κοινότητα αποφάσισε να προχωρήσει μπροστά, να μην κάνουμε πίσω. Να μην το δώσουμε στο Μιλάνο ή σε άλλη χώρα, καθώς μετά θα χάναμε την όποια αξιοπιστία και δεν θα ξαναδινόταν στη χώρα μας η όποια δυνατότητα».


Στο Ηρώδειο

Η επίσημη έναρξη των εργασιών του Συνεδρίου θα γίνει στο Ωδείο του Ηρώδου του Αττικού, όπου, εκτός των άλλων, θα λάβει χώρα μεγάλη μουσική εκδήλωση προς τιμήν των συνέδρων. Οι κανονικές πολυήμερες και πολυπληθείς εργασίες του Συνεδρίου, αρχής γενομένης από την Κυριακή το πρωί, θα γίνουν στους χώρους της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών στην Πανεπιστημιούπολη. Ορισμένες συνεδρίες, με βαθύ συμβολικό νόημα, θα γίνουν στον αρχαιολογικό χώρο της Ακαδημίας του Πλάτωνος, στην Πνύκα, λίκνο της Αθηναϊκής Δημοκρατίας, στο Λύκειο του Αριστοτέλη και στην Αγία Φωτεινή Ιλισού.




Πηγή: kathimerini.gr

Τρίτη 16 Ιουλίου 2013

Η επικαιρότητα των κοσμολογικών απόψεων των Προσωκρατικών

Καθηγήτρια Ευαγγελία Μαραγγιανού

Με τις κοσμολογικές θεωρίες των προσωκρατικών φιλοσόφων εγκαινιάζεται στην ιστορία της φιλοσοφίας η πρώτη σοβαρή προσπάθεια ερμηνείας του κόσμου με κριτήριο τον ορθό λόγο.


Στη Μίλητο, ο Θαλής, ο Αναξίμανδρος και ο Αναξιμένης (6ος αι. π.Χ.) επιχείρησαν να δώσουν μία λογική απάντηση στο παμπάλαιο ερώτημα περί της αρχής του κόσμου, μία απάντηση αρκετά συνδεδεμένη με τη φυσική επιστήμη και αποδεσμευμένη από την έως τότε κυρίαρχη μυθική παράδοση.

Αυτή είναι και η αρχή της δυτικής φιλοσοφίας. Από τότε μέχρι τον Έγελο «φιλοσοφία» και «επιστήμη» ήταν σχεδόν όροι συνώνυμοι, δεδομένου ότι κύριο χαρακτηριστικό τόσο της επιστήμης όσο και της φιλοσοφίας εθεωρείτο η αναζήτηση της αιτίας των πραγμάτων.

Εν τούτοις στους αιώνες που ακολούθησαν η έννοια της επιστήμης διαφοροποιήθηκε από εκείνη της φιλοσοφίας, γιατί συνδυάστηκε με την εξειδίκευση της γνώσης και με τη βεβαιότητα που η εξειδίκευση αυτή απαιτούσε, τη θεμελιωμένη στην ακριβή μέθοδο, στο πείραμα, καθώς και στην παρατήρηση και στην εξαγωγή συμπερασμάτων. Έτσι με την πάροδο του χρόνου δημιουργήθηκαν οι επιστήμες των μαθηματικών, της φυσικής, της βοτανικής, της χημείας, της βιοχημείας, της βιολογίας, της μοριακής βιολογίας, της νευρολογίας, της μηχανικής, της αστρονομίας, της αστροφυσικής, της γεωλογίας, της ανθρωπολογίας και της γενετικής που αρχικά αποτελούσαν κλάδους της φιλοσοφίας και που σήμερα διερευνούν τη φύση δια μέσου ειδικών εργαλείων.

…

Οι Προσωκρατικοί φαίνεται ότι προανήγγειλαν με τον τρόπο τους αρκετές από τις θεωρίες της σύγχρονης επιστήμης. Και πρώτοι οι Μιλήσιοι ισχυρίστηκαν ότι η αρχή όλων των εξελίξεων και των μεταλλαγών που συμβαίνουν στη φύση πρέπει να αναζητηθεί μέσα σε αυτή την ίδια, επί πλέον δε ότι η μοναδική αρχή του κόσμου είναι υλική και διαθέτει μία εγγενή αρχή μεταβολής, κίνησης και εξέλιξης, έτσι ώστε από ένα πρωταρχικό στοιχείο να δημιουργείται σταδιακά ο απέραντος και ποικιλόμορφος κόσμος με τα αναρίθμητα είδη των ανόργανων και οργανικών όντων, τα οποία περιλαμβάνει, χωρίς να απαιτείται γι’ αυτό η παρέμβαση μιας εξωγενούς δύναμης.

…

Κάτι αντίστοιχο με τις θεωρίες των πρώτων αυτών διανοητών υποστηρίζουν και οι σύγχρονοι επιστήμονες, όταν ισχυρίζονται ότι δια μέσου της εξαιρετικής ποικιλίας των φυσικών πλασμάτων μπορούμε να διακρίνουμε στον κόσμο μία σταθερή δομή. Το σύμπαν χαρακτηρίζεται τελικά από ομοιογένεια, εφ’ όσον παντού μέσα σε αυτό υπάρχει η ίδια ύλη και όλα τα σώματα που το απαρτίζουν συντίθενται από τα ίδια βασικά στοιχεία.

…

Οι Πυθαγόρειοι έχουν επηρεάσει επίσης τους σύγχρονους επιστήμονες, οι οποίοι πιστεύουν ότι τα μαθηματικά μπορούν να εκφράσουν σχέσεις της υλικής πραγματικότητας. Παρατηρούμε έτσι ότι η σύγχρονη επιστημονική περιγραφή κάθε φαινομένου του φυσικού κόσμου παίρνει τη μορφή μαθηματικών εξισώσεων. Ο Heisenberg συγκεκριμένα ισχυρίζεται ότι οι έννοιες των πυθαγορικών μαθηματικών έχουν ιδιαίτερη σημασία στη σύγχρονη φυσική επιστήμη, εφ’ όσον για να ταξινομήσουμε και να κατανοήσουμε τα φαινόμενα του κόσμου που διέπεται από τάξη, αρμονία και ομορφιά, πρέπει να τα ταυτίσουμε με μαθηματικούς τύπους.

Ο διάσημος φυσικός υποστηρίζει ακόμη ότι αν επιχειρήσουμε να εισδύσουμε στις λεπτομέρειες των ατομικών συμβάντων, θα διαπιστώσουμε ότι το περίγραμμα του πραγματικού κόσμου διαλύεται στη διάφανη σαφήνεια των μαθηματικών σχέσεων και επίσης ότι τα κβαντικά σωμάτια είναι μαθηματικές μορφές.

Πολύ σημαντικές ήταν επίσης οι αστρονομικές παρατηρήσεις των Πυθαγορείων και κυρίως του Φιλολάου, του οποίου έχουν σωθεί και ορισμένα αποσπάσματα. Το σπουδαιότερο σημείο της διδασκαλίας του ήταν εκείνο που αναφερόταν στο κεντρικό πυρ ή στην Εστία, γύρω από την οποία περιστρέφονται τα δέκα ουράνια σώματα (οι πέντε πλανήτες, η σφαίρα των απλανών αστέρων, ο ήλιος, η σελήνη, η γη και η αντιχθών). Η Εστία καταλαμβάνει, αντί της γης, το κέντρο του σύμπαντος, προαναγγέλλοντας το ηλιοκεντρικό σύστημα του Κοπέρνικου.

Παρατήρηση:Το παρόν άρθρο αποτελεί απόσπασμααπό την ομιλία της κ. Μαραγγιανού στο συνέδριο «Φιλοσοφία και Κοσμολογία», που πραγματοποιήθηκε υπό την αιγίδα της Ελληνικής Εταιρείας Φιλοσοφικών Μελετών, της Διεθνούς Επιστημονικής Εταιρείας Αρχαίας Ελληνικής Φιλοσοφίας και της Ένωσης Ελλήνων Φυσικών. Ολόκληρη η εισήγηση περιέχεται στα πρακτικά του συνεδρίου, που εκδόθηκαν πρόσφατα από τις εκδόσεις «Αιγηΐς».


ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟΝ ΣΥΝΕΔΡΙΟΝ
ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΚΑΙ ΚΟΣΜΟΛΟΓΙΑ
(7-8 Μαρτίου 2012, Κεντρικό Κτίριο Πανεπιστημίου Αθηνών)
Εκδόσεις Αιγηΐς, Πειραιεύς 2013
Βας. Γεωργίου Α’ 11, Πειραιεύς, τηλ. 210 410286-7
www.aegeeis.gr



Πηγή: pemptousia.gr

Η οντική εκδοχή του Είναι: Αιτιοκρατία και αξιολογία

Του Χρήστου Γιανναρά
"Σχεδίασμα Εισαγωγής στη Φιλοσοφία"
 εκδ. Δόμος, (σελ. 185-206)

Οι λέξεις οντολογία, οντολογικός, οντικός, αποτελούν παράγωγα του ρήματος είναι, και μάλιστα του ρηματικού τύπου που μας επιτρέπει να εκφράσουμε το γεγονός της μετοχής στο είναι.


Ο ονοματικός αυτός τύπος του ρήματος που είναι η μετοχή το ον (γενική: του όντος) μας δίνει και την ετυμολογία της λέξης οντολογία: Είναι ο λόγος περί του όντος, τα όσα έχουμε να πούμε για το γεγονός της μετοχής στο είναι.



Αλλά τι σημαίνει η λέξη είναι; Τη φιλοσοφική ακριβώς απορία για το νόημα αυτής της λέξης την ονομάζουμε «οντολογικό ερώτημα». Και το οντολογικό ερώτημα εμφανίζεται, μόλις αποδεσμευθούμε από το αυτονόητο περιεχόμενο με το οποίο χρησιμοποιούμε στην καθημερινή μας γλώσσα το ρήμα είναι.



Στην καθημερινή μας γλώσσα χρησιμοποιούμε το ρήμα είναι προκειμένου να αποδώσουμε ταυτότητα, ενέργεια, πάθος ή κατάσταση στο υποκείμενο της πρότασής μας.



Η ρηματική όμως σύνδεση του υποκειμένου με ένα κατηγόρημα που δηλώνει ταυτότητα, ενέργεια, πάθος ή κατάσταση, λειτουργεί στην καθημερινή γλώσσα και ως πιστοποίηση ή βεβαίωση της ίδιας της ύπαρξης του υποκειμένου: Για να αληθεύει ο κατηγορικός προσδιορισμός που αποδίδουμε στο υποκείμενο, σημαίνει ότι καταρχήν αληθεύει το ίδιο το υποκείμενο -ότι υπάρχει, υφίσταται. Έτσι, η ρηματική σύνδεση υποκειμένου και κατηγορημένου αυτονομείται νοηματικά, αυτή και μόνη πιστοποιεί και βεβαιώνει την ύπαρξη του υποκειμένου. Γι’ αυτό και μπορούμε να πούμε ότι αυτονομημένο πια το ρήμα είναι λειτουργεί γλωσ-σικά με τρεις κυρίως σημασίες:



Πρώτο, με τη σημασία της υποκειμενικής υπαρκτικής βεβαιότητας. Χρησιμοποιούμε το ρήμα είμαι σαν ταυτόσημο με το ρήμα υπάρχω· ταυτίζουμε το είναι με το γεγονός της υποκειμενικής υπαρκτικής αυτοσυνειδησίας, με την αυτοβεβαιότητα που έχω εγώ, ο φορέας του λόγου, ότι συνιστώ πραγματική ύπαρξη και ότι έχω συνείδηση της ύπαρξής μου.

Δεύτερο, με τη σημασία της πιστοποίησης των φαινομένων. Βεβαιώνουμε πως κάτι είναι, όταν αυτό το κάτι γίνεται άμεσα προσιτό στις αισθήσεις μας, η παρουσία του είναι φανερή -φαίνεται, δηλαδή πιστοποιείται από την αισθητή εμπειρία.


Τρίτο, με τη σημασία της αντικειμενικής απόφανσης. Αποφαινόμαστε πώς κάτι είναι, όταν αυτό το κάτι μπορεί να επαληθευθεί από όλους, όταν δηλαδή μπορεί να ισχύει ως ενδεχόμενο της κοινής εμπειρίας, έστω και αν κατά τη στιγμή της απόφανσης δεν είναι προσιτό στην εμπειρία όλων.



Το οντολογικό ερώτημα της φιλοσοφίας αρχίζει πέρα και από τις τρεις αυτές σημασίες του είναι, πέρα από τη γλωσσική επισήμανση του υπαρκτού. Αρχίζει όταν υπερβούμε τη σημασία της υποκειμενικής ή της φαινόμενης ή της αντικειμενικής πιστοποίησης, όταν ξεπεράσουμε τον διαπιστωτικό ή περιγραφικό τρόπο με τον οποίο λειτουργεί στην καθημερινή χρήση της γλώσσας η λέξη είναι. Το πρόβλημα της φιλοσοφίας ξεκινάει από τη στιγμή που θα διερωτηθούμε: τι σημαίνει να είναι κάτι και τι σημαίνει να μην-είναι· τι σημαίνει το είναι ως πραγματικότητα καθεαυτήν και όχι ως κοινό γνώρισμα των υπαρκτών· τι σημαίνει το είναι, όχι ως πιστοποίηση των δεδομένων της εμπειρίας ή της αυτοσυνειδησίας του υποκειμένου, αλλά ως αντίθεση στο μη-είναι, στο μηδέν ή στο τίποτα.



Ένα πρώτο στάδιο υπέρβασης της απλής πιστοποίησης που εκφράζει το ρήμα είναι, πραγματοποιείται στα όρια της ίδιας της γλώσσας με τη χρησιμοποίηση του άλλου ρηματικού τύπου στον οποίο αναφερθήκαμε αρχίζοντας αυτή την παράγραφο -του τύπου της μετοχής. Χρησιμοποιούμε τη μετοχή του ρήματος εἶναι: ὤν, οὖσα, ὄν, όπως και το παράγωγο της μετοχής, τη λέξη ουσία, για να προσδιορίσουμε το πραγματικά υπαρκτό. Αλλά στην περίπτωση αυτή ο προσδιορισμός μας υπερβαίνει την απλή πιστοποίηση και εκφράζει μια πρώτη ερμηνεία του τρόπου με τον οποίο υπάρχει κάθε υπαρκτό -και ο τρόπος αυτός είναι η μετοχή στο είναι. Η γλώσσα μάς οδηγεί να δούμε κάθε τι που είναι, ως γεγονός μετοχής στην καθολική πραγματικότητα ή στην καθολική πιστοποίηση του είναι, να θεωρήσουμε το κάθε υπαρκτό ως επιμέρους φανέρωση του γεγονότος του είναι.



Η χρήση της μετοχής του είναι για τον προσδιορισμό του υπαρκτού μάς οδηγεί σε αμεσότερη προσέγγιση του οντολογικού ερωτήματος -δηλαδή σε μια σειρά ερωτημάτων που περιγράφουν και επισημαίνουν πληρέστερα το οντολογικό πρόβλημα: Αν στη γλώσσα διαστέλλουμε τη μετοχή στο είναι από το ίδιο το είναι, αυτή η διαστολή ανταποκρίνεται άραγε σε μια πραγματικότητα που ισχύει και πέρα από το χώρο της γλωσσικής σημαν-τικής; Μπορούμε να προσεγγίσουμε την πραγματικότητα του είναι πέρα από το αποσπασματικό γεγονός κάθε επιμέρους μετοχής στο είναι; Ποια είναι τελικά η σχέση ανάμεσα στα όντα και στο είναι, αλλά και ποια η διαφορά τους; η μετοχή στο είναι εξαντλεί το γεγονός του είναι ή το είναι συνιστά μια πραγματικότητα καθεαυτήν, στην οποία μετέχουν τα όντα δίχως να την εξαντλούν και από την οποία τα όντα αντλούν την οντότητά τους -έχουν δηλαδή εκεί την αιτία τους;



Με τη συντομογραφική αυτή ανάλυση φθάνουμε κιόλας σε μια σύνοψη ή ένα πρώτο καθορισμό των δύο βασικών τρόπων ή μεθόδων ή σχολών που γνώρισε η ιστορία της φιλοσοφίας για την αντιμετώπιση του οντολογικού ερωτήματος. Πρόκειται για δύο διαφορετικές φιλοσοφικές στάσεις και τοποθετήσεις απέναντι στο οντολογικό ερώτημα, που τις ονομάζουμε: οντική και οντολογική εκδοχή του είναι. Και πρέπει αμέσως να πούμε ότι οι δυο αυτές φιλοσοφικές θεωρήσεις διαστέλλονται όχι μόνο σε σχέση με τις απαντήσεις που δίνουν στο οντολογικό ερώτημα, αλλά κυρίως σε σχέση με τον τρόπο με τον οποίο θέτουν το ερώτημα για το είναι. Ο τρόπος του ερωτήματος και η απάντηση στο ερώτημα βρίσκονται σε οργανική αλληλεξάρτηση, γιατί ο τρόπος με τον οποίο θέτουμε το οντολογικό ερώτημα συνιστά κιόλας μια φιλοσοφική θέση -προκαθορίζει την κατεύθυνση, στην οποία θα κινηθούμε για την αναζήτηση της απάντησης. Αυτό θα φανεί σαφέστερα με την αναλυτικότερη προσέγγιση της οντικής και της οντολογικής εκδοχής του είναι.



Ονομάζουμε oντική την πρώτη εκδοχή, επειδή εκδέχεται -θεωρεί, αντιλαμβάνεται το είναι ως ον. Πολύ απλά μπορούμε να συνοψίσουμε αυτή την εκδοχή στο ερώτημα: τι είναι αυτό που κάνει τα όντα να είναι; Ρωτάμε για το είναι, για την οντότητα των όντων αλλά ο τρόπος με τον οποίο θέτουμε το ερώτημα μας δεσμεύει a priori να αναζητήσουμε το είναι ως κάτι τι, να ζητήσουμε αυτό (το κάτι συγκεκριμένο) που κάνει τα όντα να είναι. Προκαθορίζει επομένως η ερώτησή μας τον οντικό χαρακτήρα του είναι, αναφέρεται στο είναι σαν να πρόκειται για κάποιο ον.



Οπωσδήποτε, αποκλείεται να ταυτίσουμε νοηματικά το ζητούμενο είναι με ένα κάποιο ον, αφού δεν πρόκειται για επιμέρους γεγονός μετοχής στο είναι, αλλά για τη συγκεφαλαίωση των καθολικών δυνατοτήτων του είναι, για το είναι καθεαυτό. Ωστόσο η ερώτησή μας προϋποθέτει, ένα συγκεκριμένο φορέα των καθολικών δυνατοτήτων του είναι -φορέα ή παράγοντα που συγκεκριμενοποιείται ως αντικειμενικό ζητούμενο επιδεχόμενο ορισμό. Ο οντικός χαρακτήρας του είναι προκαθορίζεται από την ερώτησή μας, γιατί ζητάμε να του αποδώσουμε οριστική ταυτότητα -όχι την οριστική ταυτότητα της μετοχής στο είναι, αλλά την οριστική ταυτότητα της αιτίας του είναι. Ο οντικός χαρακτήρας του είναι δεν έγκειται οπωσδήποτε στη νοηματική εκδοχή του είναι ως όντος, αλλά στην οριστική εκδοχή του είναι -την εκδοχή με την οποία μας γίνονται προσιτά τα όντα ως όντα.



Θα μπορούσαμε επομένως να μιλήσουμε στην περίπτωση αυτή για οριστική ταυτότητα (ταυτότητα ορισμού) και νοηματική διαφορά όντων και είναι. Και η νοηματική διαφορά έγκειται στο γεγονός ότι διαστέλλουμε το είναι από τα όντα, με τον τρόπο που διαστέλλουμε την αιτία από το αποτέλεσμα. Όταν ρωτάμε: τι είναι αυτό που κάνει τα όντα να είναι, η διατύπωση του ερωτήματός μας μας υποχρεώνει να δεχθούμε τη σχέση είναι και όντων σαν σχέση αιτίας και αποτελέσματος αφού τα όντα είναι, επειδή υπάρχει ένας ζητούμενος παράγων που τα κάνει να είναι.



Ταυτόχρονα, η αιτιοκρατική θεώρηση της σχέσης όντων και είναι μας δεσμεύει και στην αποδοχή της αξιολογικής υπεροχής του είναι σε σύγκριση με τα όντα. Αναζητώντας το είναι ως αυτό που κάνει τα όντα να είναι, το προκαθορίζουμε ως προϋπόθεση της οντότητας των όντων, και επομένως ως αξιολογικά υπέρτερο από τα όντα, αφού τα όντα εξαρτούν από αυτό την οντότητά τους. Η σχέση της εξάρτησης είναι πάντοτε για την ανθρώπινη σκέψη σχέση αξιολογική: αυτό που εξαρτάται είναι πάντοτε υποδεέστερο εκείνου από το οποίο εξαρτάται, το αίτιο υπερέχει αξιολογικά του αιτιατού. Έτσι αυτό που κάνει όλα τα άλλα όντα να είναι, παίρνει τη θέση του ανώτατου Όντος, εκλαμβάνεται, σύμφωνα με τη διατύπωση του Αριστοτέλη, ως «ὂν ἀκρότατον, θεῖον», «γένος τιμιώτατον».



Ο Αριστοτέλης θεωρήθηκε συχνά ως ο χαρακτηριστικότερος μέσα στην ιστορία της φιλοσοφίας εκπρόσωπος της οντικής εκδοχής του είναι. Και είναι γεγονός ότι η εκδοχή αυτή βρήκε στα αριστοτελικά κείμενα πολλά και ουσιώδη ερείσματα. Ωστόσο, ο Αριστοτέλης δεν ξεκινάει την οντολογική του θεώρηση με την αιτιοκρατική διαστολή όντων και είναι. Αν αναζητήσουμε στα αριστοτελικά κείμενα μιαν απάντηση στο ερώτημα: τι είναι αυτό που κάνει τα όντα να είναι; θα πρέπει να δεχθούμε πως είναι η ἐνέργεια, ταυτόσημη για τον Αριστοτέλη με το εἶδος που κάνει τα όντα να είναι. Τα όντα μετέχουν στο είναι, δηλαδή συνιστούν ουσίες, χάρις στην ενέργεια της φανέρωσης που πραγματοποιείται με το είδος, τη μορφή των όντων1. Το είδος ενεργοποιεί την ύλη, της δίνει ειδοποιό ταυτότητα, δηλαδή λόγο, ύπαρξη, την κάνει να είναι κάτι2. Δίχως την ενέργεια που πραγματοποιείται με την ειδοποιό φανέρωση, τίποτε δεν είναι. Πριν από το είναι μπορούμε να υποθέσουμε μόνο το δυνάμει ον, δηλαδή την ύλη που έχει τη δυνατότητα να είναι κάτι, αν μορφοποιηθεί3 αλλά η σύλληψη αυτής της δυνατότητας μοιάζει καταρχήν καθαρά υποθετική, ένα νοητικό σχήμα που μας βοηθάει να κατανοήσουμε το είναι ως την ενέργεια της μορφής.



Πώς όμως ενεργείται το είναι ως ειδοποιός λόγος, δηλαδή ως ουσία του όντος; Η απάντηση που έδωσε στο ερώτημα αυτό ο Αριστοτέλης υπήρξε ίσως η κρισιμότερη για την εξέλιξη της φιλοσοφικής μεταφυσικής: Αν υποθέσουμε την ύλη ως το δυνάμει ον (τη δυνατότητα για να είναι κάτι), τότε η μετάβαση στο ενεργείᾳ ον συνιστά μια μεταβολή, ένα πέρασμα από κάτι τι σε κάτι άλλο, επομένως μια κίνηση4. Η μεταβολή είναι αδύνατη δί-χως κίνηση. Για να ενεργοποιηθεί λοιπόν το δυνάμει ον, για να μεταβληθεί σε ενεργείᾳ ον, πρέπει να υπάρξει κίνηση. Και η κίνηση έχει πάντοτε κάποια αφετηριακή αιτία ή αρχή: άπαν το κινούμενον ανάγκη υπό τίνος κινεῖσθαι5. Αυτό το κάτι που κινεί ένα ον από την κατάσταση του δυνάμει στην κατάσταση του ενεργείᾳ, μπορεί να είναι ένα άλλο ον, δηλαδή ένα ποιητικόν αίτιον που μορφοποιεί την ύλη έχοντας ἐν νῷ το είδος (μορφή), δηλαδή το τέλος ή σκοπός [το οὗ ἕνεκα) της ποιητικής του ενέργειας και τότε λέμε ότι το κίνητρο της ενέργειας είναι νοητόν6.



Αλλά εκτός από το ποιητικό αίτιο της κίνησης (το νοητό κίνητρο) που βρίσκεται έξω από την ύλη, υπάρχει και κινητικό αίτιο που βρίσκεται μέσα στην ίδια την ύλη. Ο Αριστοτέλης δέχεται ότι η ύλη συνιστά το δυνάμει ον, επειδή εμπεριέχει όχι μόνο τη δυνατότητα της ειδοποιού κινήσεως, αλλά και το κίνητρο που την ωθεί στην ενεργοποίησή της, την αρχή την ικανή να προκαλεί κίνηση. Αυτό το δεύτερο (εσωτερικό) κίνητρο το ονομάζει ο Αριστοτέλης ὀρεκτόν7: η ύλη «ορέγεται» τη μορφή, εμπεριέχει τη δυναμική τάση να αποκτήσει είδος, έχει τον έρωτα του είδους, το είδος είναι το ἐρώμενον της ύλης8. Δίχως αυτόν τον έρωτα που συνιστά την ύλη ως δυνατότητα να είναι κάτι, η πραγματικότητα της ύλης καθεαυτήν μένει ανερμήνευτη. Και δεν κερδίζουμε τίποτα αν πλάσουμε αΐδιες ουσίες, όπως είναι οι πλατωνικές ιδέες, και μεταθέσουμε εκεί την πραγματικότητα καθεαυτήν, αν δεν υπάρχει μέσα στις ουσίες αυτές αρχή ικανή να προκαλεί μεταβολή και επομένως κίνηση9.



Η αριστοτελική επομένως ύλη έχει δυναμική σύσταση: υφίσταται ως δύναμη, ως ερωτική φορά προς το είδος, τον λόγο που ουσιοποιεί τα όντα. Όταν όμως λέμε δύναμη, πρέπει να εννοούμε όχι μόνο την κινητική δυνατότητα, αλλά μαζί και την αρχή την ικανή να προκαλεί κίνηση. Ακόμα και αν αναφέρουμε στις αΐδιες ουσίες-ιδέες την καθαρή δύναμη (απεριόριστη νοητή δυνατότητα) και πάλι αυτή η δύναμη θα έμενε ανενέργητη δίχως την αρχή την ικανή να προκαλεί κίνηση γιατί μπορεί αυτό που έχει μόνο δύναμη να μην ενεργεί10.



Με άλλα λόγια: το αριστοτελικό δυνάμει ον δεναναφέρεται στην ύλη σαν σε παθητική προϋπόθεση και ανενέργητο παράγοντα που αντιπροσωπεύει απλώς τη δυνατότητα να κινηθεί «έξωθεν» για να αποτελέσει ον. Αλλά αναφέρεται το δυνάμει ον τόσο στην κινητική δυνατότητα της ύλης όσο και στην αρχή που ενυπάρχει στην ύλη και είναι ικανή να προκαλεί κίνηση. Αν η ύλη αντιπροσώπευε απλά και μόνο τη δύναμη-δυνατότητα της κίνησης (το ενδεχόμενο να υποστεί μορφοποίηση), τότε θα έπρεπε να είναι πάντοτε ως σταθερό, μόνιμο και αναλλοίωτο δεδομένο. Η ύλη όμως υπόκειται και στη φθορά, φθείρεται: ακριβώς επειδή εμπεριέχει την αρχή την ικανή να προκαλεί κίνηση, εμπεριέχει και το ενδεχόμενο της μη-κίνησης, δηλαδή της φθοράς11.



Τελικά η ύλη είναι δύναμις12, η φύση της είναι δυναμική13, επειδή ενδέχεται να είναι και να μην-είναι14, να συνιστά κίνηση ή να υπόκειται στη φθορά. Το ενδεχόμενο του είναι και του μη-είναι, της ειδοποίησης ή της φθοράς, βρίσκεται ακριβώς στην υλική σύσταση των αισθητών πραγμάτων: η ύλη είναι το δυνάμει ἕκαστον15, η δυνατότητα της ειδοποιού κινήσεως, αλλά και η αρχή-κίνητρο της ειδοποίησης ή της φθοράς16.



Όπως όμως ξεχωρίσαμε ανάμεσα στη δυνατότητα της κίνησης και στην αρχή την ικανή να προκαλεί κίνηση, έτσι πρέπει να διακρίνουμε και ανάμεσα στην αρχή την ικανή να προκαλεί κίνηση και στην κίνηση καθεαυτήν. Αυτό σημαίνει πως όταν λέμε ότι στην ύλη ενυπάρχει η αρχή η ικανή να προκαλεί κίνηση (το ὀρεκτὸν ή ο έρωτας του είδους), δεν αναφέρουμε την αιτία της κίνησης στην ίδια την ύλη, γιατί η κίνηση προηγείται της αρχής της ικανής να προκαλεί κίνηση διαφορετικά η αρχή αυτή θα έμενε πάντοτε ένα ανενέργητο ενδεχόμενο. Εξάλλου, όπως είπαμε πιο πάνω, η αρχή η ικανή να προκαλεί κίνηση προϋποθέτει και το ενδε-χόμενο της μη-κίνησης, δηλαδή της φθοράς, ενώ η κίνηση ούτε γεννιέται ούτε φθείρεται, αλλά είναι πάντοτε (ἀεὶ γὰρ ἦν), έχει τον χαρακτήρα του ἀϊδίου.



Δυο επιχειρήματα μας πείθουν για την αϊδιότητα της κίνησης: Πρώτο, η σχέση της κίνησης με την ουσία (φύση) των όντων, δηλαδή με τη μετάβαση από το δυνάμει στο ενεργεία ον. Αν η κίνηση υπόκειται στη γένεση και τη φθορά, τότε και αυτή η μετάβαση θα υπόκειται στη φθορά, οπότε αναιρείται η δυνατότητα της συνεχούς μετοχής των όντων στο είναι (της ειδοποιού φανερώσεως), αναιρείται η φύση-ουσία των όντων17. Δεύτερο, η σχέση της κίνησης με τον χρόνο: ο χρόνος ούτε γίνεται ούτε φθείρεται, διαφορετικά δεν θα υπήρχε πρότερο και ύστερο. Και χρόνος χωρίς κίνηση δεν μπορεί να είναι. Αν λοιπόν ο χρόνος είναι ἀΐδιος, τότε και η κίνηση είναι ἀΐδιος18.



Για να είναι ἀΐδιος η κίνηση, σημαίνει ότι η ενέργεια προηγείται της δυνατότητας, δηλαδή ότι υπάρχει κίνηση πριν από κάθε μετάβαση από το δυνάμει στο ἐνεργείᾳ19. Πρέπει επομένως να υποθέσουμε μια πρώτη πηγή ενέργειας που προκαλεί την υφιστάμενη στον κόσμο κίνηση, χωρίς η ίδια να κινείται, ένα πρῶτον κινοῦν που δεν κινήθηκε ποτέ από το δυνάμει στο ἐνεργείᾳ20. Επειδή ακριβώς η μετάβαση από το δυνάμει στο ἐνεργείᾳ αποκλείεται για το πρώτο κινούν που υπάρχει πριν από κάθε τέτοια μετάβαση, πρέπει η ουσία του να είναι μόνο ενέργεια: δεῖ ἄρα εἶναι ἀρχὴν τοιαύτην ἧς ἡ οὐσία ἐνέργεια21. Και επειδή κίνηση είναι η μετάβαση από το δυνάμει στο ἐνεργείᾳ και αυτή η μετάβαση αποκλείεται για το πρώτο κινούν, άρα το πρώτο κινούν, ως καθαρή ενέργεια, είναι το ίδιο ακίνητο. Ταυτόχρονα, αφού το πρώτο κινούν οφείλει να είναι μόνο ἐνεργείᾳ και σε καμιά περίπτωση δυνάμει, και αφού το δυνάμει ον είναι ύλη, γίνεται φανερό ότι το πρώτο κινούν είναι άυλο και ασώματο22. Και επειδή η κίνηση ούτε γεννιέται ούτε φθείρεται, αλλά είναι πάντοτε, τουλάχιστον ως χρονική μεταβολή από το πρότερον στο ύστερον, και χωρίς τη χρονική μεταβολή φύση δεν υπάρχει, άρα είναι και η πηγή της κίνησης, το πρώτο κινούν, ἐνέργεια ἀΐδιος23.



Ο Αριστοτέλης προχωρεί ακόμα πιο συγκεκριμένα στους οντολογικούς καθορισμούς του, ταυτίζοντας το πρώτο κινούν με τον θεό. Είναι φανερό ότι προσλαμβάνει τη λέξη θεός μέσα από την καθημερινή γλώσσα, δίχως να συζητάει ή να αναλύει το νοηματικό περιεχόμενο με το οποίο φορτίζει τον όρο η καθιερωμένη γλωσσική σημαντική. Ταυτίζοντας όμως την έννοια του θεού με την έννοια του πρώτου κινούντος, την αναδείχνει σε θεμελιώδη κατηγορία του φιλοσοφικού προβληματισμού. Ο αριστοτελικός θεός γίνεται αφετηρία ή προϋπόθεση για την ερμηνεία της οντότητας των όντων αλλά και του είναι καθεαυτό, καθιερώνεται δηλαδή ως λογική αναγκαιότητα, προϋπόθεση για να έχει λόγο-νόημα το γίγνεσθαι του κόσμου και της ζωής.



Ταυτισμένος με το πρώτο κινούν ο θεός, είναι η πρώτη καὶ κυριωτάτη ἀρχή24 της κίνησης και επομένως του είναι, όντας ο ίδιος χωριστὴ φύσις καὶ ἀκίνητος25. Χωριστή φύσις, γιατί δεν γνωρίζει την κατάσταση της δυνατότητας, όπως όλα τα άλλα όντα, αφού είναι καθαρή ενέργεια, αρχή κάθε ενέργειας και πλήρωμα ενέργειας. Φύση ακίνητη και απόλυτα ενεργητική είναι αὐτάρκης ὁ θεὸς καὶ οὐδενὸς δεῖται26, δεν χρειάζεται ούτε και επιδέχεται εξωτερικές επεμβάσεις οὐκ εἰσιν αὐτῷ πράξεις ἐξωτερικαί27. Ως καθαρή ενέργεια είναι και καθαρό είδος, δηλαδή είδος που υπάρχει μόνο ως νοητική σύλληψη και όχι ως υλική μορφή. Και επειδή το καθαρό είδος είναι μόνο νοητό και είναι ταυτόχρονα καθαρή ενέργεια, συμπεραίνουμε ότι θεοῦ ἐνέργεια νόησις28. Ο θεός νοεί το καθαρό είδος που είναι η δική του ουσία και ενέργεια ἀμερὴς καὶ ἀδιαίρετος29 νοεῖ αὐτὸς ἑαυτὸν ὁ θεός30. Έτσι η ενέργεια της νόησης του εαυτού του συνιστά στον θεό την ενεργητική κατοχή του είναι, δηλαδή την αυτοζωή, γι’ αυτό και θεοῦ ἐνέργεια ἀθανασία, τοῦτο ὃ ἐστί ζωή ἀΐδιος31. Φαμὲν δὴ τὸν θεὸν εἶναι ζῷον ἀΐδιον ἄριστον, ὥστε ζωὴ καὶ αἰὼν συνεχὴς καὶ ἀΐδιος ὑπάρχει τῷ θεῷ· τοῦτο γὰρ ὁ θεός32. Η ταυτότητα νου και νοητού, ενέργειας και είδους είναι η ζωή στην ανώτατη βαθμίδα της, δηλαδή η απόλυτη εὐδαιμονία, η μία καὶ ἁπλὴ ἡδονή33. Η ευδαιμονία του θεού είναι θεωρητική τις ἐνέργεια34, το ἥδιστον καἰ ἄριστον της θεωρίας35, η ενεργητική ενατένιση του καθεαυτό αρίστου που είναι το ένα και απλό είδος της καθαρής ενέργειας, η ταυτότητα νου και νοητού.



Ένας ο Θεός, ακίνητος, ζων και ταυτόχρονα άπειρος, οὐδὲν ἔχειν ἐνδέχεται μέγεθος36, αφού αυτός κινεί τον άπειρο χρόνο και τίποτα το πεπερασμένο δεν έχει τη δύναμη να κινεί κάτι άπειρο. Απαθής και αναλλοίωτος, κρείττων καὶ ἄφθαρτος φύσις37, είναι η πηγή και αιτία των όντων, η συστατική τους αρχή: Ἐκ θεοῦ πάντα καὶ διὰ θεοῦ ἡμῖν συνέστηκεν38. Ο κόσμος οφείλει σε αυτόν την προέλευσή του, αλλά και τη συντήρησή του, την εξασφάλιση της κοσμιότητας, αρμονίας και τάξης: Ὅπερ ἐν νηὶ κυ-βερνήτης, τοῦτο θεὸς ἐν κόσμῳ39.



Ταυτίζοντας το είναι με την ενέργεια, την ενέργεια με την κίνηση, την κίνηση με την προϋπόθεση του πρώτου κινούντος και το πρώτο κινούν με τον θεό, θεμελιώνει πραγματικά ο Αριστοτέλης την οντική εκδοχή του είναι;



Οπωσδήποτε, η αριστοτελική εκδοχή αναφέρει καταρχήν το είναι στην οντότητα των όντων, δηλαδή στο εἶδος, που προϋποθέτει τη μετάβαση από το δυνάμει στο ἐνεργείᾳ: αυτή η μετάβαση-κίνηση συνιστά την ουσία-φύση των όντων, το γεγονός της μετοχής τους στο εἶναι-φύεσθαι. Το γεγονός αυτό ειδοποιεί τα όντα, επιτρέπει στα όντα να φαίνονται και επομένως να αληθεύουν (να είναι αυτό που είναι και όχι κάτι άλλο από τον εαυτό τους). Επομένως η σύνδεση είναι και όντων εμφανίζεται καταρχήν ως σχέση αιτιολογική (σχέση αιτίας και αποτελέσματος), οπότε το είναι παίρνει οριστικό χαρακτήρα, υπόκειται στον ορισμό της αιτίας. Ταυτόχρονα όμως ο Αριστοτέλης αποδεσμεύει το είναι από τον συσχετισμό του με τα όντα, όταν αναφέρει το πρόβλημα του είναι στο πρώτο κινούν. Αυτή η αποδέσμευση γίνεται φανερή αλλά και κατορθωτή με τη διττή εκδοχή της ενέργειας: Στην περίπτωση των όντων το είναι ταυτίζεται με την ενέργεια ως κίνηση, ενώ στην περίπτωση του πρώτου κινούντος ταυτίζεται το είναι με την ενέργεια ως ακινησία. Το είναι ενεργείται τόσο ως κίνηση, συνιστώντας τη φύση των όντων, όσο και ως ακινησία, αντιπροσωπεύοντας μιαν αρχή που υπερβαίνει τη φύση. Αυτό σημαίνει ότι το είναι υπόκειται στον ορισμό της αιτίας, αλλά και υπερβαίνει τον ορισμό της αιτίας. Στην πρώτη περίπτωση το είναι θεμελιώνει τη φανέρωση-γνώση του φύσει όντος, επομένως και τη φυσική επιστήμη: μας επιτρέπει να θεωρήσουμε μετά λόγου τα δεδομένα των αισθήσεων, συνιστά το λόγο της ύπαρξης των όντων. Στη δεύτερη περίπτωση το είναι αναφέρεται στην αρχή της ύπαρξης πριν από κάθε φυσική οντότητα και πέρα από κάθε οριστική αιτιότητα: μας επιτρέπει να αναχθούμε στο υπαρκτό ως υπαρκτό, δηλαδή στο είναι καθεαυτό, και επομένως θεμελιώνει μιαν άλλη επιστήμη «προτέραν» της φυσικής, την πρώτη φιλοσοφία: εἰ μὲν οὖν μὴ ἔστι τις ἑτέρα οὐσία παρὰ τὰς φύσει συνεστηκυίας͵ ἡ φυσικὴ ἂν εἴη πρώτη ἐπιστήμη· εἰ δ΄ ἔστι τις οὐσία ἀκίνητος͵ αὕτη προτέρα καὶ φιλοσοφία πρώτη͵ καὶ καθόλου οὕτως ὅτι πρώτη· καὶ περὶ τοῦ ὄντος ᾗ ὂν ταύτης ἂν εἴη θεωρῆσαι͵ καὶ τί ἐστι καὶ τὰ ὑπάρχοντα ᾗ ὄν40.



Σύμφωνα λοιπόν με τον Αριστοτέλη, η αναγωγή μας στο είναι καθεαυτό, ανεξάρτητα από τα φύσει υπαρκτά, κάνει δυνατή τη μεταφυσική, ενώ η εκδοχή του είναι ως φύσεως (αιτίας των όντων) μας εγκλωβίζει στο χώρο της φυσικής αποκλείοντας τη μεταφυσική ή πρώτη φιλοσοφία (και αυτόν τον εγκλωβισμό της «μεταφυσικής» στα όρια της φυσικής καταλόγισε ο Heidegger τόσο στον Θωμά Ακινάτη όσο και στον Hegel και τον Nietzsche41). Η υπέρβαση αυτή της φυσικής επιτρέπει στον Αριστοτέλη να αναφέρει στον θεό προσδιορισμούς που αναιρούν την αιτιοκρατική σχέση: Είναι ζων ο θεός, αλλά δεν έχει μέγεθος, είναι καθαρή ενέργεια και όμως ο ίδιος ακίνητος, είναι απόλυτα αυτάρκης και όμως κυβερνήτης του κόσμου, αίτιος της κίνησης και επομένως των ειδών, ο ίδιος όμως δεν περιέχει «εν νω» τα αρχέτυπα των ειδών, αλλά νοεί μόνο το είναι στην καθολικότητά του, «νοεῖ αὐτὸς ἑαυτόν». Είναι αυτός το ερώμενον της ύλης, αυτό στο οποίο αναφέρεται η δυναμική-ερωτική φορά μορφοποίησης της ύλης, ο ίδιος όμως παραμένει καθαρό είδος χωρίς να αντικειμενοποιείται σχηματικά.



Τελικά, το αριστοτελικό πρώτο κινούν, ο θεός, υπερβαίνει όχι μόνο τον ορισμό της αιτίας των φύσει υπαρκτών, αλλά και το ανθρώπινο νοείν που έχει από τη φύση του οριστικό χαρακτήρα: Ο ανθρώπινος νους νοεί αναφερόμενος στα νοητά, που θα πει: διαστέλλεται ως νόηση από το νοούμενο ορίζοντας το νοούμενο με τρόπο οντικό (δηλαδή ως οντότητα). Μόνο ο θεός είναι νόησις νοήσεως, ταυτότητα νου και νοητού, μόνο αυτός νοεί δίχως να ορίζει το νοούμενο και δίχως να ορίζεται ως προς το νοούμενο42. Πρέπει επομένως να υπερβούμε το ανθρώπινο νοείν, για να δούμε (θεωρήσουμε) τον θεό πέρα από την οριστική αποσπασματικότητα των νοητών. Στη διπλή αυτή υπέρβαση τόσο της φύσης όσο και της ανθρώπινης νόησης θεμελιώνει ο Αριστοτέλης την τελική πρόσβαση στην αλήθεια του είναι.





Γίνεται φανερό από τα παραπάνω ότι και για το πρόβλημα του είναι όπως και για πολλά άλλα φιλοσοφικά προβλήματα ο Αριστοτέλης αποτέ-λεσε μάλλον την αφετηρία για τη διαφοροποίηση των μεταγενέστερων εκδοχών: Υπάρχουν όλες οι προϋποθέσεις για να ισχυρισθούμε ότι από τα δικά του κείμενα αντλήθηκε τόσο η οντική όσο και η οντολογική εκδοχή του είναι, οι δικές του θεωρήσεις επέτρεψαν και τις δυο αυτές προσεγγίσεις του οντολογικού προβλήματος. Η πιστοποίηση αυτή θα γίνει σαφέστερη, όταν αναλύσουμε και την οντολογική εκδοχή του είναι στις επόμενες σελίδες.



Ωστόσο στην Ιστορία της Φιλοσοφίας, τουλάχιστον όπως αυτή διαμορφώθηκε στα πλαίσια της δυτικοευρωπαϊκής φιλοσοφικής παράδοσης, ο Αριστοτέλης θεωρήθηκε ως ο χαρακτηριστικότερος εκπρόσωπος της οντικής αποκλειστικά εκδοχής του είναι. Η ερμηνεία που μπορούμε να δώσουμε σε αυτό το γεγονός πρέπει μάλλον να αναφέρεται στις προϋποθέσεις για την κατανόηση των αριστοτελικών κειμένων που κληροδότησε στη δυτικοευρωπαϊκή φιλοσοφία ο μεσαιωνικός σχολαστικισμός.



Η σχολαστική προσέγγιση, κατανόηση και ερμηνεία του Αριστοτέλη είναι οπωσδήποτε συνάρτηση των ιστορικών συνθηκών μέσα από τις όποιες η μεσαιωνική Δύση πρωτογνώρισε τις αριστοτελικές συγγραφές43. Ο Αριστοτέλης γίνεται ευρύτερα γνωστός και αρχίζει να επηρεάζει τον πνευματικό βίο της Ευρώπης, σε δυο φάσεις: Μόλις στα μέσα του 12ου αιώνα μεταφράζεται στα λατινικά (από τα αραβικά και όχι από το ελληνικό πρωτότυπο) το δεύτερο μέρος του αριστοτελικού Οργάνου: Αναλυτικά, Τοπικά, Σοφιστικοί έλεγχοι. Ως την εποχή εκείνη η Ευρώπη δεν γνώριζε παρά μόνο κάποια αποσπάσματα της αριστοτελικής Λογικής, από τη μετάφραση και τον σχολιασμό που είχε εκπονήσει ο Boethius των βιβλίων Κατηγορίαι και Περί ερμηνείας. Και σε δεύτερη φάση, στα μέσα πια του 13ου αιώνα, συμπληρώνεται το λατινικό corpus των αριστοτελικών έργων με τη μετάφραση και των υπόλοιπων βιβλίων: Ηθικά, Φυσικά, Μετά τα φυσικά, Περί ψυχής, κλπ.



Αλλά ο αιώνας που μεσολάβησε ανάμεσα στην πρώτη και τη δεύτερη φάση της λατινικής μετάφρασης του αριστοτελικού έργου, αποδείχτηκε α-ποφασιστικός για την κατανόηση και την ερμηνεία του Αριστοτέλη στη Δύση. Είναι κοινή μαρτυρία των ιστορικών ότι στη διάρκεια αυτού του αιώνα η αριστοτελική Λογική γίνεται δεκτή στην Ευρώπη σα να πρόκειται για το ολοκλήρωμα της φιλοσοφίας του Αριστοτέλη, αλλά και σαν το αποκλειστικό όργανο για την κατάκτηση της ορθής, θετικής και αδιαμφισβήτητης γνώσης. Η αλήθεια ταυτίζεται με το αποτέλεσμα της μεθοδολογικής ακρίβειας, η γνώση εξαντλείται στο υποχρεωτικό συμπέρασμα της ορθής συλλογιστικής. Έτσι, όταν ολοκληρώνεται η λατινική μετάφραση του αριστοτελικού έργου, είναι πια πολύ αργά για να αντιληφθούν οι δυτικοί τη σχετικότητα της τεχνικής των συλλογισμών μέσα στο σύνολο οικοδόμημα της αριστοτελικής φιλοσοφίας44 η μέθη του ενθουσιασμού για την αποτελεσματικότητα της ορθής συλλογιστικής δεν αφήνει περιθώρια για την κατανόηση του δυναμισμού της αριστοτελικής θεωρίας.



Ο Αριστοτέλης έχει πια καθιερωθεί στις συνειδήσεις ως ο πατέρας και η πηγή της νοησιαρχίας, ο κατεξοχήν οδηγός για την υποταγή της αλήθειας και της γνώσης στη νοητική ικανότητα του υποκειμένου, για την εξάντληση της λογικής αξιοπιστίας στα όρια της ατομικής διανοητικής σύλληψης.



Ειδικότερα στο χώρο του οντολογικού ερωτήματος, η σχολαστική σκέψη έσπευσε, με την πρώτη μετάφραση του Οργάνου και μόνο, να χρησιμοποιήσει την τεχνική της αριστοτελικής Λογικής για να αποδείξει με ορθούς συλλογισμούς την ύπαρξη του θεού, αντιστρέφοντας ριζικά την αριστοτελική προοπτική του προβλήματος του είναι. Και αυτή η πρώτη αυθαιρεσία όχι μόνο παραποίησε την αριστοτελική μεταφυσική στα πλαίσια τόσο της μέσης όσο και της ύστερης σχολαστικής φιλοσοφίας, αλλά και αλλοίωσε οριστικά και ανεπανόρθωτα την οπτική γωνία κάθε μεταγενέστερης προσέγγισης των αριστοτελικών κειμένων, όπως και του θεολογικού προβλήματος στα όρια της ευρωπαϊκής φιλοσοφίας. Όπως παρατηρεί ο Etienne Gilson (κορυφαίος αυτός ιστορικός της δυτικής μεσαιωνικής φιλοσοφίας, αλλά και ένθερμος θαυμαστής της), οι σχολαστικοί, από τον Gilbert de la Porree ως τον Duns Scotus και τον Θωμά Ακινάτη, δεν ξεκινάνε από το ερώτημα για το είναι, όπως ξεκίνησε τόσο ο Αριστοτέλης όσο και ο Πλάτων· αυτό που τους απασχολεί δεν είναι το πρόβλημα της ύπαρξης, η υπαρκτική δυνατότητα καθεαυτήν. Ξεκινάνε από το δεδομένο αντικείμενο (objet) της μεταφυσικής που είναι ο θεός, και προσπαθούν να φτάσουν συμπερασματικά στην απόδειξη της ύπαρξής του που ταυτίζεται με την αιτία του είναι45.



Και ο άλλος κορυφαίος μεσαιωνιστής, ο M.-D. Chenu, διευκρινίζει ότι στην περίπτωση των σχολαστικών (με συνθετική απόληξη τον Θωμά Ακι-νάτη) έχουμε μιαν οπωσδήποτε θαυμαστή εφαρμογή της αριστοτελικής μεθοδολογίας, προκειμένου να οικοδομηθεί η μεταφυσική ως «υπερφυσική επιστημολογία» (epistemologie surnaturelle): Οι μηχανισμοί και οι μέθοδοι της επιστημονικής συλλογιστικής που αποβλέπουν στο θετικό καθορισμό των φυσικών αντικειμένων, εφαρμόζονται από τους σχολαστικούς και για τον θετικό καθορισμό του «αντικειμένου» της μεταφυσικής που είναι ο δεδομένος θεός της χριστιανικής αποκάλυψης. Το «αντικείμενο» της μεταφυσικής ακριβώς όπως και τα αντικείμενα της φυσικής υποτάσσεται με απόλυτη πιστότητα στις απαιτήσεις της αριστοτελικής demonstratio, η θεολογία αναδείχνεται σε επιστήμη που δεν έχει να ζηλέψει τίποτα από τη θετικότητα των φυσικών επιστημών46.



Η αντικειμενοποίηση του είναι, η εκδοχή του είναι ως αντικειμένου που υπόκειται στους καθορισμούς της ορθής συλλογιστικής, δηλαδή η a priori και οριστική του ταύτιση με τον νοηματικά δεδομένο θεό μιας αξιωματικής αποκάλυψης, υποτάσσει πραγματικά τη μεταφυσική στις μεθοδολογικές αρχές και προϋποθέσεις της φυσικής (αρχές και προϋποθέσεις που μας επιτρέπουν να ορίσουμε τα όντα ως όντα), αυτή συνιστά και εξαντλεί την οντική εκδοχή του είναι. Στην περίπτωση του Αριστοτέλη η αναγωγή στο πρώτο κινούν ερμηνεύει τη δυναμική του γίγνεσθαι των φύσει όντων και ταυτόχρονα συνιστά μια πραγματική υπέρβαση της φυσικής προκειμένου να επισημανθεί η δυνατότητα της ύπαρξης καθεαυτήν πριν από κάθε φυσική οντότητα και πέρα από κάθε φυσική αιτιότητα. Ενώ στην περίπτωση του Θωμά Ακινάτη η αναγωγή της κίνησης στο πρώτο κινούν αποδεσμεύεται από το πρόβλημα του είναι καθεαυτό, υποτάσσεται στη λογικά υποχρεωτική οπισθοβατική αλληλουχία αποτελέσματος και αιτίας, κινουμένου και κινούντος, προκειμένου να καταλήξει στην αναγκαιότητα του δεδομένου πρώτου κινούντος αποδεικνύοντας έτσι την ύπαρξή του. Και είναι ακριβώς η αποδεικτική επαλήθευση της ύπαρξης του πρώτου κινούντος που επιτρέπει στον Ακινάτη την αναλογική συσχέτιση του φυσικού είναι με το υπερβατικό είναι, δηλαδή την πρόσβαση στο «αντικείμενο» της μεταφυσικής με τη βοήθεια της μαθηματικής αναλογίας47.



Με άλλα λόγια: από τη στιγμή που το πρόβλημα της φιλοσοφίας δεν συνίσταται στη διερεύνηση της αλήθειας του είναι, της αλήθειας για την υπαρκτική δυνατότητα καθεαυτήν, αλλά το πρόβλημα του είναι περιορίζεται στη δυνατότητα εφαρμογής μιας αντικειμενικά αξιόπιστης αποδεικτικής μεθοδολογίας προκειμένου να καθορίσουμε θετικά το είναι ως αντικείμενο της γνώσης, αναπόφευκτα η μεταφυσική μεταβάλλεται σε αποδεικτική γνωσιολογία, σε θεωρία για τις δυνατότητες της γνώσης καθεαυτήν. Η συνέπεια αυτή αποκαλύφθηκε απερίφραστα με τον Kant, αλλά την είχε κιόλας προκαθορίσει ο Ακινάτης, όταν διαβεβαίωνε ότι «αντικείμενον της ημετέρας επιστήμης είναι ο Θεός»48. Και είτε είναι φυσικό είτε υπερβατικό το αντικείμενο της επιστήμης, η εκδοχή του είναι αναπόφευκτα οντική, εγκλωβίζοντας τόσο τη γνωσιολογία όσο και την οντολογία σε μια στατική σχηματοποίηση που αναιρεί τη δυναμική του λόγου της ζωής.



Μπορούμε τώρα να συνοψίσουμε το τι ακριβώς εννοούμε στη γλώσσα της φιλοσοφίας, όταν αναφερόμαστε στην οντική εκδοχή του είναι: Για να είναι κάτι, πρέπει να έχει δεδομένη και οριστική οντότητα. Οντότητα σημαίνει δεδομένες ιδιότητες που ορίζουν το ον, το κάνουν να είναι κάτι. Μια από αυτές τις ιδιότητες είναι και το υπάρχειν που έχει την αιτία του σε μια αφετηριακή οντότητα προικισμένη με την ιδιότητα να μεταδίδει την ύπαρξη, δηλαδή να δημιουργεί τα όντα.



Έτσι, στην οντική εκδοχή του είναι, ουσία και οντότητα ταυτίζονται: Ουσία δεν είναι το γεγονός της μετοχής στο είναι, το δυναμικό γίγνεσθαι της ύπαρξης· ουσία είναι η οριστική ταυτότητα που προκύπτει από το σύνολο των ιδιωμάτων-καθορισμών της κάθε οντότητας. Αυτά τα ιδιώματα μπορεί να είναι φυσικά (προσιτά στην εμπειρία των αισθήσεων) ή υπερ-φυσικά (προσιτά στη νοητική μόνο πρόσβαση), αλλά και στις δυο περιπτώσεις αυτά συνιστούν την αρχή-προϋπόθεση της οντικής ταυτότητας, αποδείχνουν την πραγματικότητα (οντότητα) της καθοριζόμενης ουσίας.



Στην οντική επομένως εκδοχή του είναι δεν υπάρχουν περιθώρια υπαρκτικής ελευθερίας και ετερότητας. Ο ίδιος ο θεός καθορίζεται από την ουσία του, από τα ιδιώματα που συνιστούν την πραγματικότητα-οντότητά του (από τα ιδιώματα της αυτοαιτίας, της αιτίας των όντων, της καθαρής ενέργειας κλπ.) δεν μπορεί να μην είναι ή να είναι κάτι άλλο από αυτό που η νοητική σύλληψη και αναγκαιότητα επιβάλλει να είναι ως θεός. Η ύπαρξη είναι απόλυτα προκαθορισμένη από την ουσία της, γι’ αυτό και μπορεί να αποδειχθεί ορθολογικά η ύπαρξη του θεού με τη συλλογιστική διασάφηση της αναγκαιότητας των ιδιωμάτων της ουσίας του. Μόνο η ουσία (το σύνολο των προκαθορισμένων ιδιωμάτων) κάνει την ύπαρξη να είναι αυτό που είναι, δηλαδή της δίνει οντότητα, επομένως η ύπαρξη είναι σε κάθε περίπτωση το αιτιατό της ουσίας. Έτσι, η οντική εκδοχή του είναι καθιερώνει την αιτιοκρατία σαν βασική προϋπόθεση κατανόησης των υπαρκτών, καταργεί τη δυνατότητα υπαρκτικής ελευθερίας και ετερότητας.

Κάθε δυνατότητα υπαρκτικής διαφοροποίησης ανάγεται στη φύση, όχι στο ενδεχόμενο αυτοκαθορισμού της ύπαρξης. Και η φυσική διαφοροποίηση των δυνατοτήτων της ύπαρξης είναι αναπόφευκτα αξιολογική αξιολογική αποτίμηση των ιδιωμάτων της κάθε ουσίας: Με μια τέτοια αποτίμηση διακρίνουμε τις λογικές από τις άλογες υπάρξεις, όπως και τις κτιστές υπάρξεις από τον άκτιστο θεό.



Οι σχολαστικοί έδειξαν ότι η υπαρκτική διαφοροποίηση του κτιστού από το άκτιστο είναι φυσικά προκαθορισμένη και οπωσδήποτε αξιολογική, αφού η ίδια η αναγωγή μας στην έννοια-ουσία του θεού γίνεται δυνατή μόνο όταν αναφέρουμε σε αυτόν τις τελειότητες του είναι: Διαπιστώνουμε στα επιμέρους αισθητά και πεπερασμένα όντα ορισμένες ιδιότητες που μπορούν, με τη νοητική αναγωγή στο απόλυτο (regressus in infinitum) να φανερώσουν τις τελειότητες του είναι, δηλαδή να μας γνωστο-ποιήσουν αναλογικά τις υπερβατικές ιδιότητες του θεού. Ο Θωμάς Ακινάτης και ο Albertus Magnus συνόψισαν αυτές τις ιδιότητες στα κατηγορήματα: unum, verum, bonum, res, aliquid (εν, αληθές, αγαθόν, πράγμα, κάτι). Κάθε ον είναι πραγματικό ως οντότητα, ως πράγμα (res)· με την υπέρβαση των επιμέρους φανερώσεών του είναι πάντοτε ένα (unum)· σε αντιδιαστολή προς τα αλλά όντα είναι αυτό που είναι, δηλαδή κάτι τι (aliquid)· ως προς τη γνώση που έχουμε γι' αυτό είναι αληθές (verum)·και ως προς τη θελητική σκοπιμότητα αγαθό (bo-num).



Τα πέντε αυτά κατηγορήματα του οντος τα ονομάζουν οι σχολαστικοί υπερβατικά (transcendentalia)· η αναφορά τους στον θεό συνιστά μιαν υπερβατική αναλογία, δηλαδή μια νοητική επέκταση (extensio) των κατηγορημάτων αυτών πέρα από τα όρια της σχετικότητας των αισθητών, στο χώρο του αξιολογικά απολύτου. Έτσι, μπορούμε να γνωρίσουμε τα ιδιώματα της ουσίας του θεού, την ενότητα, την αγαθότητα, την αλήθεια, την κατεξοχήν οντότητα και την κατεξοχήν ετερότητα, με τη βοήθεια της διάνοιας (per lumen intellectus), μέσω της αναλογικής αναγωγής των τελειοτήτων των όντων στην απόλυτη και υπερβατική τελειότητα του θεού, που είναι εξ ορισμού η Αιτία κάθε τελειότητας, ηπρώτη και ακρότατη Αξία.

Και είναι ακριβώς η δυνατότητα της διανοητικής επέκτασης στο αξιολογικά απόλυτο που διαφοροποιεί επίσης αξιολογικά και τη λογική ύπαρξη του ανθρώπου από τις άλογες υπάρξεις των άλλων όντων. Μόνο με τη δυνατότητα της νόησης μπορεί να αναζητηθεί και προσδιορισθεί η τελειότητα: η έννοια της αξίας, του αγαθού ή της αρετής ορίζεται με βάση τους κανόνες της λογικής (virtus moralis bonitatem habet ex regula rationis49). Γι’ αυτό και το μη-άγαθό, η απαξία (η αμαρτία και το κακό) είναι παραβίαση των κανόνων της λογικής, έμπρακτη ή ενδιάθετη απειθαρχία στη λογική. Και τούτο, επειδή η ανθρώπινη λογική είναι μια υπαρκτική σμίκρυνση της θείας Λογικής, στην οποία συνοψίζονται οι αιώνιοι νόμοι του αγαθού και της ύπαρξης.



Έτσι, η σχολαστική μεταφυσική συνοψίζει το είναι και το αγαθό στο νοητικό και αξιολογικό καθορισμό του απολύτου, καθιερώνει την οντικ και αξιολογική εκδοχή του απολύτου ως καθοριστική και αιτιώδη αρχή κάθε φυσικής, ηθικής και κοινωνικής νομοθεσίας. Η ανθρώπινη ύπαρξη θα υποταχθεί στο αξιολογικό κύρος της απόλυτης Λογικής ή θα επαναστατήσει βίαια ενάντια σε αυτό το κύρος, διαμορφώνοντας τη δυτικοευρωπαϊκή τουλάχιστρν ιστορία στα νεώτερα, μετά τους σχολαστικούς, χρόνια σε τραγική πόλωση ανάμεσα στον ολοκληρωτισμό και την επανάσταση.





Πηγή: antifono.gr

-----------------------------------

Παραπομπές


1 Μετά τα φυσικά Θ, 1050b 2-3: ἡ οὐσία καὶ τὸ εἶδος ἐνέργειά ἐστιν. Βλ. και Μετά τα φυσικά Η, l043a 18-20, 1043b 1-2.

2 Μετά τα φυσικά Β, 996b 8: τὸ εἶδος ὁ λόγος ἐστίν. Ζ, 1041b 8: τὸ αἴτιον τῆς ὕλης τὸ εἶδος ἐστι, τοῦτο δ’ ἡ οὐσία. Ζ, 1035b 16: οὐσία ἡ κατά τὸν λόγον. Ζ, 1035a 8: λεκτέον γὰρ τὸ εἶδος καὶ ᾗ εἶδος ἔχει ἕκαστον. Β, 998b 7: τὰ εἴδη καθ’ ἅ λέγονται τὰ ὄντα. Γ, 1010a 25: κατὰ τὸ εἶδος ἅπαντα γιγνώσκομεν.

3 Μετά τα φυσικά Θ, 1050a 15-16: ἔτι ἡ ὕλη ἔστι δυνάμει ὅτι ἔλθοι ἂν εἰς τὸ εἶδος· ὅταν δέ γε ἐνεργείᾳ ᾖ͵ τότε ἐν τῷ εἴδει ἐστίν.

4 Μετά τα φυσικά Λ, 1069b 15-16: μεταβάλλει πᾶν ἐκ τοῦ δυνάμει ὄντος εἰς τὸ ἐνεργείᾳ ὄν. Φυσικά Ε, 225a 1: πᾶσα μεταβολή ἐστιν ἔκ τινος εἴς τι. 224b 7-8: μᾶλλον γὰρ εἰς ὃ ἢ ἐξ οὗ κινεῖται ὀνομάζεται ἡ μεταβολή. Γ, 201a 8-9: κινήσεως καὶ μεταβολῆς ἔστιν εἴδη τοσαῦτα ὅσα τοῦ ὄντος.

5 Φυσικά Θ, 5, 256a 14.

6 Μετά τα φυσικά Λ, 1072a 26 Ζ, 1032Β 15-17.

7 Ό.π.: κινεῖ δὲ ὧδε τὸ ὀρεκτὸν καὶ τὸ νοητόν· κινεῖ οὐ κινούμενα. Βλ. και Περί ψυχής Γ, 433a 17-20.

8 Μετά τα φυσικά A, 1072b 3.

9 Μετά τα φυσικά A, 1071b 14-16: οὐθὲν ἄρα ὄφελος οὐδ΄ ἐὰν οὐσίας ποιήσωμεν ἀϊδίους͵ ὥσπερ οἱ τὰ εἴδη͵ εἰ μή τις δυναμένη ἐνέσται ἀρχὴ μεταβάλλειν.

10 Μετά τα φυσικά A, 1071b 13: ἐνδέχεται γὰρ τὸ δύναμιν ἔχον μὴ ἐνεργεῖν.

11 Φυσικά Ε, 225a 32: οὐδὲ δὴ ἡ φθορὰ κίνησις. Μετά τα φυσικά Κ, 1067b 36-37.

12 Η ὕλη δύναμις: Περί ψυχής Β, 412a 9 - 414a 16.

13 Μετά τα φυσικά Ζ, 1039b 27-31: τῶν οὐσιῶν τῶν αἰσθητῶν τῶν καθ΄ ἕκαστα οὔτε ὁρισμὸς οὔτε ἀπόδειξις ἔστιν͵ ὅτι ἔχουσιν ὕλην ἧς ἡ φύσις τοιαύτη ὥστ΄ ἐνδέχεσθαι καὶ εἶναι καὶ μή· διὸ φθαρτὰ πάντα τὰ καθ΄ ἕκαστα αὐτῶν.

14 Μετά τα φυσικά Ζ, 1032a 20-22: ἅπαντα δὲ τὰ γιγνόμενα ἢ φύσει ἢ τέχνῃ ἔχει ὕλην· δυνατὸν γὰρ καὶ εἶναι καὶ μὴ εἶναι ἕκαστον αὐτῶν͵ τοῦτο δ΄ ἐστὶν ἡ ἐν ἑκάστῳ ὕλη.

15 Μετά τα φυσικά Ν, 1092a 3-4.

16 Περί γενέσεως και φθοράς Β, 335b 29-31: τῆς μὲν γὰρ ὕλης τὸ πάσχειν ἐστὶ καὶ τὸ κινεῖσθαι͵ τὸ δὲ κινεῖν καὶ ποιεῖν ἑτέρας δυνάμεως.

17 Περί γενέσεως και φθοράς Β, 336a 15 κ.ε. 337a 17 κ.ε. Φυσικά Ε, 225a 34 - 225b 3.

18 Μετά τα φυσικά Λ, 1071b 6-10: ἀλλ΄ ἀδύνατον κίνησιν ἢ γενέσθαι ἢ φθαρῆναι (ἀεὶ γὰρ ἦν)͵ οὐδὲ χρόνον. οὐ γὰρ οἷόν τε τὸ πρότερον καὶ ὕστερον εἶναι μὴ ὄντος χρόνου· καὶ ἡ κίνησις ἄρα οὕτω συνεχὴς ὥσπερ καὶ ὁ χρόνος.

19 Μετά τα φυσικά Θ, 1049b 5-8: λέγω δὲ δυνάμεως οὐ μόνον τῆς ὡρισμένης ἣ λέγεται ἀρχὴ μεταβλητικὴ ἐν ἄλλῳ ἢ ᾗ ἄλλο͵ ἀλλ΄ ὅλως πάσης ἀρχῆς κινητικῆς ἢ στατικῆς· και 24-27: ἀεὶ γὰρ ἐκ τοῦ δυνάμει ὄντος γίγνεται τὸ ἐνεργείᾳ ὂν ὑπὸ ἐνεργείᾳ ὄντος͵ οἷον ἄνθρωπος ἐξ ἀνθρώπου͵ μουσικὸς ὑπὸ μουσικοῦ͵ ἀεὶ κινοῦντός τινος πρώτου· τὸ δὲ κινοῦν ἐνεργείᾳ ἤδη ἔστιν.

20 Φυσικά Θ, 258h 10-15: Ἐπεὶ δὲ δεῖ κίνησιν ἀεὶ εἶναι καὶ μὴ διαλείπειν͵ ἀνάγκη εἶναί τι ἀΐδιον ὃ πρῶτον κινεῖ͵ εἴτε ἓν εἴτε πλείω· καὶ τὸ πρῶτον κινοῦν ἀκίνητον. ἕκαστον μὲν οὖν ἀΐδιον εἶναι τῶν ἀκινήτων μὲν κινούντων δὲ οὐδὲν πρὸς τὸν νῦν λόγον· ὅτι δ΄ ἀναγκαῖον εἶναί τι τὸ ἀκίνητον μὲν αὐτὸ πάσης ἐκτὸς μεταβολῆς. Βλ. και Μετά τα φυσικά Γ, 1012b 30-31.

21 Μετά τα φυσικά Λ, 107 lb 19-20.

22 Μετά τα φυσικά Λ, 1071b 20-21.

23 Μετά τα φυσικά Λ, 1072a 24-26.

24 Μετά τα φυσικά Κ, 1064b 1.

25 Μετά τα φυσικά Κ, 1064a 35.

26 Ηθικά Εύόήμεια Η, 1244b 8.

27 Πολιτικά Η, 1325b 28-30.

28 Μετά τα φυσικά Λ, 1074b 20.

29 Μετά τα φυσικά A, 1073a 6-7.

30 Μετά τα φυσικά Α, 1072b 19-21, 1074b 22.

31 Περί ουρανού Β. 2, 286a 9.

32 Μετά τα φυσικά Λ, 1072b 28-30.

33 Ηθικά Νικομάχεια Η 15, 1154b 26.

34 Ηθικά Νικομάχεια Κ 8, 1178h 7-8.

35 Μετά τα φυσικά Λ, 1072b 24.

36 Μετά τα φυσικά A, 1073a 5-6.

37 Fragmenta Aristotelica 13, 1476a 32.

38 Περί κόσμου 6, 397b 14.

39 Περί κόσμου 6, 400b 8.

40 Μετά τα φυσικά Ε, 1026a 27-32.

41 Die “Physik” bestimmt von Anfang an das Wesen und die Geschichte der Metaphysik. Auch in der Lehre vom Sein als actus purus (Thomas v.A.), als absoluter Begriff (Hegel), als ewige Wiederkehr des gleichen Willens zur Macht (Nietzsche) bleibt die Metaphysik unentwegt “Physik”: Einführung in die Metaphysik, Tübingen (Niemeyer-Verl.) 19582, σελ. 14.

42 Βλ. το κεφ. 9 στο βιβλίο Λ των Μετά τα φυσικά 1074b 15 - 1075a 10. Βλ. επίσης και Ν.Γ. ΑYΤΕΛΗ, «H υπέρβαση της φυσικής στον Αριστοτέλη», Επετηρίδα της Ακαδημίας Αθηνών «Φιλοσοφία» 2/1972, σελ. 284-302.

43 Για το μεγάλο αυτό και εξαιρετικά σημαντικό σε συνέπειες θέμα της πρώτης εισόδου του Αριστοτέλη στη μεσαιωνική Δύση, βλ. Martin GRABMANN, Die Geschichte der scholastischen Methode, Graz (Akademische-Verl.) 1957, τόμος II, σελ. 66 κ.ε., όπου και η καταρχήν βιβλιογραφία. Βλ. επίσης, M.-D. CHENU, La théologie comme science au XIIIe siècle, Paris (Vrin) 19693, σελ. 20.

44 La "crue" suprême de l’ aristotélisme, avec les Ethiques et la Politique, en plein XIIIe siècle, ne submergera les apports anterieurs qu’en consacrant leur efficacité. CHENU, ό.π. σελ. 21.

45 Βλ. Gilson, L'esprit de la Philosophie medifvale, Paris (Vrin) 19692, σελ. 58-59. Του ίδιου, Le thomisme, Paris (Vrin)19726, σελ. 25.

46 Βλ. CHENU, ό.π. σελ. 9-13.

47 Βλ. Χρ. Γιανναρά, Το πρόσωπο και ο έρως, Αθήνα, εκδ. Παπαζήση, 1976, §70γ.

48 Βλ. Summa Theologiae I, 1, 7.

49 ΘΩΜΑ Aκινάτη, Summa Theologiae la, Hae, 64, l, ad

Πέμπτη 11 Ιουλίου 2013

Τι είναι η πραγματικότητα;

Ιωάννης Π. Ζώης – antifono.gr

Α. Εισαγωγή

Πρόσφατα ο γράφων είχε προσκληθεί για μια σειρά διαλέξεων στη NASA και την NOAA σχετικά με τις επιδράσεις (και μεθόδους προστασίας) των ηλιακών καταιγίδων στα επίγεια δίκτυα. 


Τυχαία συνέπεσε στη διάρκεια της φιλοξενίας στη NASA να οργανωθεί μια open week όπου η υπηρεσία άνοιγε τις πύλες της στον κόσμο. Διάφορες ομιλίες επίσημες και ανεπίσημες έλαβαν χώρα στις οποίες ο γράφων συμμετείχε με διάφορους συνομιλητές, επιστήμονες διαφόρων ειδικοτήτων (φυσικοί, μαθηματικοί, γιατροί, μηχανικοί, ψυχολόγοι, οικονομολόγοι, νομικοί, αρχαιολόγοι, συγγραφείς, δημοσιογράφοι, ένστολοι, καλλιτέχνες, ιερείς διαφόρων δογμάτων κλπ) αλλά και απλού κόσμου. Αναπόφευκτα σε πολλές περιπτώσεις εγείρονταν ερωτήματα σχετικά με την ύπαρξη του Θεού, αν οι διηγήσεις της Βίβλου έχουν σχέση με την πραγματικότητα κλπ. Τα παραπάνω αποτέλεσαν αφορμή για να προσπαθήσουμε να καταγράψουμε μια κάποια απάντηση στο εξής ερώτημα:

«Τι είναι αυτό που αποκαλούμε πραγματικότητα;»

Να δηλώσουμε από την αρχή πως παρά την προσπάθεια, δυστυχώς σαφής απάντηση δεν υπάρχει. Ξεκινάμε παραθέτοντας δύο εισαγωγικές σημειώσεις:

1. Θα χρησιμοποιήσουμε κυρίως γνώσεις από τις θετικές επιστήμες, αν και σε κάποια σημεία αναπόφευκτα θα ασχοληθούμε και με την φιλοσοφία η οποία θεωρείται από πολλούς μάλλον non-exact science, μη-ακριβής επιστήμη. Κατά κύριο λόγο βασιστήκαμε στις προσωπικές μας σημειώσεις από εισηγήσεις (τόσο του γράφοντος αλλά και διάφορων άλλων ομιλητών) σε ένα συνέδριο που έγινε το 2002 στο Κολλέγιο All Souls της Οξφόρδης σχετικά με την λεγόμενη Αξιωματική Κβαντική Θεωρία Πεδίων και Φυσική Φιλοσοφία (Axiomatic Quantum Field Theory and Natural Philosophy). Ένας εκ των βασικών ομιλητών ήταν ο γερμανός φυσικός Rudolf Haag (καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου). Σημαντικό βέβαια input αποτέλεσαν και οι διάφορες συζητήσεις στην open week που αναφέραμε παραπάνω.

2. Ο γράφων θυμάται μια ιδιωτική συζήτηση με τον Ζακ Ντεριντά στις αρχές της χιλιετίας όπου υποστήριξε πως περισσότερο από το μισό της φιλοσοφίας δεν θα υπήρχε εάν οι φιλόσοφοι μπορούσαν να ορίσουν επακριβώς τις διάφορες έννοιες με μια ακριβή γλώσσα που να συμφωνούν όλοι (όπως συμβαίνει πχ στα μαθηματικά όπου όλοι οι μαθηματικοί στον κόσμο όταν λένε «δακτύλιος» ή «συνομολογία» καταλαβαίνουν χωρίς καμία παρεξήγηση ή παρερμηνεία τι εννοούν και όλοι συμφωνούν και αποδέχονται την έννοια). Μάλλον με λίγη έκπληξη (λίγη και όχι πολύ διότι ο Ντεριντά είχε σπουδάσει και μαθηματικά) ο γράφων διαπίστωσε πως ο συνομιλητής του συμφωνούσε. Όσο και αν η φιλοσοφία μπορεί να μην ικανοποιεί τους φυσικο-μαθηματικούς (τους επιστήμονες των θετικών επιστημών γενικότερα) σε θέματα αυστηρότητας και ακριβολογίας, από κάποιο σημείο και μετά αναπόφευκτα εισέρχεται κανείς στα χωράφια της.

Ας επανέρθουμε στο θέμα μας. Θα δώσουμε παρακάτω 5 πιθανές απαντήσεις για το τι είναι πραγματικότητα, όλες εν μέρει προβληματικές.

Μια πρώτη απάντηση στο ερώτημα θα ήταν πως πραγματικότητα είναι ό,τι προσλαμβάνουμε (αισθανόμαστε) με τις 5 αισθήσεις μας. Η απάντηση αυτή έχει αδυναμίες: Τι εννοούμε ακριβώς με την λέξη «προσλαμβάνουμε (αισθανόμαστε)»; Ένα πρόσφατο παράδειγμα είναι το εξής: το περίφημο μποζόνιο Χιγκς δεν το «είδε» κανείς στο CERN με τον άμεσο τρόπο πχ που βλέπω το πληκτρολόγιο με το οποίο γράφω το παρόν άρθρο αλλά όλοι έχουν πεισθεί για την ύπαρξή του μέσω διάφορων λογικών συλλογισμών και «έμμεσων» παρατηρήσεων. Επίσης πως «αισθανόμαστε» τον αριθμό 5; Μπορούμε να δούμε 5 μήλα, να δούμε το αραβικό σύμβολο 5 που συμβολίζει αυτό τον αριθμό, να αγγίξουμε 5 καρέκλες σε ένα σκοτεινό δωμάτιο, να ακούσουμε 5 ήχους, να γευθούμε 5 διαφορετικά φαγητά αλλά πως καταλαβαίνουμε τον αριθμό 5; Σαφώς ο αριθμός αυτός αποτελεί κομμάτι της πραγματικότητας. Μια άλλη αντίρρηση αφορά το πόσο μπορούμε να εμπιστευόμαστε τις αισθήσεις μας μιας και αυτές δεν αποτελούν παρά κάποιες φυσικές διαδικασίες του εγκεφάλου (βλέπε παρακάτω αναλυτικά περί φυσικής στην παράγραφο Β).

Μια δεύτερη απάντηση θα ήταν πως πραγματικότητα είναι ό,τι φαίνεται να υπάρχει σε ένα αρκούντος μεγάλο πλήθος ανθρώπων, συνεπώς περιορίζουμε τον υποκειμενικό παράγοντα. Στην περίπτωση αυτή η ψυχολογία των μαζών και η ψυχιατρική μιλά για μαζικές ψευδαισθήσεις, ένα παράδειγμα είναι το “koro” (σύνδρομο συστολής γεννητικών οργάνων). Συνεπώς το πληθυσμιακό κριτήριο δεν αποτελεί εχέγγυο της πραγματικότητας.

Μια άλλη επιλογή θα ήταν πως πραγματικότητα είναι κάτι που ανθίσταται στις πεποιθήσεις: Πραγματικότητα είναι κάτι που αν πάψεις να το πιστεύεις δεν εξαφανίζεται. Όμως πράγματα που δεν είναι πραγματικά μπορούν να είναι επίμονα, όπως για παράδειγμα οι εφιάλτες. Επίσης αντικείμενα που τα θεωρούμε πραγματικά, όπως η τιμή μιας μετοχής ή το χρηματιστήριο, αν πάψουν όλοι να τα πιστεύουν θα εξαφανιστούν άμεσα.

Ίσως βρούμε κάποιον πιο πετυχημένο ορισμό εάν ακολουθήσουμε αντίθετη πορεία: Πραγματικότητα είναι αυτό που παραμένει όταν εμείς ως υποκείμενα βγούμε τελείως εκτός κάδρου, δηλαδή ο «κόσμος» που δεν επηρεάζεται από τις ανθρώπινες επιθυμίες, τάσεις, συναισθήματα και εν γένει παρουσία. Με τον ορισμό αυτό, εξαιρούνται πολλά αντικείμενα που τα θεωρούμε μέρος της πραγματικότητας (πχ οι γλώσσες, οι πόλεμοι, η οικονομική κρίση). Έχει πάντως το πλεονέκτημα αυτός ο ορισμός πως αποκλείει την ανθρώπινη υποκειμενικότητα καθολικά στο σύνολό της.

Ένας άλλος ορισμός θα ήταν πως πραγματικότητα είναι τα θεμελιώδη στοιχεία πάνω στα οποία όλα τα υπόλοιπα βασίζονται. Συνεπώς η πραγματικότητα είναι το (άγνωστο;) θεμέλιο πάνω στο οποίο στηρίζονται τα πάντα. Με τον ορισμό αυτό βέβαια το όρος Έβερεστ δεν αποτελεί κομμάτι της πραγματικότητας μιας και αυτό αποτελείται από μια αλυσίδα βαθμίδων που ιεραρχικά η μια στηρίζεται στην επόμενη (δηλαδή το βουνό αποτελείται από χώμα-πετρώματα, το καθένα αποτελείται από μόρια, το κάθε μόριο από άτομα, τα άτομα από πρωτόνια-νετρόνια-ηλεκτρόνια κοκ).

Υπάρχει συνεπώς κάτι πραγματικό; Φυσικά θα πει κάποιος. Αν υπάρχει αντίρρηση, προσπαθήστε να δώσετε μια κλωτσιά σε έναν τοίχο! Αν προς στιγμή παρακάμψουμε το θέμα του εάν κάποιος μπορεί (και αν ναι σε πιο βαθμό) να εμπιστεύεται τις αισθήσεις του, τι κλωτσάμε στην πραγματικότητα; Η απάντηση είναι όχι πολλά! Η σύγχρονη επιστήμη απαιτεί εντυπωσιακά λίγα συστατικά για να περιγράψει έναν τοίχο: μια χούφτα από διαφορετικά είδη στοιχειωδών σωματίων και τις δυνάμεις που αναπτύσσονται μεταξύ τους (που περιγράφονται με κάποιες εξισώσεις).

Ο πόνος που θα νιώσετε αν κλωτσήσετε ένα τοίχο σας κάνει να πιστεύετε πως ο τοίχος αποτελεί αναμφίβολα μέρος της πραγματικότητας αλλά αν το εξετάσετε επιστημονικά θα αρχίσετε γρήγορα να αμφιβάλλετε. Ο τοίχος αποτελείται από μόρια κάποιου υλικού (βασικά τούβλα, λάσπη, τσιμέντο, με άλλα λόγια χώμα, δηλαδή κυρίως πυρίτιο), τα μόρια αποτελούνται από άτομα και τα άτομα από τον πυρήνα (πρωτόνια και νετρόνια) και από ηλεκτρόνια. Η αλήθεια όμως είναι πως τα άτομα κυρίως αποτελούνται από κενό χώρο: Αν κάνετε μια αλλαγή κλίμακας (για παιδαγωγικούς-διαισθητικούς λόγους) και σκεφτείτε πως ο πυρήνας είναι ο ήλιος, τότε το κοντινότερο ηλεκτρόνιο βρίσκεται σε απόσταση 2,5 φορές από την απόσταση της γης και στο ενδιάμεσο δεν υπάρχει απολύτως τίποτε! Εάν λοιπόν τόσο μεγάλο κομμάτι της πραγματικότητας αποτελείται ουσιαστικά από κενό χώρο, τι είναι αυτό που δίδει στην ύλη υπόσταση;

Η σύγχρονη φυσική έχει την απάντηση: τα ηλεκτρόνια και η απαγορευτική αρχή του Pauli. Όσο και αν προσπαθήσεις, δεν μπορείς να φέρεις 2 ηλεκτρόνια (γενικότερα φερμιόνια, σωμάτια με ημιακέραιο σπιν) στην ίδια κβαντική κατάσταση. Τα ηλεκτρόνια δίδουν σχήμα στην ύλη. Στο παράδειγμα της κλωτσιάς παραπάνω, η αλήθεια είναι ότι τα ηλεκτρόνια στο πόδι δεν έρχονται ούτε κατά διάνοια σε «επαφή» με τα ηλεκτρόνια του τοίχου, υπάρχουν μόνο ηλεκτροστατικές απωστικές δυνάμεις μεταξύ τους (αν χρησιμοποιήσουμε την κλίμακα του πλανητικού μας συστήματος, τα ηλεκτρόνια στο πόδι και τα ηλεκτρόνια του τοίχου αποτελούν…διαφορετικά αστέρια!) Εδώ να σημειώσουμε πως η εικόνα πρέπει να συμπληρωθεί και με τα υπόλοιπα στοιχειώδη σωμάτια του στάνταρ μοντέλου και πως με όλα αυτά μαζί, το μεγαλύτερο κομμάτι της ύλης, το 96% (σκοτεινή ύλη και σκοτεινή ενέργεια) δεν ξέρουμε από τι αποτελείται.


Β. Είναι η ύλη πραγματική;

Ας δούμε τώρα εάν και αυτό το 4% της ύλης (θα την λέμε συνήθη ύλη, είναι η ύλη γύρω μας που μας περιβάλει στην καθημερινή μας ζωή) αποτελεί κομμάτι της πραγματικότητας. Συνεπώς ρωτάμε: Αποτελεί η συνήθης ύλη κομμάτι της πραγματικότητας;

Κάποιοι πιστεύουν στην ύπαρξη του Θεού και κάποιοι όχι. Κάποιοι πιστεύουν πως υπάρχουν εξωγήινοι πολιτισμοί και κάποιοι όχι. Όλοι όμως συμφωνούν ότι η οθόνη του υπολογιστή από την οποία διαβάζουν αυτό το άρθρο αποτελείται από συνήθη ύλη και συνιστά ένα από τα πιο σίγουρα κομμάτια της πραγματικότητας, η οθόνη σίγουρα υπάρχει! Είναι όμως τα πράγματα έτσι; Αν ακολουθήσουμε τον ορισμό 5 θα ανατρέξουμε στο θεμελιώδες επίπεδο, δηλαδή με την μέχρι τώρα γνώση θα καταλήξουμε στην κβαντομηχανική. Φαίνεται πως η κβαντομηχανική μας μπερδεύει…Υπάρχουν κενά στην διαισθητική κατανόηση της φυσικής πραγματικότητας. To πρόβλημα ξεκινά από την βασική αντιδιαισθητική αρχή της κβαντομηχανικής που περιγράφεται με τον όρο «κυματοσωματιδιακός δυϊσμός».

Ας προσπαθήσουμε να περιγράψουμε την αρχή αυτή πειραματικά. Φανταστείτε ότι έχετε μια λάμπα γραφείου και ένα διαχωριστικό πέτασμα (πχ ένα απλό χονδρό αδιαφανές χαρτόνι) με τρύπες διαφορετικής διαμέτρου που παρεμβάλλεται μεταξύ της λάμπας και μια επιφάνεια προβολής, που μπορεί να είναι πχ ένας λευκός τοίχος. Όλα αυτά βρίσκονται μέσα σε ένα σκοτεινό δωμάτιο. Ανάβουμε την λάμπα, στον τοίχο βλέπουμε σκιά λόγω του αδιαφανούς χαρτονιού που παρεμβάλλεται μεταξύ λάμπας και τοίχου και λευκές κηλίδες που σχηματίζονται από το φως που διέρχεται μέσα από τις οπές του χαρτονιού. Αν μικρύνουμε τις οπές θα μικρύνουν και οι φωτεινές κηλίδες. Παρατηρούμε όμως ότι αν μικρύνουμε τις οπές πολύ, οι κηλίδες θα χαθούν και στη θέση τους θα εμφανιστεί το παρακάτω σχήμα από φωτεινούς και σκοτεινούς δακτυλίους (αυτό λέγεται airy pattern, αέρινος σχηματισμός).

Ο σχηματισμός αυτός εμφανίζεται όταν κύματα διέρχονται από οπές (συμβολή). Το εύρημα δεν μας εκπλήσσει, γνωρίζουμε ότι το φως έχει κυματικές ιδιότητες. Αλλάζουμε κάπως την πειραματική διάταξη: Αντί της λάμπας έχουμε ένα κανόνι ηλεκτρονίων (σαν αυτά στις παλιές τηλεοράσεις καθοδικού σωλήνα) και αντί του λευκού τοίχου έχουμε μια φωσφορίζουσα επιφάνεια που δημιουργεί μια μικρή λάμψη όταν πάνω της πέσει κάποιο ηλεκτρόνιο, συνεπώς καταγράφουμε τα σημεία στα οποία χτυπάνε τα ηλεκτρόνια. Τα αποτελέσματα είναι παρόμοια, με μικρές οπές παίρνουμε πάλι τον αέρινο σχηματισμό. Τώρα το αποτέλεσμα αρχίζει να μας παραξενεύει, τα ηλεκτρόνια είναι σωμάτια που πέφτουν σε συγκεκριμένα σημεία πάνω στην φωσφορίζουσα οθόνη και δεν διαχωρίζονται. Όμως φαίνεται να συμπεριφέρονται ως κύματα που δεν έχουν ακριβή χωροθέτηση αλλά απλώνονται στο χώρο, διαχωρίζονται και συγχωνεύονται όταν συναντώνται. Ίσως τελικά τα πράγματα να μην είναι και τόσο παράξενα λόγω του πλήθους των ηλεκτρονίων: παραβάλετε την κατάσταση με το νερό που αν και αποτελείται από μόρια, λόγω της μεγάλης ποσότητας μακροσκοπικά αν ρίξουμε μια πέτρα δημιουργούνται κυματισμοί. Μια απλή μεταβολή στο πείραμα δείχνει πως κάτι βαθύτερο συμβαίνει εδώ. Αν θεωρήσουμε πως έχουμε ένα κανόνι που ρίχνει 1 ηλεκτρόνιο κάθε λεπτό, τότε ο αέρινος σχηματισμός εξαφανίζεται και το μόνο που θα βλέπουμε είναι μια μικρή λάμψη στην οθόνη κάθε λεπτό. Αφήνουμε τη διάταξη νε λειτουργήσει για πολύ ώρα και τελικά αποτυπώνουμε όλα τα σημεία των εκλάμψεων συνολικά. Η μεγάλη έκπληξη είναι πως δεν αποκτάμε μια τυχαία κατανομή αλλά και πάλι τον αέρινο σχηματισμό! Το κάθε ηλεκτρόνιο δεν μπορεί να γνώριζε που χτύπησε το προηγούμενο και που θα χτυπήσει το επόμενο, άρα δεν μπορούν να «συνεννοηθούν». Αυτό που φαίνεται πως συμβαίνει είναι ότι το ηλεκτρόνιο δημιουργήθηκε ως σωμάτιο από το κανόνι, ταξίδεψε ως κύμα διαμέσου της οπής για να σχηματιστεί ο αέρινος σχηματισμός και ξαναέγινε σωμάτιο για να φανεί η συγκριμένη λάμψη όταν πέσει πάνω στην φωσφορίζουσα οθόνη. (Πλήθος άλλων πειραμάτων έχουν επιβεβαιώσει τον περίφημο κυματοσωματιδιακό δυϊσμό). Η ιδιότητα αυτή υπάρχει σε όλα τα στοιχειώδη σωμάτια (ηλεκτρόνια, πρωτόνια, νετρόνια κλπ αλλά και σε σωμάτια που φαίνονται σε μικροσκόπιο, το μεγαλύτερο μόριο στο οποίο μέχρι στιγμής έχει παρατηρηθεί ο κυματοσωματιδιακός δυϊσμός είναι το λεγόμενο buckyball (fullerene C60, μήκους περίπου 60 μικρομέτρων (μm, 1μm = 10^(-6)m), οι Kroto, Curl, Smalley μοιράστηκαν το Νομπέλ Χημείας 1996 για την ανακάλυψη αυτή. Συγκρίνετε με το μέγεθος του ηλεκτρονίου που είναι της τάξης 10^(-15)m, ένα δισεκατομμύριο φορές μικρότερο από το μόριο του buckyball).

Η σωματιδιακή φύση είναι μάλλον πιο εύκολη να γίνει αντιληπτή διαισθητικά. Η κυματική είναι δύσκολη: Αν και οι κυματοσυναρτήσεις (τα μαθηματικά αντικείμενα που περιγράφουν τα κβαντικά σωμάτια) έχουν πλάτος και φάση όπως τα συνηθισμένα κύματα (το πλάτος δείχνει πόσο αποκλίνει από την βασική στάθμη, η φάση δείχνει σε πιο σημείο του κύκλου βρίσκεται), εμφανίζουν φαινόμενα συμβολής (δηλαδή άνω και κάτω φάσεις όταν συναντηθούν αλληλοαναιρούνται), δεν είναι καθόλου καθαρό σε τι πράγμα μέσα βρίσκονται και διαδίδονται αυτά τα κύματα (ο Einstein εύστοχα μίλαγε για ένα «πεδίο φάντασμα» ως μέσο διάδοσής, λογικό διότι οι κυματοσυναρτήσεις είναι μιγαδικές και όχι πραγματικές συναρτήσεις!) Στα συνηθισμένα κύματα σε κάποιο μέσο πχ νερό, η ενέργεια υπολογίζεται από το τετράγωνο του πλάτους. Οι κβαντικές κυματοσυναρτήσεις όμως δεν φέρουν ενέργεια και το τετράγωνό τους (πραγματικός αριθμός) δίδει την πιθανότητα εμφάνισης του σωματιδίου στην συγκεκριμένη θέση. Το σωμάτιο συνεπώς αποτελεί μια μιγαδική συνάρτηση με τα παραπάνω χαρακτηριστικά που διαδίδεται μέσα σε έναν φανταστικό χώρο. Φανερά το σημείο εκείνο στο οποίο μια φυσική «οντότητα» αλλάζει υπόσταση και από ένα κύμα πιθανότητας με δυνατότητα ύπαρξης απλωμένη στο χώρο μετατρέπεται σε ένα πραγματικό, χωροχρονικά εντοπισμένο αντικείμενο (σωμάτιο) είναι κρίσιμο για να κατανοήσουμε εάν η ύλη είναι πραγματική. Όταν το σωμάτιο αποκτά υλική υπόσταση σε κάποιο συγκεκριμένο σημείο του χώρου, τότε συμβαίνει αυτό που περιγράφεται με τον όρο «κατάρρευση της κυματοσυνάρτησης»: Από μια απειρία πιθανών δυνατοτήτων επιλέγεται μόνο μια. Τι ακριβώς συμβαίνει εκείνη τη στιγμή και γιατί επιλέγεται μια κατάσταση αντί των υπολοίπων είναι μυστήριο.

Μια βασική ερώτηση είναι πότε γίνεται αυτή η επιλογή. Στο παραπάνω πείραμα, φανερά αυτό γίνεται μόλις πριν εμφανιστεί η λάμψη στην φωσφορίζουσα οθόνη (για να εμφανιστεί η λάμψη κάτι πρέπει να υπήρχε εκεί που είχε υλική υπόσταση, δεν θα εμφανιζόταν λάμψη εάν υπήρχε μόνο ένα κύμα πιθανότητας). Υποθέστε τώρα ότι δεν μπορούμε να είμαστε ως φυσική παρουσία στο εργαστήριο οπότε τοποθετούμε μια κάμερα στραμμένη προς την φωσφορίζουσα οθόνη και το αποτέλεσμα στέλνεται μέσω δορυφορικής ζεύξης στην οθόνη του υπολογιστή μας σε ένα διαφορετικό σημείο της υδρογείου. Στην περίπτωση αυτή τα φωτόνια (η λάμψη) από την φωσφορίζουσα οθόνη ταξιδεύουν προς την κάμερα που τα καταγράφει και η διαδικασία επαναλαμβάνεται: Όπως τα ηλεκτρόνια, έτσι και τα φωτόνια ταξιδεύουν ως κύματα και φτάνουν ως σωμάτια. Για ποιο λόγο να πιστέψουμε ότι η μετάβαση στην πραγματικότητα έγινε στην φωσφορίζουσα οθόνη και όχι στην κάμερα; Αρχικά φαινόταν ότι η φωσφορίζουσα οθόνη ήταν η μετρητική διάταξη και το ηλεκτρόνιο ήταν το μετρούμενο σωμάτιο. Ύστερα όμως η μετρητική διάταξη έγινε η κάμερα και η φωσφορίζουσα οθόνη αποτέλεσε τμήμα του μετρούμενου συστήματος. Δοθέντος ότι κάθε παρεμβαλλόμενη φυσική διάταξη που αναμεταδίδει την μέτρηση και μπορεί να προστεθεί σε αυτή την ακολουθία, δηλαδή κάμερα, υπολογιστής, τα μάτια μας, ο εγκέφαλός μας, αποτελούνται από στοιχειώδη σωμάτια με τα ίδια χαρακτηριστικά όπως το αρχικό ηλεκτρόνιο που θέλαμε να παρατηρήσουμε, πως μπορούμε να καθορίσουμε το στάδιο που θα βάλουμε το φράγμα στο τι μετράται και ποιος ή τι κάνει την μέτρηση; Πότε καταρρέει δηλαδή η κυματοσυνάρτηση; Τι ανήκει στην πραγματικότητα και τι όχι;

Αυτή η αυξανόμενη ακολουθία-αλυσίδα παρεμβαλλόμενων αντικειμένων αποκαλείται αλυσίδα von-Neumannn. O Εugene Wigner, συνάδελφος του Neumannn στο Πρίνστον πρότεινε πως η αλυσίδα θα πρέπει να σπάσει (να μπει το φράγμα που αναφέραμε παραπάνω) όταν συναντήσουμε τον πρώτο κρίκο που δεν αποτελείται με προφανή τρόπο από (συνήθη) ύλη: Αυτό είναι η συνείδηση του παρατηρητή. Όταν λοιπόν η συνείδηση μπαίνει στο κάδρο, η κυματοσυνάρτηση καταρρέει και η πιθανότητα γίνεται πραγματικότητα. Εδώ να σημειώσουμε ότι οι John von-Neumann και Eugene Wigner αποτελούν ονόματα πολύ γνωστά στους φυσικούς και μαθηματικούς, πρόκειται για πολύ σημαντικούς επιστήμονες του 20ου αιώνα). Πόσο «exact science» είναι αυτό; Και τι ακριβώς είναι η συνείδηση;

(Θυμίζουμε εδώ πως σε παλαιότερο άρθρο του γράφοντος για τις ερμηνείες της κβαντομηχανικής είχε αναφερθεί σύντομα αυτή η ερμηνεία που εμπλέκει την συνείδηση). Τέλος πάντων, η ιδέα ότι η συνείδηση είναι υπεύθυνη για την πραγματικότητα είναι βαθειά περίεργη και δεν αποτελεί έκπληξη πως ελάχιστοι την ασπάζονται. Υπάρχει και άλλη εναλλακτική ερμηνεία στο πρόβλημα της μέτρησης που δεν περιλαμβάνει την συνείδηση με επίσης περίεργες συνέπειες. Πριν από αυτό όμως ας δούμε την ιδέα του Wigner πιο προσεκτικά: Εάν ένας συνειδητός παρατηρητής δεν ευθύνεται για την κατάρρευση της κυματοσυνάρτησης, έχουμε περίεργα επακόλουθα: Καθώς προσθέτουμε κρίκους στην αλυσίδα von-Neumann, τόσο περισσότερα αντικείμενα μεταπίπτουν από την κατάσταση της μετρικής διάταξης στην κατάσταση του μετρούμενου αντικειμένου και συνεπώς η πιθανοθεωρητική φύση αποτελεί πλέον ιδιότητα και αυτών. Μια τέτοια ιδιότητα είναι και η υπέρθεση, συνεπώς η δυνατότητα να βρίσκεται κάτι σε περισσότερες από μια θέσεις ταυτόχρονα θα υπάρχει και σε μακροσκοπικές συσκευές παρατήρησης (πχ κάμερες). Άρα η κβαντική απροσδιοριστία (του Heisenberg) θα πρέπει να επεκταθεί και σε μακροσκοπικό επίπεδο! Αν από την άλλη υιοθετήσουμε την ερμηνεία Wigner και η κυματοσυνάρτηση καταρρέει όταν η συνείδηση μπαίνει στο παιγνίδι, τότε πολύ απλά η ύλη δεν μπορεί να θεωρηθεί μέρος της πραγματικότητας (εκτός εάν βρίσκεται κάποιος να την παρατηρεί-μετρά). Ας είμαστε όπως λίγο πιο προσεκτικοί: Ακόμη και αν συμφωνήσουμε με την ιδέα ότι η συνείδηση χρειάζεται για να καταρρεύσει η κυματοσυνάρτηση (να σπάσει η αλυσίδα von-Neumann), αυστηρά μιλώντας αυτό που έπεται είναι ότι οι δυναμικές ιδιότητες της ύλης όπως θέση, ορμή, σπιν κλπ εξαρτώνται από τον εγκέφαλο-παρατηρητή. Δεν έπεται ότι οι στατικές ιδιότητες της ύλης (μάζα, φορτίο κλπ) εξαρτώνται από αυτόν.. Οι στατικές ιδιότητες είναι παρούσες είτε κάποιος παρατηρεί είτε όχι. Συνεπώς το ερώτημα που ανακύπτει είναι εάν επανορίζοντας την ύλη ως κάποιο σύνολο στατικών ιδιοτήτων διατηρεί αρκετά από τα ενδογενή συστατικά της ώστε να θεωρήσουμε την ύλη ως μέρος της πραγματικότητας.. Σε έναν κόσμο χωρίς εγκεφάλους τότε θα υπήρχαν ιδιότητες όπως μάζα και φορτίο αλλά τα πράγματα δεν θα βρίσκονταν σε κάποια συγκεκριμένη θέση ούτε θα ταξίδευαν προς κάποια συγκεκριμένη διεύθυνση. Ένας τέτοιος κόσμος είναι πολύ διαφορετικός από τον κόσμο που μας φανερώνεται στην καθημερινότητά μας. Ο Werner Heisenberg σημειώνει: «Η οντολογία του υλισμού εδράζεται στην ψευδαίσθηση πως το είδος της ύπαρξης, η άμεση πραγματικότητα του κόσμου γύρω μας μπορεί να επεκταθεί στην ατομική κλίμακα. Αυτή η επέκταση όμως είναι αδύνατη, … τα άτομα δεν είναι πράγματα-αντικείμενα». Συνεπώς με αυτή την προσέγγιση, το καλύτερο που μπορούμε να επιτύχουμε είναι η αποδοχή πως κάποια πράγματα υπάρχουν ανεξάρτητα από την ύπαρξη ημών των ανθρώπων παρατηρητών αν και αυτά τα παραμένοντα έχουν μικρή σχέση με την διαισθητική μας κατανόηση της ύλης. (Όλα αυτά σχετίζονται κυρίως αλλά όχι αποκλειστικά με τον ορισμό 4).

Ας ακολουθήσουμε τον ορισμό 5: Η πραγματικότητα είναι το θεμέλιο των πάντων. Εδώ θα χρειασθούμε την λεγόμενη επιστημονική αναγωγική ερμηνεία. Το μεγαλύτερο πλεονέκτημα των επιστημονικών θεωριών έγκειται στην ενόραση ότι μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε μια θεωρία που εφαρμόζεται σε ένα συγκεκριμένο σύνολο αντικειμένων για να εξηγήσουμε την συμπεριφορά ενός διαφορετικού συνόλου αντικειμένων. Συνεπώς δεν χρειαζόμαστε ένα επιπρόσθετο σύνολο κανόνων και αρχών για να ερμηνεύσουμε το δεύτερο σύνολο. Ένα παράδειγμα είναι η χρήση φυσικών και χημικών αρχών για την ερμηνεία βιολογικών φαινομένων. Η συμπεριφορά των κυττάρων που αποτελούν έναν οργανισμό ερμηνεύεται με βάση ιδιότητες του κυτταρικού πυρήνα, των μιτοχονδρίων και άλλων υποκυτταρικών οντοτήτων οι οποίες με την σειρά τους ερμηνεύονται με βάση κάποιες χημικές αντιδράσεις και οι οποίες με την σειρά τους ερμηνεύονται με βάση την κβαντική συμπεριφορά των ηλεκτρονίων της εξωτερικής στιβάδας κάποιων ατόμων στοιχείων. Συνεπώς η ερμηνεία των ιατρικών φαινομένων ανάγεται στην ερμηνεία βιολογικών φαινομένων η οποία με τη σειρά της ανάγεται στην χημεία για να καταλήξουμε στο πιο θεμελιώδες επίπεδο που είναι η (κβαντική) φυσική. (Σημείωση για τους ειδικούς: Επιγραμματικά να σημειώσουμε ότι η φυσικο-μαθηματική δικαιολόγηση της επιστημονικής αναγωγής προκύπτει βασικά από την περίφημη εξίσωση της εντροπίας του Boltzmann S = k lnW). Ακολουθώντας λοιπόν αυτή την αναγωγική πορεία για την ερμηνεία των φαινομένων γύρω μας, το πρώτο βήμα είναι η αναγωγή δηλώσεων σχετικών με μέσης κλίμακας αντικείμενα που βρίσκονται γύρω μας (όπως τούβλα, εγκέφαλος, μέλισσες μέχρι βακτήρια) σε δηλώσεις για μόρια. Μετά κάνουμε την αναγωγή σε ατομικό επίπεδο (αφού τα μόρια αποτελούνται από άτομα) και στην συνέχεια πάμε σε υποατομικό επίπεδο (ηλεκτρόνια, πρωτόνια, νετρόνια, κουάρκς και φτάνουμε μέχρι την θεωρία υπερχορδών που αποτελεί την μικρότερη γνωστή (μέχρι σήμερα) υποθετική υποατομική κλίμακα. Η αλήθεια βέβαια είναι πως οι υπερχορδές δεν έχουν επιβεβαιωθεί πειραματικά και ούτε καν συμφωνούν όλοι για την ύπαρξή τους. Δεν υπάρχει λόγος να σταματήσουμε την αναγωγή στο επίπεδο αυτό μιας και μπορούμε να αντιληφθούμε τα πιο βασικά φυσικά αντικείμενα με όρους χωροχρονικού προσδιορισμού: Αντί να μιλάμε για κάποιο σωμάτιο που υπάρχει σε κάποια μέρη του χώρου και για κάποια χρονική περίοδο μπορούμε να ανάγουμε την κουβέντα σε κάποια περιοχή του χώρου που καταλαμβάνεται μεταξύ κάποιων χρονικών στιγμών. Μπορούμε να πάμε ακόμη σε πιο θεμελιώδες επίπεδο. Εάν θεωρήσουμε ένα σταθερό (αυθαίρετα επιλεγμένο) σημείο στον χώρο και μια μονάδα μέτρησης χωρικής απόστασης τότε μπορούμε να εξειδικεύσουμε κάθε άλλο σημείο του χώρου με 3 (ή περισσότερους ανάλογα με την διάσταση), αριθμούς, τις συντεταγμένες. Συνεπώς κάθε σημείο αναπαρίσταται με ένα σύνολο από 4 αριθμούς (3 για τον χώρο και έναν για τον χρόνο), οπότε η πραγματικότητα ανάγεται τελικά σε κάποιους αριθμούς. (Δεν θα ασχοληθούμε εδώ με την λεγόμενη ενορατική ή ασημειακή γεωμετρία, intuitive or pointless geometry). Εδώ τώρα μπαίνουμε στα χωράφια των μαθηματικών και γνωρίζουμε ότι οι μαθηματικοί έχουν αναγάγει τους αριθμούς στην ύπαρξη πιο θεμελιωδών αντικειμένων που είναι τα σύνολα. Η μέθοδος είναι απλή: Αντικαθιστούμε το μηδέν με το κενό σύνολο κοκ (βλέπε παρακάτω Παράγραφο Γ). Συνεπώς η ύπαρξη του υλικού κόσμου ανάγεται στην ύπαρξη μιας διάταξης συνόλων. Άρα πρέπει να καταλάβουμε τι είναι τα σύνολα.

Υπάρχουν δυο απόψεις για τα μαθηματικά αντικείμενα που μας ενδιαφέρουν εδώ: Η πρώτη είναι να τα θεωρήσουμε ως Πλατωνικά αντικείμενα, δηλαδή δεν είναι σαν τα υπόλοιπα υλικά αντικείμενα που ξέρουμε, δεν αποτελούνται φυσικά από ύλη, δεν υπάρχουν στον χωρόχρονο, δεν μεταβάλλονται, δεν δημιουργούνται ούτε καταστρέφονται, υπάρχουν σε μια τρίτη σφαίρα, διαφορετική αυτών της υλικής πραγματικότητας από τη μια μεριά ή αυτής των πνευματικών αντικειμένων όπως οι σκέψεις, οι ιδέες, τα συναισθήματα, οι προκαταλήψεις κλπ.

Η δεύτερη προσέγγιση είναι να θεωρήσουμε τα μαθηματικά αντικείμενα ως θεμελιωδώς πνευματικά που μοιάζουν με άλλα πράγματα που περνάνε από το μυαλό μας όπως σκέψεις, ιδέες, σχέδια, έννοιες κλπ. Δεν είναι όμως υποκειμενικά, και άλλοι μπορούν να έχουν τις ίδιες (μαθηματικές) έννοιες στο μυαλό τους οπότε όλοι μαζί έχουμε το ίδιο πράγμα στο μυαλό μας όταν μιλάμε για το Πυθαγόρειο Θεώρημα. Παρόλα αυτά όμως τα μαθηματικά υπάρχουν μόνο στο μυαλό μας.

Οποιαδήποτε από τις παραπάνω δύο θεωρήσεις και αν υιοθετήσει κάποιος, οδηγείται σε περίεργα συμπεράσματα: Εάν στο θεμελιώδες επίπεδο η πραγματικότητα δεν είναι τίποτε άλλο παρά σύνολα και εάν τα σύνολα είναι είτε Πλατωνικά αντικείμενα είτε πνευματικά αντικείμενα μέσα στο μυαλό μας, τότε τα υλικά αντικείμενα έχουν εξαφανισθεί από το κάδρο και δεν μπορεί να ανήκουν στην πραγματικότητα με την έννοια του να αποτελούν το θεμέλιο των πάντων. Εάν συνεπώς ακολουθήσουμε την οδό της επιστημονικής αναγωγής, καταλήγουμε σε αντικείμενα που δεν μοιάζουν ούτε με μικρές μπαλίτσες (με τους συνδυασμούς των οποίων προκύπτουν τα υλικά πράγματα), ούτε καν με μικροσκοπικές παλλόμενες χορδές σε κάποιο χώρο πολλών διαστάσεων αλλά με μαθηματικές έννοιες όπως σύνολα, τοπολογικοί χώροι, πολλαπλότητες, διαφορικές μορφές, απεικονίσεις, συνομολογία κλπ.

Φυσικά η Πλατωνική άποψη για τα μαθηματικά σε καμιά περίπτωση δεν γίνεται αναντίρρητα αποδεκτή (αν και είναι μάλλον η άποψη των περισσότερων μαθηματικών, σε κάποιο βαθμό και του γράφοντος) μιας και δεν είναι καθόλου προφανές να αποδεχτεί κανείς την ύπαρξη του «Πλατωνικού κόσμου» ή του κόσμου των ιδεών του Πλάτωνα. Όμως αν υιοθετήσουμε την δεύτερη θεώρηση, αυτή των πνευματικών αντικειμένων που υπάρχουν μόνο στο μυαλό μας καταλήγουμε σε ένα μάλλον πιο παράξενο κυκλικό σενάριο: Η επιστημονική αναγωγή ανάγει τον ανθρώπινο μυαλό (μέσα στον οποίο ενυπάρχουν όλα τα πνευματικά αντικείμενα) στην δραστηριότητα του εγκεφάλου, τον εγκέφαλο σε ένα συσσωμάτωμα αλληλεπιδρόντων και αλληλοσυζευγμένων κυττάρων, τα κύτταρα σε μόρια, τα μόρια σε άτομα, τα άτομα σε υποατομικά σωμάτια, τα υποατομικά σωμάτια σε συλλογές χωροχρονικών σημείων, τις συλλογές χωροχρονικών σημείων σε σύνολα αριθμών και τα σύνολα αριθμών σε αφηρημένα σύνολα. Όμως τα αφηρημένα σύνολα ως πνευματικές οντότητες υπάρχουν μόνο μέσα στον εγκέφαλο, δηλαδή καταλήξαμε στην αφετηρία, στον εγκέφαλο!

Ένας παρόμοιος λογικός βρόγχος σχηματίζεται αν απορρίψουμε την συνειδησιακή ερμηνεία Wigner-Neumann της κβαντικής μηχανικής και υιοθετήσουμε την πολύ πιο δημοφιλή και διαδεδομένη ερμηνεία της σχολής της Κοπεγχάγης. Εδώ δεν υποτίθεται ότι η κυματοσυνάρτηση καταρρέει όταν ένα συνειδητό υποκείμενο παρατηρεί το αποτέλεσμα μιας μέτρησης αλλά η κατάρρευση επισυμβαίνει όταν το μετρούμενο αντικείμενο (το ηλεκτρόνιο) αλληλεπιδρά με την μετρητική συσκευή (φωσφορίζουσα οθόνη). Για τον λόγο αυτό η ερμηνεία αυτή υποθέτει πως η οθόνη δεν επιδεικνύει την περίεργη κβαντική συμπεριφορά του ηλεκτρονίου (υπέρθεση, απροσδιοριστία κλπ). Στην ερμηνεία της σχολής της Κοπεγχάγης συνεπώς τα αντικείμενα και οι διαδικασίες που περιγράφονται με μη-κβαντικούς (δηλαδή κλασικούς) όρους αποτελούν την βάση οποιαδήποτε φυσικής ερμηνείας. Και εδώ εμφανίζεται η κυκλικότητα του επιχειρήματος: Αναλύουμε τον καθημερινό κόσμο των αντικειμένων μέσης κλίμακας με όρους ανάλυσης σε όλο και μικρότερα συστατικά (τοίχος, πυρίτιο, μόριο, άτομο, ηλεκτρόνιο, πρωτόνιο) ώσπου να φτάσουμε σε συστατικά τόσο μικρά που απαιτείται η χρήση κβαντομηχανικής.. Όταν όμως φτάσουμε στο επίπεδο να περιγράψουμε τι συμβαίνει όταν μια κυματοσυνάρτηση καταρρέει σε ένα (υλικό) ηλεκτρόνιο την στιγμή που χτυπά σε μια φωσφορίζουσα οθόνη βασιζόμαστε σε μη-κβαντικά μακροσκοπικά αντικείμενα. Δηλαδή προσπαθούμε να ερμηνεύσουμε τα μακροσκοπικά αντικείμενα με βάση μικροσκοπικά συστατικά και την κβαντομηχανική αλλά για να ερμηνεύσουμε την κβαντομηχανική και τα αποτελέσματα των μετρήσεών της ξαναγυρνάμε στα μακροσκοπικά (κλασικά) αντικείμενα. Συνεπώς ποιο είναι το θεμελιώδες επίπεδο, το κβαντικό (μικροσκοπικό) ή το κλασικό (μακροσκοπικό); Αν και εδώ δεν χρησιμοποιούμε νοητικά αντικείμενα (όπως σύνολα), τίποτε δεν μπορεί να θεωρηθεί θεμελιώδες αφού δεν υπάρχει κάτι που να ερμηνεύει όλα τα υπόλοιπα και συνεπώς σύμφωνα με τον ορισμό 5 τίποτε δεν είναι εντός πραγματικότητας. Το κβαντικό απαιτεί το μακροσκοπικό για την ερμηνεία, το μακροσκοπικό δεν μπορεί να είναι θεμελιώδες αφού αποτελείται από μικρότερα συστατικά (πχ η φωσφορίζουσα οθόνη αποτελείται και αυτή από άτομα). Καταλήγουμε σε μια κυκλική εναλλαγή αντικειμένων και εννοιών που η μια χρειάζεται, στηρίζεται και σχετίζεται με κάποια άλλη. Στην αναζήτηση του θεμελιώδους συνεπώς καταλήξαμε σε κύκλους: Από τον εγκέφαλο μέσω των υλικών συστατικών αυτού καταλήξαμε πάλι στον εγκέφαλο ή στην περίπτωση της ερμηνείας της Κοπεγχάγης από το μακροσκοπικό πήγαμε στο μικροσκοπικό και μετά καταλήξαμε πάλι στο μακροσκοπικό. Συνεπώς τίποτε δεν είναι από μόνο του θεμελιώδες όπως ένας κύκλος δεν έχει αρχή. Άρα το δίδαγμα από τον σενάριο της επιστημονικής αναγωγής είναι πως είτε το θεμελιώδες δεν είναι υλικό (οπότε πάμε στον Πλατωνισμό) ή ότι δεν υπάρχει θεμελιώδης αρχή.


Γ. Μήπως όλα είναι αριθμοί;

Όταν ο Αϊνστάιν το 1916 ολοκλήρωσε τις εξισώσεις της γενικής θεωρίας σχετικότητας παρατήρησε ότι οι εξισώσεις μετέφεραν ένα αναπάντεχο μήνυμα: Το σύμπαν διαστέλλεται. Επειδή όμως είχε την πεποίθηση πως το σύμπαν είναι στατικό, αγνόησε το μήνυμα. Μερικά χρόνια αργότερα ο Έντγουιν Χάμπλ βρήκε ξεκάθαρες πειραματικές ενδείξεις για την διαστολή του σύμπαντος. Ο Αϊνστάιν αγνόησε αυτό που του έλεγαν τα μαθηματικά του και τιμωρήθηκε, έχασε την ευκαιρία να κάνει ακόμη μια σημαντική επιστημονική πρόβλεψη-ανακάλυψη.

Πως οι εξισώσεις γνώριζαν την διαστολή ενώ ο ίδιος την αγνοούσε; Εάν τα μαθηματικά είναι απλώς η γλώσσα της φυσικής στην περιγραφή του κόσμου, μια σύλληψη του εγκεφάλου, πως είναι δυνατόν να βγάζουν συμπεράσματα ξεπερνώντας τον δημιουργό τους; Ο Eugene Wigner το 1960 αποκάλεσε τα μαθηματικά «προ-επιστήμη» και «θαύμα» καθότι επιδεικνύουν μια ανεξήγητη αποτελεσματικότητα στις φυσικές επιστήμες. Το θαύμα συνεχίζεται: Πως ήξεραν τα μαθηματικά την ύπαρξη του μποζονίου Χιγκς 48 χρόνια πριν το ανακαλύψουν οι φυσικοί στον LHC του CERN; Μήπως τα μαθηματικά είναι η θεμελιώδης αρχή του ορισμού 5 και συνεπώς η πραγματικότητα; Δύσκολο να το πει κανείς αυτό με βεβαιότητα αν και πολλοί επιστήμονες υποστηρίζουν ότι το να πεις πως το σύμπαν βασίζεται στα μαθηματικά είναι μάλλον λιγότερο λάθος από το να πεις πως βασίζεται στην ύλη. Για να το αναλύσουμε κάπως αυτό θα πρέπει να εξετάσουμε που βασίζονται τα μαθηματικά.

Ο John Wheeler (γνωστός σε γενεές φυσικών και μαθηματικών από το μνημειώδες βιβλίο-εγκυκλοπαίδεια βαρύτητας Gravitation) υποστηρίζει πως η βάση των μαθηματικών είναι η ταυτολογία 0 = 0 (αυτό μας θυμίζει κάπως το Tractatus του Wittgenstein). Η συντριπτική πλειοψηφία των μαθηματικών που χρησιμοποιούνται στην φυσική μέχρι ώρας προκύπτουν από μια ενόραση, το κενό σύνολο, και ένα αξίωμα, πως το κενό σύνολο υπάρχει. Στη συνέχεια το κενό σύνολο αντιστοιχεί στον αριθμό μηδέν, μετά ορίζουμε το 1 ως το σύνολο με στοιχείο το κενό σύνολο, το 2 ως το σύνολο που περιέχει ως στοιχεί τα σύνολα που αντιστοιχούν στο 0 και στο 1 κοκ (Bertrand Russell, Theory of Types). Συνεχίζοντας να φωλιάζεις το τίποτα σαν ρώσικες κούκλες (η μια μέσα στην άλλη) και νατο το οικοδόμημα! Ένας καθηγητής μαθηματικής λογικής του γράφοντος στην Οξφόρδη ο D. Isaacson αστειευόμενος σοβαρά έλεγε πως «Αυτό είναι το τρομακτικό μυστικό των μαθηματικών: Βασίζονται στο τίποτε!» (Εδώ να θυμηθούμε από την τελευταία μαγνητοταινία του Κραπ του Μπέκετ μια φράση κλειδί: «Τίποτε δεν είναι πιο βέβαιο από το τίποτε» αλλά και την Θεία κένωση του Μονογενούς Υιού και Λόγου του Θεού). Η πραγματικότητα ανάγεται στα μαθηματικά και τα μαθηματικά ανάγονται στο τίποτε! Οι μαθηματικές δομές και έννοιες δεν υπάρχουν στον φυσικό χωρόχρονο (σύμφωνα με τον Πλάτωνα), υπάρχουν ανεξάρτητα του υλικού κόσμου και του σύμπαντος. Αυτό εγείρει μερικά ενδιαφέροντα ερωτήματα: Γιατί στην φυσική χρησιμοποιούμε μόνο μερικά από τα υπάρχοντα μαθηματικά; Η αλήθεια είναι πως μόνο ένα πολύ μικρό μέρος από τα υπάρχοντα μαθηματικά έχουν βρει εφαρμογή στις φυσικές επιστήμες. Κάποιοι επιστήμονες σαν τον Max Tegmark του MIT πιστεύουν ότι όλα τα μαθηματικά ισχύουν σε κάποια άλλα πολυσύμπαντα (τα αποκαλεί πολυσύμπαντα 4ου επιπέδου, κάτι τελείως διαφορετικό από τα πολυσύμπαντα των βράνων). Βέβαια όπως έχει συμβεί επανειλημμένα, φαινομενικά ανεφάρμοστα στον πραγματικό κόσμο μαθηματικά βρίσκουν αναπάντεχες εφαρμογές, όπως η άλγεβρα Boole στους υπολογιστές ή οι μιγαδικοί αριθμοί στην κβαντομηχανική ή ακόμη οι λεγόμενες μη-Ευκλείδειες γεωμετρίες στην Γενική θεωρία Σχετικότητας κλπ. Είναι πολύ σημαντικό όμως και το εξής σημείο: Ο ισχυρισμός ότι η φυσική πραγματικότητα σε θεμελιώδες επίπεδο είναι βασικά μαθηματική, μέχρι στιγμής έχει περάσει όλα τα τεστ! Δεν έχει βρεθεί κάτι μέχρι στιγμής στην φυσική (και σε όλες τις φυσικές επιστήμες) που να μην μπορεί να περιγραφεί με μαθηματικά. Ο Γαλιλαίος είχε πει πριν 400 χρόνια ότι το βιβλίο της φύσης γράφτηκε στην μαθηματική γλώσσα και αυτό ισχύει μέχρι σήμερα. Αν τα μαθηματικά δεν είναι το θεμέλιο των πάντων, τότε τι συνιστά το θεμέλιο; Αυτό το αφήνουμε στην μεταφυσική και την θεολογία προς το παρόν. (Για λόγους πληρότητας να σημειώσουμε πως με την theory of types του Russell ορίζονται οι φυσικοί αριθμοί και μετά με διάφορες μαθηματικές τεχνικές ορίζονται όλα τα υπόλοιπα, ακέραιοι, ρητοί, πραγματικοί, μιγαδικοί, τετραδικοί, τα οκτόνια κλπ).


Δ. Μήπως το σύμπαν είναι ένας κοσμικός (κβαντικός) υπολογιστής;

Πολλοί υποστηρίζουν την ιδέα ότι το σύμπαν είναι ένας τεράστιος υπολογιστής και τα πάντα ερμηνεύονται ως επεξεργασία πληροφορίας. Η κβαντική φυσική δεν διαφωνεί σθεναρά σε κάτι τέτοιο. Για παράδειγμα η περίφημη αρχή της απροσδιοριστίας του Heisenberg που υποδηλώνει πως δεν μπορούμε να γνωρίζουμε ταυτόχρονα την θέση και την ταχύτητα (ορμή) με απόλυτη ακρίβεια, στην ουσία είναι μια δήλωση για πληροφορίες που μπορούμε να εξαγάγουμε από ένα σύστημα. Ανάλογα ισχύουν και για το λεγόμενο κβαντικό μπλέξιμο (quantum entanglement), όπου κβαντικά σωμάτια μοιράζονται και ανταλλάσσουν πληροφορίες ανεξάρτητα από την χωρική τους απόσταση (παράδοξο EPR). Στην ουσία, κάθε φυσική διεργασία στο σύμπαν μπορεί να αναχθεί σε αλληλεπιδράσεις μεταξύ σωματιδίων που παράγουν δυαδικές απαντήσεις: ναι – όχι, εδώ – εκεί, πάνω – κάτω. Συνεπώς σε θεμελιώδες επίπεδο η φύση περιέχει πληροφορίες που μπορούν να περιγραφούν με μπιτς, σαν του υπολογιστή. Ο Ed Fredkin του MIT υποστηρίζει πως τα πάντα στο σύμπαν (όσα γνωρίζουμε μέχρι τώρα τουλάχιστον) υπακούουν στον βασικό κανόνα της πληροφορικής: εάν – τότε. Παρόμοια άποψη έχει και ο V. Vedral της Οξφόρδης με την διαφορά ότι ο δεύτερος θεωρεί ότι το σύμπαν δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένας κβαντικός υπολογιστής (εδώ να σημειώσουμε ότι το βραβείο Νομπέλ Φυσικής 2012 απονεμήθηκε στον Γάλλο S. Haroche και τον Αμερικανό D. Wineland για πειραματική εργασία που σχετίζεται με τον χειρισμό και την διατήρηση κβαντικών καταστάσεων, κάτι άμεσα συνυφασμένο με την υλοποίηση κβαντικών λογικών πυλών και κατ’ επέκταση την δημιουργία κβαντικών υπολογιστών και τα διάφορα παραφερνάλια και συμπαρομαρτούντα, κβαντική κρυπτογραφία κλπ).

Η άποψη αυτή πηγάζει από την φυσική αλλά καταφανώς είναι πολύ δύσκολο να αποδείξει κάποιος ότι το σύμπαν είναι ένας κοσμικός κβαντικός υπολογιστής. Παρά ταύτα υπάρχει μια σημαντική παρατήρηση που υποστηρίζει την ιδέα πως το σύμπαν αποτελείται από πληροφορίες: Το 2008 ο βαρυτικός ανιχνευτής GEO 600 στο Αννόβερο της Γερμανίας, ψάχνοντας για βαρυτικά κύματα, έλαβε κάποια ανώμαλα σήματα που υποδηλώνουν ότι ο χωρόχρονος αποτελείται από pixels. Η θεωρητική ερμηνεία βασίζεται στην λεγόμενη αρχή ολογραφίας που με απλά λόγια υποστηρίζει ότι η πραγματικότητα που ζούμε αποτελεί προβολή των πληροφοριών που βρίσκονται εγγεγραμμένες στο σύνορο του σύμπαντος (η θεωρία αυτή είναι βαθειά, ξεκινά από την περίφημη εξίσωση για την εντροπία των μελανών οπών του Χώκινγκ και επεκτείνεται στους δυϊσμούς της Μ-Θεωρίας). Ας σχολιάσουμε περισσότερο αυτό το σημείο: Ένας ακρογωνιαίος λίθος της φυσικής είναι ότι η πληροφορία δεν μπορεί να καταστραφεί. αλλά οι μελανές οπές φαίνεται να αποτελούν εξαίρεση αφού απορροφούν αντικείμενα που περιέχουν πληροφορία και στην συνέχεια εξατμίζονται σταδιακά (ακτινοβολία Χώκινγκ). Το τι συμβαίνει στις πληροφορίες που ήταν καταγεγραμμένες στα αντικείμενα που απορροφήθηκαν αποτέλεσε το αντικείμενο μιας μακράς διαφωνίας μεταξύ των Χώκινγκ και κάποιων συναδέλφων του. Τελικά ο Χώκινγκ παραδέχθηκε πως δεν υπάρχει απώλεια πληροφορίας διότι οι αρχικές πληροφορίες είναι τόσες ώστε να χωρούν στον ορίζοντα των γεγονότων (το σύνορο μιας μελανής οπής) οπότε κατά την εξάτμιση απελευθερώνονται και πάλι στο σύμπαν, συνεπώς δεν υπάρχει απώλεια πληροφορίας. Αυτή η παραδοχή οδήγησε τον Ολλανδό Νομπελίστα Θεωρητικό φυσικό Gerardus ‘t Hooft να διατυπώσει την αρχή ολογραφίας, που ουσιαστικά δηλώνει ότι αυτό που συμβαίνει στις μελανές οπές συμβαίνει και σε ολόκληρο το σύμπαν. Συνεπώς εάν ισχύει η αρχή ολογραφίας, η πραγματικότητα δεν είναι παρά ένα ολόγραμμα. Η αρχή αυτή γενικεύεται και στην περίπτωση περισσότερων διαστάσεων (πρόκειται για τον λεγόμενο S-δυϊσμό, την εικασία Maldacena στην Μ-θεωρία, τις βράνες και τα πολυσύμπαντα).


Ε. Συνείδηση

Ο Καρτέσιος έκανε μια σημαντική φιλοσοφική πρόταση όταν διετύπωσε το «σκέφτομαι άρα υπάρχω» αλλά το «σκέφτομαι άρα υπάρχεις», μήπως είναι λιγάκι υπερβολικό;

Σύμφωνα με την κρατούσα άποψη, ένα κβαντικό σωμάτιο όπως ένα ηλεκτρόνιο ή ένα φωτόνιο περιγράφεται μαθηματικά με μια κυματική συνάρτηση. Αυτές (ως στοιχεία ενός απειροδιάστατου χώρου Χίλμπερτ) μπορούν να υπάρχουν ως επαλληλία πολλών καταστάσεων ταυτόχρονα. Για παράδειγμα ένα φωτόνιο μπορεί να περιστρέφεται σε δυο κατευθύνσεις σε μια οπτική ίνα ή ένα ηλεκτρόνιο μπορεί ταυτόχρονα να έχει δεξιόστροφο και αριστερόστροφο σπιν ή να βρίσκεται σε δυο μέρη ταυτόχρονα. Όμως αν προσπαθήσουμε να παρατηρήσουμε όλες αυτές τις ταυτόχρονες υπάρξεις συμβαίνει κάτι παράξενο: βλέπουμε μόνο μια. Πώς λοιπόν αυτές οι πολλές δυνατότητες γίνονται μόνο μια φυσική πραγματικότητα;

Αυτό αποτελεί κομβικό ερώτημα στην κβαντική φυσική και έχει δημιουργήσει μια πληθώρα προτάσεων ή ερμηνειών (βλέπε προηγούμενο άρθρο του γράφοντος με τίτλο οι πολλές όψεις της κβαντικής πραγματικότητας). Η πιο δημοφιλής είναι η ερμηνεία της σχολής της Κοπεγχάγης που δηλώνει ότι τίποτε δεν είναι αληθινό μέχρι να παρατηρηθεί ή να μετρηθεί. Η παρατήρηση της κυματικής συνάρτησης προκαλεί την κατάρρευση της υπέρθεσης.

Όμως η ερμηνεία αυτή δεν λέγει τίποτε για το τι ακριβώς είναι η μέτρηση. Ο John von Neumann (και ο Eugene Wigner, βλέπε και παραπάνω παράγραφο Β) έσπασαν αυτή τη σιωπή και πρότειναν ότι η παρατήρηση είναι μια ενέργεια ενός συνειδητού εγκεφάλου. Σε αυτό συμφωνούσε και ο Max Planck, ο ιδρυτής της κβαντικής θεωρίας που το 1931 έγραψε: «Θεωρώ την συνείδηση ως θεμελιώδη. Θεωρώ την ύλη ως παράγωγο της συνείδησης». Το επιχείρημα αυτό εδράζεται στην άποψη ότι υπάρχει κάτι ιδιαίτερο στην συνείδηση, ενισχυμένα στην ανθρώπινη συνείδηση. Ο von Neumann υποστήριζε πως τα πάντα στο σύμπαν που υπόκεινται στους κβαντικούς νόμους δημιουργούν μια τεράστια κβαντική υπέρθεση. Όμως ο συνειδητός εγκέφαλος είναι διαφορετικός: Μπορεί να επιλέγει μια από τις προσφερόμενες κβαντικές δυνατότητες και να την καθιστά πραγματική-στον εαυτό του τουλάχιστον.

Ο Henry Stapp του εθνικού εργαστηρίου Lawrence Berkeley των ΗΠΑ είναι ένας από τους λίγους φυσικούς στις μέρες μας που υιοθετεί αυτή την ερμηνεία: Αποτελούμε (υποστηρίζει) συμμετέχοντες παρατηρητές των οποίων οι εγκέφαλοι προκαλούν την κατάρρευση των υπερθέσεων, πριν εμφανιστεί η ανθρώπινη συνείδηση υπήρχε απλά ένα πολυσύμπαν εν δυνάμει συμπάντων. Η εμφάνιση ενός συνειδητού εγκεφάλου σε κάποιο από αυτά τα εν δυνάμει σύμπαντα, το δικό μας, του δίδει μια προνομιακή θέση-κατάσταση: την πραγματικότητα

Υπάρχουν πάμπολλοι που αμφισβητούν την θέση του Stapp. Ένα πρόβλημα είναι ότι πολλά από τα εμπλεκόμενα φαινόμενα δεν έχουν κατανοηθεί επαρκώς. Καταρχήν, αμφισβητείται από την φιλοσοφία εάν υπάρχει αυτό που λέμε συνείδηση (σύμφωνα με τον Matthew Donald, καθηγητή φιλοσοφίας της φυσικής του Πανεπιστημίου του Κέιμπριτζ). Όταν προσθέσουμε και την κβαντομηχανική τα πράγματα μπερδεύονται περισσότερο. Ο Donald προτιμά μια ερμηνεία ακόμη πιο περίεργη, αυτή των «πολλαπλών εγκεφάλων». Η ιδέα αυτή, που σχετίζεται με την ερμηνεία των «πολλαπλών κόσμων» της κβαντομηχανικής σύμφωνα με την οποία όλες οι πιθανές κβαντικές καταστάσεις πραγματοποιούνται σε κάποιο από τα πολλά παράλληλα σύμπαντα που υπάρχουν, υποστηρίζει ότι ένας παρατηρητής που παρατηρεί ένα κβαντικό σύστημα βλέπει όλες τις πιθανές καταστάσεις αλλά σε κάποιο διαφορετικό εγκέφαλο. Αυτοί οι εγκέφαλοι πηγάζουν από την φυσική υπόσταση του μυαλού, μοιράζονται παρελθόν και μέλλον αλλά δεν επικοινωνούν στο παρόν. Δύσκολο να μας πείσουν οι υποστηρικτές των πολλαπλών εγκεφάλων.


ΣΤ. Γνώση

Οι φιλόσοφοι δεν είναι αγενείς όταν περιγράφουν την προσέγγιση των περισσοτέρων ανθρώπων στο θέμα της πραγματικότητας ως απλοϊκό ρεαλισμό. Στο κάτω-κάτω, ακόμη και αυτοί όταν διασχίζουν κάποιο δρόμο για να πάνε στο γραφείο τους, ενδόμυχα αποδέχονται πως η πραγματικότητα υπάρχει άσχετα από τις παρατηρήσεις μας. Όμως όταν φτάσουν στο γραφείο τους και πιάνουν δουλειά, η πρώτη ερώτηση είναι: αν υπάρχει κάτι, πως μπορώ να το γνωρίζω; Με άλλα λόγια, η ερώτηση τι υπάρχει, για πρακτικούς λόγους στην φιλοσοφία ανάγεται στην ερώτηση τι εννοώ όταν λέγω «γνωρίζω»;

Ο Πλάτων ήταν ο πρώτος καταγεγραμμένος φιλόσοφος που προσπάθησε να απαντήσει στο ερώτημα πριν 2400 χρόνια περίπου και όρισε την γνώση ως δικαιολογημένη αληθινή πεποίθηση. Όμως η δοκιμή των όρων «δικαιολογημένη» και «αληθινή» μας οδηγούν πίσω στις αντιλήψεις μας και αυτές πιθανόν να μας παραπλανήσουν. Πολλούς αιώνες αργότερα ο Καρτέσιος προσπάθησε να αποφανθεί ποιο είναι αυτό για το οποίο είναι σίγουρος ότι υπάρχει και μας προέκυψε το γνωστό σκέφτομαι άρα υπάρχω, δηλαδή ο λεγόμενος σολιπσισμός: Η πεποίθηση πως η αυτοσυνείδηση είναι το μόνο που υπάρχει με βεβαιότητα. Ο Καρτέσιος είπε και κάτι άλλο: Είναι αδύνατο να ξέρουμε πως δεν ονειρευόμαστε (αυτό παραπέμπει σε ταινίες σαν το matrix, βλέπε και παρακάτω). Στην συνέχεια εμφανίστηκε ο λεγόμενος δυϊσμός, η ιδέα ότι ο εγκέφαλος και η ύλη είναι διαφορετικά πράγματα. Απάντηση σε αυτό ήταν η υπόθεση πως υπάρχει μόνο ύλη και ο εγκέφαλος αποτελεί μια ψευδαίσθηση που προέρχεται από τους νευρώνες που εκτελούν την δουλειά τους. Η αντίθετη άποψη είναι ο λεγόμενος «πανψυχισμός» που αποδίδει πνευματικές ιδιότητες στην ύλη, οπαδός της οποίας ήταν ο μεγάλος αστροφυσικός Arthur Eddington που το 1928 έγραψε: «η ύλη του κόσμου είναι πνευματική, όχι και πολύ διαφορετικό από τα συναισθήματα και την συνείδηση».

Σε ξεχωριστό μονοπάτι εμφανίζονται απόψεις σαν του καθηγητή λογικής (και «ορκισμένου» εχθρού του Derrida) στο πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ Willard Van Orman Quine που εγκατέλειψε την αναζήτηση των θεμελίων της πραγματικότητας και υποστήριξε μια ειρμολογική προσέγγιση: Αποκλείουμε την πυραμίδα της γνώσης και σκεφτόμαστε σχηματικά μια σχεδία κατασκευασμένη από τις πεποιθήσεις μας, ένα δίκτυο από φύκια που συνίσταται από δηλώσεις για τις αντιλήψεις μας που δεν βασίζονται σε κάτι αλλά αιωρούνται και που ταυτόχρονα προσφέρουν την απαιτούμενη άνωση για ναυσιπλοϊα. Οι ιδέες αυτές του Quine θεωρούνται κυκλικές και ψευδεπίγραφες, οδηγούν ουσιαστικά στην παραδοχή πως δεν υπάρχει πραγματικότητα ανεξάρτητη από τις παρατηρήσεις.

Η τελική παρατήρηση ας είναι αυτή, του φιλοσόφου Nick Bostrom, του πανεπιστημίου της Οξφόρδης: Μήπως η πραγματικότητα αποτελεί τμήμα μιας εξομοίωσης (ταινία matrix και πάλι); Αν ναι, δύσκολα θα το ανακαλύψουμε. Θα πρέπει κάπου να υπάρχει η θεμελιώδης εξομοίωση (master simulation). Αν ο κόσμος μας αποτελεί την θεμελιώδη εξομοίωση δεν υπάρχει δυνατότητα να το ανακαλύψουμε (κάποιος θα πρέπει να βγει «εκτός», ότι και να σημαίνει αυτό). Αν πάλι δεν είμαστε στην θεμελιώδη εξομοίωση, και πάλι το μόνο που ίσως μπορέσουμε να επιτύχουμε είναι να δημιουργήσουμε εμείς μια εξομοίωση αλλά δεν υπάρχει δυνατότητα να δούμε εντός μιας πιθανής ακολουθίας εξομοιώσεων (πεπερασμένη, άπειρη;) σε πια βαθμίδα βρισκόμαστε.

Ως επίλογο επιλέξαμε ένα απόσπασμα από τα Καθίσματα, ήχος πλ. β’, ακολουθία Παννυχίδος, Ποίημα Θεοφάνους, Ψυχοσάββατο προ της Πεντηκοστής:

«Αληθώς ματαιότης τά σύμπαντα, ο δέ βίος σκιά καί ενύπνιον, καί γάρ μάτιν ταράττεται πάς γηγενής, ως είπεν η Γραφή, ότε τόν κόσμον κερδήσωμεν, τότε τώ τάφω οικήσωμεν, όπου ομού βασιλείς καί πτωχοί, διό Χριστέ ο Θεός, τούς μεταστάντας ανάπαυσον, ως φιλάνθρωπος».

Επίσης υπενθυμίζουμε και το κλασσικό έργο «Η ζωή είναι όνειρο» του κορυφαίου Ισπανού θεατρικού συγγραφέα Πέδρο Καλντερόν δε λα Μπάρκα.




Disqus

Days Remaining:
Hours Remaining:
Minutes Remaining:
Seconds Remaining:
Blogger Wordpress Gadgets